Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΧΑΛΥΒΑ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ

  Η οικονομική κρίση την οποία προκάλεσαν οι ρωσόδουλοι στη χώρα μας μαζί με το πολύχρονο σαμποτάζ της παραγωγής οδηγούν τη βιομηχανία στο μαρασμό και το κλείσιμο.
Ταυτόχρονα χιλιάδες εργάτες γίνονται άνεργοι και η χώρα οδηγείται έτσι στη βαρβαρότητα. Σύμφωνα με στοιχεία που βγαίνουν κάθε μέρα στη δημοσιότητα περίπου 170 άνεργοι προστίθενται στους ήδη υπάρχοντες. Δηλαδή κλείνει ένα εργοστάσιο τη μέρα.
 
Όπως είχαμε αναλύσει στο προηγούμενο φύλλο της Νέας Ανατολής, κύριος μοχλός του παραγωγικού σαμποτάζ που πραγματοποιούν όλα τα κόμματα είναι το μεγάλο κόστος στην παραγωγή, που δημιουργείται κύρια μέσα από την τερατώδη αύξηση στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Βασικά θύματα αυτής της πολιτικής είναι οι βιομηχανίες που καταναλώνουν ηλεκτρική ενέργεια για τη λειτουργία τους. Σε αυτές ξεχωρίζουν οι χαλυβουργικές βιομηχανίες. Δηλαδή ένα κομμάτι της βαριάς βιομηχανίας της χώρας.
 
«Σε συνδυασμό με την κάθετη πτώση της οικοδομικής δραστηριότητας, ο χαλυβουργικός κλάδος βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης, με αποτέλεσμα η ζήτηση των προϊόντων να έχει κατρακυλήσει στα επίπεδα των αρχών της δεκαετίας του 1990. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι καθαρές ζημίες των επιχειρήσεων στο κλάδο την τριετία 2009-2011 άγγιξαν τα 400 εκατ. ευρώ και ταυτόχρονα μειώθηκαν κατά 20% τα ίδια τους κεφάλαια με μικρή αύξηση των δανειακών τους υποχρεώσεων. Μόνο για τη φετινή χρονιά, η πτώση στις πωλήσεις χάλυβα στην εγχώρια αγορά θα αγγίξει το 80% λόγω της καθίζησης της οικοδομικής δραστηριότητας. Το 2011 οι 5 βιομηχανίες χάλυβα που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα εμφάνισαν συνολικές ζημίες μετά από φόρους ύψους 162,4 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 93% των ζημιών σε σχέση με το 2010, όπου οι αθροιστικές ζημίες είχαν αναρριχηθεί στα 84 εκατ. ευρώ… Στη Χαλυβουργία Ελλάδος, μετά τον συνυπολογισμό των φορολογικών εσόδων και εξόδων της χρήσης, η καθαρή ζημία το 2011 ήταν 48,88 εκατ. ευρώ έναντι αντίστοιχης ζημίας 15,70 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν» (Καθημερινή, 14-7-12).
 
Τα επίσημα στοιχεία για την παραγωγή το 2012 των πέντε μεγάλων μονάδων που λειτουργούν στη χώρα μας λένε ότι η συνολική παραγωγή έπεσε στους 1,050 εκατ. τόνους από 1,610 εκατ. τόνους το 2011 (-34,8%) και 2,5 εκατ. τόνους το 2007 (-58%). Τα στοιχεία είναι ακόμη πιο δραματικά σε ό,τι αφορά την εγχώρια ζήτηση, όπου η πτώση φτάνει το 83% (από τους 2,105 εκατ. τόνους το 2007 στις 365 χιλιάδες το 2012).
 
Ωστόσο ένα ακόμη πολύ αρνητικό μήνυμα αφορά στη δραματική συρρίκνωση των εξαγωγών, που αποτέλεσαν λύση ανάγκης της χαλυβουργίας απέναντι στην ολοένα εντεινόμενη υποχώρηση της εγχώριας ζήτησης. Η μείωση των εξαγωγών ξεπέρασε ακόμη και τις πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις (685 χιλιάδες το 2012 έναντι αρχικής εκτίμησης για εξαγωγές 800 χιλιάδων τόνων), ενώ συγκριτικά με το 2011 οι εξαγωγές χάλυβα εμφανίζουν υποχώρηση της τάξης του 30%. Αυτή η μείωση των εξαγωγών έρχεται να επιδεινώσει ακόμη παραπέρα το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και να καθιστά μόνιμη την ανάγκη για δανεισμό της χώρας. Έτσι η συρρίκνωση των εξαγωγών, σε συνδυασμό με τη χαμηλή ζήτηση λόγω της μείωσης της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας και του σαμποταρίσματος των εργασιών στα μεγάλα δημόσια έργα, είχε ως αποτέλεσμα την αδρανοποίηση του μεγαλύτερου μέρους των παραγωγικών εγκαταστάσεων των χαλυβουργιών.  Από τις υφιστάμενες μονάδες κλειστό παραμένει το εργοστάσιο της Χαλυβουργίας Ελλάδος στον Ασπρόπυργο, αλλά και της Σοβέλ του ομίλου Βιοχάλκο (διέκοψε τη λειτουργία του για το Μάρτη), ενώ υπολειτουργεί και η μονάδα της Χαλυβουργικής στην Ελευσίνα. Σε μία βάρδια λειτουργούν οι μονάδες της Χαλυβουργίας Ελλάδος στο Βόλο και της Σιδενόρ στη Θεσσαλονίκη.
 
Το μεγάλο πρόβλημα της χαλυβουργίας είναι το μεγάλο κόστος παραγωγής. Καθοριστικός παράγοντας σʼ αυτό είναι η υψηλή τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. «Στελέχη της βαριάς βιομηχανίας σημειώνουν ότι η ενέργεια εκπροσωπεί συνολικά περί το 40% του κόστους για την παραγωγή αλουμινίου, το 32% για την παραγωγή νικελίου (ΛΑΡΚΟ) και το 15% για τη χαλυβουργία» (Η Θεσσαλία online, 9/4).
 
Αυτό το υψηλό κόστος της παραγωγής καθιστά τον ελληνικό χάλυβα μη ανταγωνιστικό στη διεθνή αγορά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αγορά της Αλγερίας, όπου οι ιταλικές εξαγωγές χάλυβα αυξήθηκαν το 2012 κατά 64,4%, οι ισπανικές εξαγωγές κατά 21,3% και οι πορτογαλικές κατά 16,5%. Με το κόστος ενέργειας να καθιστά τις τιμές των ελληνικών προϊόντων μη ανταγωνιστικές, οι ελληνικές εξαγωγές στην Αλγερία γνώρισαν τεράστιο πλήγμα υποχωρώντας κατά 41,8% από τους 492 στους 287 χιλιάδες τόνους.  «Δεν υπάρχει κανείς άλλος λόγος για τη μείωση των ελληνικών εξαγωγών το 2012, σε αντίθεση με την αύξηση των εξαγωγών των άλλων χωρών, εκτός από τη μειωμένη ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών μας λόγω του υψηλού κόστους ενέργειας» (http://www.energypress.gr/news/Sbhnei-h-halyboyrgia).
 
Εξαιτίας αυτής της χαμηλής ζήτησης οι χαλυβουργικές μονάδες δε λειτουργούν ούτε και στο πιο χαμηλό επίπεδο, δηλαδή μία μόνο βάρδια το 24ωρο, ενώ η διεθνής πρακτική για τις χαλυβουργίες είναι η 24ωρη λειτουργία. Το 2011 η εγχώρια ζήτηση κάλυπτε μόλις το 42% της οκτάωρης παραγωγής τους, δηλαδή λιγότερο από τέσσερις ώρες λειτουργία την ημέρα. Οπότε ο υποχρεωτικός δρόμος τους ήταν οι εξαγωγές. Αλλά εδώ είχαν να αντιμετωπίσουν το διεθνή ανταγωνισμό με τα χαμηλότερα κόστη ενέργειας. Οι ελληνικές χαλυβουργίες, σύμφωνα με τις αποφάσεις των ρωσόδουλων σαμποταριστών, επιβαρύνονται με κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου πολύ υψηλότερο σε σύγκριση με τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις της ΕΕ και των τρίτων χωρών.
 
Από την 1η Σεπτεμβρίου του 2011 επιβάλλεται στις χαλυβουργίες ο ειδικός φόρος κατανάλωσης (ΕΦΚ) στο φυσικό αέριο, που ανέρχεται σε 5,4 ευρώ/MWh. Το ύψος του φόρου αυτού είναι δεκαπλάσιο από το ελάχιστο ύψος που προβλέπει η Οδηγία 98/2003 (0,15 ευρώ/Gigajoule ή 0,54 ευρώ/MW). Τα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ δεν επιβάλλουν ΕΦΚ στις βιομηχανίες τους ή επιβάλλουν το ελάχιστο της Οδηγίας. Με την ενεργοποίηση του τέλους ΔΕΤΕ 5‰ αυξάνονται αυτόματα τα βιομηχανικά τιμολόγια στη χώρα μας κατά 15%. Οι διαφορές κόστους ενέργειας μεταξύ των ελληνικών χαλυβουργιών και των άμεσων ανταγωνιστριών τους (Ισπανίας, Ιταλίας, Τουρκίας) φτάνει σε ύψος δεκάδων εκατ. ευρώ ετησίως.
 
Μʼ αυτό τον τρόπο η βαριά βιομηχανία στη χώρα μας καταστρέφεται από την πολιτική των λακέδων του ρώσικου ιμπεριαλισμού και γίνεται λεία στα νύχια του.