Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Frontpage Slideshow | Copyright © 2006-2011 JoomlaWorks Ltd.

ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΥΝ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΦΕΡΟΥΝ ΤΗ ΡΩΣΙΑ

Οι τελευταίες εξελίξεις γύρω από την κυπριακή ΑΟΖ ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΥΝ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΦΕΡΟΥΝ ΤΗ ΡΩΣΙΑ Mέσα στο Νοέμβρη τα ελληνικά ΜΜΕ -έντυπος και ηλεκτρονικός Τύπος, ραδιοφωνικοί και
τηλεοπτικοί σταθμοί- κατακλύστηκαν από ειδήσεις, σχόλια και κριτική για ένα γεγονός που προβαλλόταν συνεχώς στην πρώτη γραμμή. Πρόκειται για την αποστολή στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) του τουρκικού σκάφους Μπαρμπαρός, το οποίο πραγματοποίησε προκαταρκτικές έρευνες για υδρογονάνθρακες (πετρέλαιο και φυσικό αέριο) στη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή νότια της Κύπρου.
Η ελληνική και η κυπριακή κυβέρνηση, καθώς και τα αντίστοιχα ΜΜΕ, κατηγόρησαν την Τουρκία ότι μ’ αυτή της την ενέργεια παραβιάζει κατάφωρα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, του μόνου νόμιμου κράτους στο νησί, και εκμεταλλεύεται τη θέση της ως μεγάλης Δύναμης της περιοχής, για να πιέσει μια μικρή και αδύναμη, στρατιωτικά, χώρα, όπως είναι η Κύπρος, ώστε να υποχρεωθεί αυτή να συμπεριληφθεί το ζήτημα της εκμετάλλευσης των κυπριακών υδρογονανθράκων στις διεξαγόμενες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην ελληνοκυπριακή και στην τουρκοκυπριακή ηγεσία.
Οι Τουρκοκύπριοι και οι Τούρκοι, από την πλευρά τους, θεωρούν ότι η μονομερής εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων από τους Ελληνοκύπριους είναι παράνομη και δυναμιτίζει τις διαπραγματεύσεις και την προσέγγιση των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο, οπότε η ενέργεια της αποστολής του Μπαρμπαρός στην κυπριακή ΑΟΖ είναι και νόμιμη και πολιτικά και ηθικά θεμιτή.
Νομίζουμε πως, αν δει κανείς το ζήτημα μόνο στις στενές τοπικές του διαστάσεις και δεν το εντάξει στη μεγάλη εικόνα των συνταρακτικών γεγονότων και αλλαγών που βλέπουμε να συμβαίνουν στην περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, θα βγάλει λανθασμένα συμπεράσματα και θα δώσει, έστω και άθελά του, πολλούς πόντους σ’ αυτούς που εποφθαλμιούν όλη τη συγκεκριμένη περιοχή και θέλουν να την εντάξουν στα ευρύτερα σχέδιά τους για παγκόσμια ηγεμονία.
Το κεντρικό ζήτημα δηλαδή δεν είναι αν η Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος-μέλος του ΟΗΕ έχει ή όχι το νόμιμο δικαίωμα να ανακηρύξει τη δική της ΑΟΖ, να κάνει έρευνες μέσα σ’ αυτήν και να προβαίνει στην οικονομική εκμετάλλευση όποιων κοιτασμάτων βρεθούν. Προφανώς και το έχει αυτό το δικαίωμα. Το κεντρικό ζήτημα είναι πώς η ελληνική και η ελληνοκυπριακή ηγεσία χρησιμοποιούν αυτό το δικαίωμα για να πετύχουν πολλαπλούς στόχους, που είναι όλοι τακτικοί ή στρατηγικοί στόχοι της ρώσικης, σε πλήρη αντιευρωπαϊκή επίθεση υπερδύναμης. Μέσα κυρίως από την ξαφνική αναθέρμανση της ατέλειωτης κρίσης στο κυπριακό, η Ρωσία επιδιώκει  α) τη διεθνή απομόνωση του Ερντογάν, που ως πριν δύο χρόνια  ήταν σύμμαχός της, β) τη συγκρότηση αντιδυτικού άξονα σε ταχτική συμμαχία με το Ισραήλ του ρωσόφιλου Νετανιάχου και σε στρατηγική συμμαχία με την Αίγυπτο του ακόμα πιο ρωσόφιλου Σίσι, και γ) τη νομιμοποίηση της καθόδου του ρώσικου στόλου στην ανατολική Μεσόγειο στα μάτια των κυβερνήσεων και των λαών όλου του κόσμου. Αυτή είναι η μεγάλη εικόνα και σ’ αυτήν πρέπει να εντάξει κανείς όσα συμβαίνουν με αφορμή την κυπριακή ΑΟΖ.
Η μικρή εικόνα
Ακόμη όμως κι αν περιοριστεί κανείς στη μικρή εικόνα και δεν προσέξει όλη τη σκακιέρα και όλους τους παίκτες του παιχνιδιού, θα δει ότι το βασικό επιχείρημα της κυπριακής κυβέρνησης και γενικότερα της ελληνοκυπριακής πολιτικής ηγεσίας είναι προβληματικό. Στο λογικό δηλαδή αίτημα των Τουρκο-κύπριων να συμμετέχουν κι αυτοί, σ’ ένα βαθμό, στα όποια μελλοντικά κέρδη από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, η κυπριακή και η ελληνική κυβέρνηση και κόμματα απαντούν ομόφωνα και μονότονα: “Όχι! Αυτό θα συμβεί μόνο όταν λυθεί το Κυπριακό”, που πρακτικά σημαίνει του “αγίου ποτέ”, στο βαθμό που όχι μόνο η Τουρκία, αλλά και η Ελλάδα έχει όλο και πιο μεγάλη ευθύνη γι’ αυτή τη μη λύση.
Το άλλο επιχείρημα, που συνδέεται με το πρώτο, είναι ότι μόνο έτσι θα σπρώξουν τους Τουρκοκύπριους να αποδεχθούν λύση στο Κυπριακό. Λένε δηλαδή ότι το δέλεαρ για τους Τουρκοκύπριους είναι διπλό, προκειμένου να συναινέσουν σε μια βιώσιμη λύση: το ένα, η συμμετοχή τους σε μια Κύπρο ενταγμένη ήδη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και το δεύτερο, τα οφέλη από τους υδρογονάνθρακες.
Τα δύο αυτά επιχειρήματα φαντάζουν λογικά, και από πρώτη ματιά έτσι φαίνεται. Ας δούμε όμως την ουσία και την πραγματικότητα.
Όταν ήταν να ενταχθεί η Κύπρος στην ΕΕ, το επιχείρημα της τότε ελληνικής και ελληνοκυπριακής πολιτικής ηγεσίας ήταν ακριβώς το ίδιο: η ένταξη θα λειτουργούσε ως δέλεαρ για τους Τουρκοκύπριους και θα τους έκανε λιγότερο σκληρούς στις διαπραγματεύσεις για τη λύση του Κυπριακού, οπότε έτσι θα ερχόταν κοντύτερα η πολυπόθητη λύση. Η ένταξη θα έφερνε τις δύο κοινότητες του νησιού πιο κοντά, έλεγαν.
Το σχέδιο Ανάν
Τι έγινε όμως στην πραγματικότητα; Επειδή η ένταξη μιας διχοτομημένης Κύπρου στην ΕΕ ουσιαστικά θα μετέφερε μέσα στα σπλάχνα της μια βραδυφλεγή βόμβα, θα τη διασπούσε, θα τη διέβρωνε από τα μέσα και θα την έβαζε να τσακώνεται όλη την ώρα με την Τουρκία, που είχε κάνει κι αυτή αίτηση να μπει στην ΕΕ, οι Ευρωπαίοι ζήτησαν από την ηγεσία των δύο κοινοτήτων να δεσμευτούν για άμεση λύση. Αυτοί δέχτηκαν και έτσι πρόκυψε το σχέδιο Ανάν, του τότε Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ.
Τι έκανε όμως η τότε ελληνοκυπριακή ηγεσία υπό τον πρόεδρο Παπαδόπουλο; Αφού πρώτα εξασφάλισε την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και έδεσε το γάιδαρο της, βγήκε δημόσια με δάκρυα στα μάτια και κάλεσε τους Ελληνοκύπριους να ρίξουν στις κάλπες του δημοψηφίσματος ένα βροντερό “Όχι”.
Έτσι κι έγινε. Το 2004 λοιπόν οι τρεις στους τέσσερις Ελληνοκύπριους βροντοφώναξαν “Όχι στο σχέδιο Ανάν”, ενώ οι Τουρκοκύπριοι με ποσοστό κοντά στο 70% το αποδέχθηκαν. Ποια λοιπόν από τις δύο κοινότητες κλώτσησε την ευκαιρία που η ίδια είχε υποσχεθεί μπροστά στην παγκόσμια κοινότητα ότι θα εκμεταλλευτεί;
Στο σημείο αυτό πρέπει να ανοίξουμε μια παρένθεση. Κι εμείς ως ΟΑΚΚΕ είχαμε καταφερθεί ενάντια στο σχέδιο Ανάν, όχι όμως για τους ίδιους λόγους που το έκαναν οι Ελληνοκύπριοι (άλλωστε εμείς δεν είχαμε υποσχεθεί σε κανέναν ότι θα το υπερψηφίζαμε, για να πάρουμε ανταλλάγματα, και αφού τα παίρναμε θα το καταψηφίζαμε). Εμείς τότε είχαμε καταγγείλει το σχέδιο για το ότι έβαζε σαν επιδιαιτητή ανάμεσα στις δύο κοινότητες του νησιού με πολύ σημαντικές και ουσιαστικές αρμοδιότητες, δηλαδή σαν τελικό ουσιαστικό διοικητή του νησιού, τον ΟΗΕ, που σημαίνει τις δύο υπερδυνάμεις, και περισσότερο τη Ρωσία. Ως γνωστόν, η ΟΑΚΚΕ εδώ και πολλά χρόνια και σε ανύποπτο χρόνο είχε και έχει ακόμα την εκτίμηση ότι ο ΟΗΕ έχει καταντήσει, σε τελική ανάλυση, όργανο εξυπηρέτησης των ρώσικων συμφερόντων. Τελευταίο παράδειγμα η στάση του στην Κριμαία. Όμως αποδείχτηκε ότι η Ρωσία δεν ήθελε αυτή τη λύση, γιατί δε θέλει να μοιράζεται το νησί με καμιά Αμερική και με καμιά Τουρκία, αλλά να το έχει δικό της, και μάλιστα καλύτερα διασπασμένο δικό της.
Γι’ αυτό οι Ελληνοκύπριοι ψήφισαν “όχι”. Αυτό δεν ήταν καθόλου δύσκολο, επειδή οι ρωσόδουλοι, με τη βοήθεια και των Ελλήνων και Κύπριων εθνοσοβινιστών, έχουν δουλέψει προπαγανδιστικά επί μισό αιώνα τη θέση ότι κάθε λύση που δίνει ισχυρό μέρος της κρατικής εξουσίας στην τουρκοκυπριακή κοινό-τητα δεν είναι λύση και πρέπει να απορρίπτεται.
Ας επανέλθουμε όμως στη μικρή εικόνα και ας δούμε αν επιβεβαιώθηκε το επιχείρημα της ελληνοκυπριακής πλευράς, ότι δηλ. η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ θα έφερνε πιο κοντά τις δύο κοινότητες του νησιού. Κάθε άλλο, θα έλεγε κανείς. Όχι μόνο δεν τις έφερε πιο κοντά, αλλά λόγω του αρνητικού αποτελέσματος του δημοψηφίσματος τις απομάκρυνε ακόμη περισσότερο. Αν δει κανείς τις διάφορες προτεινόμενες λύσεις από το 1974 και μετά, θα παρατηρήσει ότι κάθε φορά οι προτάσεις είναι χειρότερες από τις προηγούμενες. Είναι χρήσιμο να θυμίσουμε εδώ ότι, ενώ στις συζητήσεις Μακάριου-Ντενκτάς το 1977 είχε βρεθεί μια συμβιβαστική φόρμουλα που θα μπορούσε να βοηθήσει στην κατεύθυνση της οριστικής επίλυσης του Κυπριακού, ήταν ο ρωσόδουλος Ανδρέας Παπανδρέου που κατήγγειλε τη φόρμουλα ως προδοτική, τορπιλίζοντας έτσι την όποια προσπάθεια. Πράγματι, οι ρωσόδουλοι δε θέλουν λύση του Κυπριακού, για να μπορούν έτσι να χώνονται παντού και να προωθούν τις δικές τους θέσεις στη ΝΑ. Μεσόγειο.
Υπήρχαν προσωρινές διέξοδοι
Έτσι και τώρα, ενώ ισχυρίζονται ότι η μη συνεκμετάλλευση της κυπριακής ΑΟΖ με τους Τουρκοκύπριους θα τους αναγκάσει να προσέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με πιο “λογικές” θέσεις, η πράξη τι δείχνει; Ότι τους έφερε πιο κοντά; Κάθε άλλο.
Το ζήτημα είναι: το ήξεραν, ή έστω το υπέθεταν, ότι η Τουρκία θα αντιδρούσε με τον προσφιλή της τρόπο; Δηλαδή να μην προσφεύγει σε διεθνή φόρα και όργανα και να βάζει εκεί πολιτικά το ζήτημα, αλλά να ορμάει και να δημιουργεί τετελεσμένα στην πράξη και όποιον πάρει ο χάρος; Προφανώς το ήξεραν, αφού δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι ανάλογο. Τότε γιατί το έκαναν; Μήπως δεν μπορούσαν να ενεργήσουν διαφορετικά; Μπορούσαν, αλλά το έκαναν ακριβώς για να προβοκάρουν την ευεπίφορη σε κάτι τέτοιο Τουρκία και να δημιουργήσουν μια υπέροχη για τη Ρωσία κατάσταση κρίσης στην ευρύτερη περιοχή.
Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει μια πραγματικά δημοκρατική και ανεξάρτητη κυπριακή κυβέρνηση; Θα αναζητούσε πρακτικές προτάσεις και λύσεις για να διατηρηθεί ένα κλίμα ειρήνης, έστω προσωρινής. Παραδείγματος χάρη: Αντί να μεταθέσει για τις ελληνικές καλένδες τη διάχυση των ωφελημάτων από τους υδρογονάνθρακες και στους Τουρκοκύπριους, θα μπορούσε να έρθει σε μια συμφωνία με την ηγεσία τους να τους αποδοθεί ένα ποσοστό από την εξόρυξη, το οποίο θα μπορούσε να διατηρείται στην άκρη σαν παρακαταθήκη και να μην πειράζεται από καμιά πλευρά μέχρι την οριστική λύση του Κυπριακού. Ακόμα θα μπορούσε και κάποιο μέρος από το ποσοστό αυτό να τους διατίθεται άμεσα σαν ένδειξη καλής πρόθεσης. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν μια τέτοια προσωρινή λύση θα ήταν διατεθειμένη να τη δεχτούν οι Τουρκοκύπριοι και η Τουρκία. Πάντως η δεύτερη βρίσκεται διπλωματικά σε εντελώς αρνητική θέση και θα είχε λόγους να τη δεχτεί.
Όμως υπάρχει απόλυτη άρνηση της ελληνοκυπριακής πλευράς να τεθεί το θέμα της εξόρυξης, έστω ως ένα από τα θέματα των διακοινοτικών διαπραγματεύσεων. Η κυπριακή κυβέρνηση δε λέει μόνο “δε θα πάρετε ούτε ένα ευρώ τώρα, αλλά μόνο αν και όταν προκύψει οριστική λύση”, αλλά αρνείται  καν να τεθεί αυτό ως θέμα διαπραγμάτευσης. Δεν το συζητάει καν.
Η μεγάλη εικόνα
Γιατί το κάνει αυτό; Γιατί ξέρει ότι μόνο έτσι εξωθήσει την Τουρκία σε ενέργειες τύπου “Μπαρμπαρός” και θα εκθέσει τον Ερντογάν στα μάτια όλου του κόσμου. Ξέρει ότι μόνο έτσι -με τη δικαιολογία των τούρκικων απειλών δηλαδή- θα προωθήσει χωρίς σοβαρές αντιδράσεις από τη Δύση τη φιλορώσικη συμμαχία με τον αρχιπραξικοπηματία Σίσι της Αιγύπτου, προνομιακό συνομιλητή τελευταία του επίσης ρωσόφιλου Ομπάμα, και με το Ισραήλ, που η πολιτική του τάξη νομίζει ότι ο Σίσι, όπως και η Ρωσία του Πούτιν, είναι σύμμαχοί του. Ήδη γράφτηκε στον Τύπο ότι οι κυπριακοί υδρογονάνθρακες θα μεταφερθούν μέσω αγωγού στο Ισραήλ και από κει, μαζί με αυτούς του Ισραήλ από τα δικά του κοιτάσματα, στην Αίγυπτο. Έτσι η Ευρώπη θα αποκλειστεί από άλλη μια πιθανή εναλλακτική πηγή ενέργειας και θα υποχρεωθεί να εξαρτηθεί ενεργειακά από τη Ρωσία ακόμη περισσότερο. Η Γκαζπρόμ καιροφυλακτεί.
Για να καταλάβει κανείς γιατί οι δικοί μας ρωσόδουλοι κάνουν τώρα τόση φασαρία με τον Ερντογάν, αρκεί να σκεφτεί πώς του είχαν συμπεριφερθεί λίγα χρόνια νωρίτερα σε ανάλογη περίπτωση, όταν είχε πρωτοτεθεί το ζήτημα των γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ. Ενώ η στάση των Τουρκοκύπριων και της Τουρκίας ήταν ακριβώς η ίδια με τη σημερινή, σε καμία περίπτωση δεν είχαμε δει τέτοιο ορυμαγδό. Ίσα-ίσα, ήταν τότε που οι ρωσόδουλοι σαν τον Καραμανλή το νεότερο κάνανε κογιάτζες και κουμπαριές με τον Ερντογάν διπλαρώνοντάς τον. Γιατί; Γιατί τότε ο Ερντογάν, παίζοντας το δικό του καιροσκοπικό  παιχνίδι, είχε αρχίσει να στήνει μια στρατηγική συμμαχία με τον Πούτιν νομίζοντας ότι μπορεί να αντι-παραβάλει αυτή τη συμμαχία στη Δύση. Οι  Ρώσοι τότε τον σιγοντάριζαν, οπότε και οι δικοί μας πράκτορές τους, είχαν γεμίσει τα κανάλια με τα τούρκικα σήριαλ. Τώρα όμως που έχει ξεκαθαριστεί πως δεν ήταν δικός τους, αλλά θέλησε να γίνει ένας τοπικός Σαντάμ Χουσεΐν (κάτι που δε συγχωρεί η Ρωσία), προσπαθούν να του βάλουν τρικλοποδιές και να του καταφέρουν όσο περισσότερα και καίρια πλήγματα μπορούν (βλέπε διαδηλώσεις στο πάρκο Γκεζί, πολιτική του ευρασιατιστή, δηλαδή ρωσόφιλου, Γκιουλέν εναντίον του κτλ.), οπότε τα τούρκικα σίριαλ σχεδόν χάθηκαν τόσο απότομα όσο ήρθαν.
Αυτή είναι η ρώσικη εκδοχή της εφαρμογής της πολιτικής του καρότου και του μαστίγιου. Τώρα είμαστε στη φάση του μαστίγιου, τότε ήμασταν στη φάση του καρότου. Αφού το καρότο απέτυχε, χρησιμοποιούμε το μαστίγιο.
Η Τουρκία του Ερντογάν είναι το τελευταίο ανάχωμα στην κάθοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο και στην ενεργειακή περικύκλωση της Ευρώπης από τη Ρωσία. Μόνο στο χάρτη να δει κανείς πόσοι αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου περνάνε από το έδαφος της Τουρκίας από την Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή θα καταλάβει τι εννοούμε, και γιατί η Ρωσία και η ανά την περιοχή πράκτορές της έχουν σκυλιάσει με τον Ερντογάν. Άλλωστε, ακριβώς πάνω στην κρίση με το “Μπαρμπαρός” η Ρωσία με τον πολεμικό της στόλο και το Ισραήλ με τα πολεμικά του αεροπλάνα έκαναν “ασκήσεις” ακριβώς δίπλα στην περιοχή που είχε δεσμεύσει η Τουρκία με τη NAVTEX (ναυτική οδηγία) που είχε εκδώσει. Τέλος, ακριβώς πάνω στην ίδια κρίση βρίσκει την ευκαιρία η Ρωσία να καλέσει τον πιστό της πρόεδρο της Κύπρου Αναστασιάδη στη Μόσχα για να υπογράψουν “σημαντικές συμφωνίες”, όπως γράφει ο Τύπος. Ας μην εκπλαγούμε, αν δούμε τον πολεμικό στόλο της Ρωσίας να αποκτά “διευκολύνσεις” στα λιμάνια της Κύπρου με πρόσχημα την “τουρκική απειλή”.
Για όλα αυτά η Τουρκία σίγουρα έχει τις δικές της σοβαρές ευθύνες, αλλά την κύρια ευθύνη την έχουν οι ρωσόδουλοι σε Ελλάδα, Κύπρο, Ισραήλ και Αίγυπτο. Εκεί πρέπει να εστιάσει κανείς την προσοχή του.