Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ ΜΕ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ

• Όχι στους γενοκτόνους της Χεζμπολάχ και της Χαμάς

• Όχι στο προβοκατόρικο παιχνίδι του νεοναζιστικού μετώπου Ρωσίας-Συρίας-Ιράν ενάντια στο Λίβανο

Ο πόλεμος που διεξάγεται αυτή τη στιγμή στο Λίβανο και στη Γάζα είναι ένας πόλεμος που έχει προκληθεί από την τοπική επιθετική συμμαχία Ιράν και Συρίας μέσω των οργάνων τους Χεζμπολάχ και Χαμάς αντίστοιχα. Ένας τέτοιος πόλεμος με πελώριες γεωπολιτικές επιπτώσεις δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την έγκριση του παγκόσμιου νεοναζιστικού σοσιαλιμπεριαλιστικού άξονα Ρωσίας-Κίνας-Ιράν του οποίου ο ηγέτης είναι η πρώτη. Στον πόλεμο αυτό το δίκιο είναι γενικά με το Ισραήλ που διεξάγει ουσιαστικά αμυντικό πόλεμο απέναντι στους εθνοεκκαθαριστές πράκτορες του Ιράν και της Συρίας.
Ο στόχος αυτών που προκάλεσαν αυτόν τον πόλεμο είναι και τοπικός και παγκόσμιος. Ο τοπικός στόχος τους στη μεν Παλαιστίνη είναι να σύρουν τη Φατάχ πίσω από το άρμα της συριακής Χαμάς, στο δε Λίβανο να ξαναδέσουν τις πατριωτικές δυνάμεις πίσω από το συριακό άρμα και το βασικό του εξάρτημα που είναι η Χεζμπολάχ. Ο παγκόσμιος στόχος της προβοκάτσιας είναι να εγκατασταθούν διεθνή στρατεύματα στο Λίβανο με μια τέτοια σύνθεση και με μια τέτοια αποστολή που θα επιτρέψουν στο νεοναζιστικό άξονα και ιδιαίτερα στη Μόσχα να παίξει από δω και μπρος τον επιδιαιτητικό ρόλο σε όλο το χώρο της Μέσης Ανατολής. 
Αυτή η προβοκάτσια γίνεται σε μια στιγμή που το Ιράν έχει κατακτήσει την πολιτική ηγεμονία στο Ιράκ και που ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός βυθισμένος στο τέλμα του Ιράκ και του Αφγανιστάν δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να αμφισβητήσει την πολιτική υπεροχή του νεοναζιστικού άξονα. Οι μόνοι που μπορούν πλέον να το κάνουν είναι οι ίδιες οι χώρες και οι λαοί της Μέσης Ανατολής που αποδεσμευμένοι όλο και περισσότερο από την αμερικανική ταπεινωτική και καταστροφική «προστασία» αρχίζουν να βλέπουν τον αληθινό και κρυμμένο για χρόνια κίνδυνο που αντιπροσωπεύει ο άξονας και να του αντιστέκονται. Λίβανος, Ιορδανία, Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία αρχίζουν να συσπειρώνονται ενάντια στον άξονα Ιράν – Συρίας και να βλέπουν πια με νέο μάτι ένα Ισραήλ που και το ίδιο αναγκαστικά θα αλλάζει. Ήδη έχει αλλάξει γιατί από τη φάση της αλαζονείας και του τοπικού ηγεμονισμού και επεκτατισμού έχει περάσει στη φάση του αμυντικού αγώνα για την ύπαρξη. Ο τρίτος κόσμος ξυπνάει είτε σαν κανίβαλος είτε σα δημοκρατικός αντιιμπεριαλιστικός πολιτισμός. Ποτέ τα πράγματα δεν ήταν πιο επικίνδυνα και πιο αισιόδοξα.

Το κλειδί είναι ο πόλεμος του Λιβάνου

Όπως και σε κάθε πόλεμο που την πολιτική πρωτοβουλία για την εκδήλωσή του έχει ο σοσιαλιμπεριαλισμός έτσι και σε αυτόν το πιο βασικό του στοιχείο είναι η εξασφάλιση της τοπικής και της παγκόσμιας κοινής γνώμης υπέρ εκείνου που τον προκάλεσε. Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα που ο κύριος στόχος των προβοκατόρων είναι περισσότερο το πολιτικό παρά το στρατιωτικό κέρδος πολλά θα κριθούν εκτός από τη μάχη στο έδαφος και από την έκβαση της παγκόσμιας μάχης των εντυπώσεων, δηλαδή της μάχης της προπαγάνδας. Στη δεύτερη αυτή μάχη σε ότι αφορά τη χώρα μας η νίκη του σοσιαλιμπεριαλισμού είναι εξασφαλισμένη από την αρχή. Με τέσσερα κόμματα που οι ηγεσίες τους είναι προ πολλού φιλορώσικες η «εθνική» τηλεοπτική εικόνα είναι εξασφαλισμένη υπέρ του άξονα και από την πρώτη στιγμή το θύμα της επίθεσης, το Ισραήλ, έχει εμφανιστεί σα θύτης. Στον υπόλοιπο κόσμο η μάχη αυτή άργησε περισσότερο να κριθεί, αλλά και εκεί κρίνεται υπέρ του σοσιαλιμπεριαλισμού.
Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι το κράτος του Ισραήλ δέχτηκε απρόκλητη επίθεση από δύο φασιστικά «κράτη εν κράτει» από το νότο του αρχικά και από το βορρά του αμέσως μετά και δίνει δίκαιο-αμυντικό πόλεμο ενάντια και στα δύο. Στην περίπτωση του νότου, δηλαδή την περίπτωση της αιχμαλωσίας του ισραηλινού στρατιώτη από τη Χαμάς, ο επιθετιστής μπορεί κάπως να καλυφθεί σαν τέτοιος γιατί η Παλαιστίνη δεν είναι ένα ανεξάρτητο, αλλά ένα μισοκατεχόμενο και καταπιεζόμενο κράτος και γιατί η φασιστική της κυβέρνηση δέχεται πολιτικό και οικονομικό αποκλεισμό από το Ισραήλ. Όμως στην περίπτωση της Χεζμπολάχ και του Λιβάνου ο επιθετιστής είναι πολύ καθαρός. Χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο ένα κόμμα του Λιβάνου που συμμετέχει στην κυβέρνηση και που διατηρεί στρατό στο νότο της χώρας μπήκε στο έδαφος του Ισραήλ σκότωσε οκτώ στρατιώτες του και απήγαγε δύο. Ύστερα έβαλε σαν όρο για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων την απελευθέρωση λιβανέζων που κρατούνται στις φυλακές του Ισραήλ.

Θα επικεντρώσουμε λοιπόν την ανάλυσή μας στην λιβανο-ισραηλινή σύγκρουση που είναι και η σαφέστερη και η κρισιμότερη στρατιωτικά και πολιτικά, και η οποία γι αυτό το λόγο δίνει το κλειδί στην ανάλυση και των δύο πολεμικών μετώπων. Στο ίδιο φύλλο της Νέας Ανατολής υπάρχει μια εκτεταμένη ανάλυση των αιτίων που οδήγησαν στην αναμέτρηση Ισραήλ-Χαμάς στο νότο, αν και οι δυο επιθέσεις προφανώς συνδέονται μεταξύ τους στα πλαίσια ενός ενιαίου σχεδίου.
Οι υπερασπιστές της Χεζμπολάχ τόσο μέσα στο Λίβανο όσο και παγκόσμια για να αντιστρέψουν τη σχέση επιτιθέμενος-αμυνόμενος και να εμφανίσουν το Ισραήλ σαν τον επιθετιστή προβάλλουν τρεις συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Ο πρώτος και ο πιο βασικός είναι ότι το Ισραήλ κατέχει ένα κομμάτι λιβανέζικου εδάφους, τα «αγροκτήματα της Σεμπάα», οπότε πάντα μπαίνει τάχα για το Λίβανο και τη Χεζμπολάχ θέμα αντικατοχικής εθνικής αντίστασης. Ο δεύτερος λόγος που δεν είναι στρατηγικού χαρακτήρα και χρησιμοποιείται τώρα για να εμφανίσει την απαγωγή των ισραηλινών στρατιωτών σαν απάντηση μιας άλλης πράξης του Ισραήλ είναι ότι αυτό κρατάει στις φυλακές του λιβανέζους μαχητές εδώ και χρόνια. Ο τρίτος λόγος, που τον πρόβαλε ο Πούτιν από την πρώτη στιγμή στη συνεδρίαση των G8, και προβάλλεται μετά το ξέσπασμα του πολέμου είναι ότι το Ισραήλ απαντάει «δυσανάλογα» στη Χεζμπολάχ, δηλαδή επιτίθεται με μαζικούς βομβαρδισμούς και μάλιστα όχι μόνο στους ενόπλους της Χεζμπολάχ και όχι μόνο στο νότιο Λίβανο αλλά σε όλο το Λίβανο όπου εξοντώνει αμάχους και καταστρέφει υποδομές, δηλαδή ασκεί «πολιτική συλλογικής τιμωρίας» σε βάρος όλου του Λιβάνου για κάποιο επιμέρους χτύπημα που δέχτηκε. Σε αυτούς τους ισχυρισμούς θα απαντήσουμε αναλύοντας τις αιτίες που κρύβονται πίσω από το ξέσπασμα αυτού του πολέμου.

Η υπόθεση των αγροκτημάτων της Σεμπάα και οι δυσκολίες για τη συριακή ηγεμονία στο Λίβανο

Η αλήθεια είναι η εξής: Το κράτος του Ισραήλ αποχώρησε από το νότιο Λίβανο το 2000 οριστικά, με μονομερή απόφαση του και χωρίς όρους, συμμορφούμενο με την απόφαση 425 του Συμβουλίου Ασφαλείας του 1978. Σύμφωνα με αυτήν την απόφαση η αποχώρηση του Ισραήλ έπρεπε να γίνει κάτω από μια διεθνώς αναγνωρισμένη συνοριακή γραμμή του Λιβάνου, που ονομάστηκε γαλάζια γραμμή. 
Επρόκειτο για μια αποχώρηση ιστορικής σημασίας για τις ισραηλο-λιβανικές σχέσεις και έγινε με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Μπαράκ του εργατικού κόμματος. Αυτή η αποχώρηση συνάντησε στο Ισραήλ ισχυρότατες αντιστάσεις από το Λικούντ. Η Χεζμπολάχ θριαμβολόγησε αμέσως ότι η αποχώρηση ήταν νίκη του δικού της πολέμου αντίστασης ενάντια στο Ισραήλ αλλά ταυτόχρονα, αντί να θεωρήσει την κατοχή του Λιβάνου τελειωμένη και τη χώρα ακέραιη πλέον, πρόβαλε και μάλιστα έκανε κεντρικό από τότε ζήτημα «εθνικής διεκδίκησης» για το Λίβανο τα αγροκτήματα της Σεμπάα. 
Αυτά τα αγροκτήματα είναι μια λωρίδα γης 45 το πολύ τετραγωνικών χιλιομέτρων και βρίσκονται στο νότο της γαλάζιας γραμμής. (Λέμε το πολύ γιατί στη διεθνή αρθρογραφία η έκταση αυτής της λωρίδας αναφέρεται από 20 έως 45 τ. χλμ.). Αυτή τη λωρίδα δεν την αναγνωρίζει σα λιβανέζικη ο ΟΗΕ αλλά σα συριακή. Αλλά ούτε και η Συρία δεν την αναγνωρίζει σαν λιβανέζικη επίσημα. Όμως και το Ισραήλ δεν θεωρεί αυτή τη λωρίδα δικιά του αφού αναγνωρίζει ότι την κατέλαβε στον πόλεμο του 1967 μαζί με τα στρατηγικά υψώματα του Γκολάν, και ότι ανήκει όπως και εκείνα στη Συρία και θα τα παραδώσει στη Συρία μαζί με τα υψώματα του Γκολάν όταν θα υπάρξει συνολική συμφωνία ειρήνης ανάμεσα στη Συρία και το Ισραήλ. Η Χεζμπολάχ ισχυρίζεται ότι η Συρία αναγνωρίζει ότι η Σεμπάα ανήκει στο Λίβανο. Για να είναι όμως αυτή η αναγνώριση έγκυρη και να νομιμοποιηθεί από τον ΟΗΕ, πρέπει να υπάρξει μια συμφωνία υπογραμμένη από το Λίβανο και τη Συρία που θα κατατεθεί στον ΟΗΕ. Αλλά η Συρία αρνείται να στείλει μια τέτοια γραπτή δήλωση στον ΟΗΕ. Ο ΟΗΕ περίμενε πάντα αυτό το χαρτί και η Συρία επέμενε ότι θα το στείλει, αλλά δεν το έστειλε ποτέ. (Από συνέντευξη του ηγέτη των Λιβανικών Δυνάμεων Σαμίρ Γκεαγκέα στην Επιθεώρηση του Λιβάνου 15 Ιούλη). Γίνεται φανερό ότι η Συρία παίζει διπλό παιχνίδι με τη Σεμπάα. Από τη μια αφήνει στο Λίβανο την εντύπωση ότι του προσφέρει τη Σεμπάα για να μπορεί να στρέφει το Λίβανο ενάντια στο Ισραήλ, από την άλλη όμως δεν του την προσφέρει γιατί κανένας φασίστας δεν παραιτήθηκε ποτέ στ’ αλήθεια από οποιοδήποτε τετραγωνικό μέτρο εδάφους, δικού του ή ξένου. Στην ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια Wikipedia ανάμεσα στα άλλα αναφέρονται τα εξής σχετικά με το ζήτημα της Σεμπάα που επιβεβαιώνουν αυτή μας την εκτίμηση για το βρώμικο ρόλο της Συρίας. «Στις 19 Μαίου ένας off-the-record ομιλητής στο ίδρυμα Μπρούκινγκ (που πρόσκειται στο δημοκρατικό κόμμα των ΗΠΑ) ανέφερε ότι ο ΟΗΕ «για να σύρει τη μπλε γραμμή» κοίταξε παραπάνω από 90 διαφορετικούς χάρτες της περιοχής. Μόνο ένας από αυτούς –που αποδείχτηκε πλαστογραφία– έδειξε τα αγροκτήματα της Σεμπάα σα Λιβανικά». Η Νάνσυ Σόντερμπεργκ υψηλόβαθμο στέλεχος της αντιπροσωπείας των ΗΠΑ στον ΟΗΕ πρόβαλε έναν ανάλογο ισχυρισμό λέγοντας ότι «όταν έγινε φανερό ότι οι ισραηλινοί θα έφευγαν εντελώς από το Λίβανο Σύριοι και Λιβανέζοι επίσημοι κατασκεύασαν το μύθο ότι αυτή η μικρή, αραιοκατοικημένη περιοχή ήταν μέρος του Λιβάνου. Κατασκεύασαν μάλιστα ένα χοντροκομμένα πλαστογραφημένο χάρτη για να στηρίξουν τον αμφίβολο ισχυρισμό τους. Εγώ και οι επίσημοι των Ηνωμένων Εθνών πήγαμε στο δωμάτιο χαρτών των Ηνωμένων Εθνών και κοιτάξαμε όλους τους χάρτες της περιοχής που βρίσκονταν στους φακέλους για δεκαετίες. Όλοι έδειχναν καθαρά τα αγροκτήματα στη Συρία». 
Αυτές οι μαρτυρίες που προφανώς δεν έχουν καμιά αξία για τους «υπαρξιακά αντιαμερικανούς» διασταυρώνονται από δύο πολύ πιο αναντίρρητες πηγές. Η μία είναι η ίδια η απόφαση του ΟΗΕ να τοποθετήσει και να επιμένει να τοποθετεί τα αγροκτήματα της Σεμπάα έξω από τη μπλε γραμμή, δηλαδή έξω από το έδαφος του Λιβάνου και να τα αναγνωρίζει σα συριακό έδαφος και η άλλη είναι η συντριπτική μαρτυρία του αναμφίβολα αντιισραηλινού δρούζου ηγέτη του Λιβάνου Ουαλίντ Τζουμπλάντ. Σύμφωνα με άρθρο της εφημερίδας του Λιβάνου «Τάιμς της Βηρυτού» στις 13 Φλεβάρη του 2006 αυτός έδειξε το χάρτη που κατατέθηκε στον ΟΗΕ από το Λίβανο και ο οποίος περιλαμβάνει τα αγροκτήματα στο λιβανικό έδαφος και αποκάλυψε ότι είναι ένας «χάρτης μαϊμού» στον οποίο το σύνορο έχει μετατοπιστεί. Πραγματικά ως την τελευταία στιγμή και πριν σχηματιστεί η νέα κυβέρνηση Σινιόρα μόνος του ο Τζουμπλάντ ανάμεσα σε όλα τα μεγάλα κόμματα του Λιβάνου επέμενε ότι τα αγροκτήματα δεν ανήκουν στη χώρα του. Τελικά σύρθηκε από τη Χεζμπολάχ και υπέγραψε κοινή δήλωση με αυτή για να αποσπάσει εκλογική συμμαχία μαζί της με στόχο να εξασφαλίσει μερικές παραπάνω έδρες για το κόμμα του στη νέα Βουλή. 
Αυτά λοιπόν τα 45 τετραγωνικά χιλιόμετρα της Σεμπάα ήταν το βασικό στρατηγικό πρόσχημα που επέτρεψε στη Χεζμπολάχ να εγκατασταθεί για τα καλά στο Νότο ακόμα και μετά την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων. Κυρίως επέτρεψε σε αυτήν την πρακτόρικη δύναμη να εμφανιστεί στα μάτια του λιβανικού λαού σαν ο συνεχιστής του αγώνα της απελευθέρωσης! Στην ουσία τα κτήματα της Σεμπάα ήταν ένα ιδεολογικό και πολιτικό δηλητήριο βραδείας αντίδρασης που η Συρία έσταξε στο σώμα του λιβανικού κράτους πριν τραβηχτεί από πάνω του. Οι εδαφικές διεκδικήσεις είναι το πιο ισχυρό εργαλείο με το οποίο ο κάθε φασισμός και ο κάθε ιμπεριαλισμός μπορεί να σέρνει πίσω του ένα ολόκληρο έθνος. Αυτό μας το δίδαξε καλύτερα από τον κάθε άλλον ο πράκτορας της Ρωσίας Α. Παπανδρέου που έσυρε όλη τη χώρα αρχικά ενάντια στην Τουρκία, από κει ενάντια στη Δύση, και τελικά πίσω από το ρώσικο άρμα εκμεταλλευόμενος αρχικά το κυπριακό εδαφικό όνειρο της αστικής τάξης και μετά από το ’74 οξύνοντας τις δευτερεύουσες κυριαρχικές διαφορές γεωγραφικού τύπου στο Αιγαίο. Οι προβοκάτορες ξέρουν καλά ότι η εικόνα της εδαφικής κυριαρχίας είναι πολύ πιο σαφής και πιο κατανοητή στις μάζες από την εικόνα της οικονομικής και της πολιτικής κυριαρχίας ενός έθνους και ενός κράτους. Ξέρουν επίσης ότι η καθ αυτό εδαφική επέκταση είναι πιο «κινητοποιητική» δύναμη για τις χειρότερες μερίδες της άρχουσας τάξης, τις γαιοκτητικές ραντιέρικες, τις γραφειοκρατικές επεκτατικές και βέβαια τις φεουδαρχικές και μισοφεουδαρχικές δυνάμεις μιας χώρας. Σε αυτές στηρίζεται ο ιμπεριαλισμός για να ηγεμονεύσει πάνω στα πιο προοδευτικά κομμάτια της αστικής τάξης και από κει πάνω σε όλο το λαό. Πάντως η θέση για τη Σεμπάα έχει επιβληθεί με δυσκολία στη λιβανέζικη αστική τάξη, που είναι κυρίως εμπορική με διεθνή οικονομικό ορίζοντα και δεν κουβαλάει την γραφειοκρατική και μεγαλοϊδεατική αναπηρία με την οποία κληροδότησε την ελληνική το καποδιστριακό κράτος. Στην Ελλάδα δεν θα υπήρχε ποτέ Τζουμπλάντ ή αν υπήρχε δεν θα είχε καμιά εξουσία σαν αστός. Είναι σημαντικό ότι αυτός παρά τον οπορτουνισμό του στις εκλογές συνέχισε να διαφωνεί με τη λιβανικότητα των «αγροκτημάτων» και μάλιστα αντιτάχθηκε όσο μπορούσε για να μην απομονωθεί εντελώς στην ομόφωνη αντίστοιχη απόφαση του «εθνικού διαλόγου» (Μοντ, 16 Μάρτη 2006). Πάντως έτσι ή αλλιώς τα μερικές δεκάδες χιλιάδες στρέμματα της Σεμπάα έχουν περάσει σαν η νούμερο ένα διεκδίκηση του κατατεμαχισμένου και καταταλαιπωρημένου Λιβάνου. 
Έτσι αμέσως μετά την αποχώρηση των ισραηλινών η Χεζμπολάχ στρώθηκε στη δουλειά που ήταν να αναγεννήσει τον «εχθρό» που ο Λίβανος μόλις έχασε ώστε να έχει πάντα την ανάγκη της συριακής προστασίας. Στα γρήγορα έκανε το πιο βασικό για να διατηρήσει την ένταση: Απήγαγε ισραηλινούς στρατιώτες και άρχισε πράξεις παρενόχλησης των ισραηλινών συνοριακών στρατευμάτων και του άμαχου πληθυσμού με κατά καιρούς εκτοξεύσεις βλημάτων «κατιούσα» στις συνοριακές πόλεις. Μια από αυτές το Δεκέμβρη του 2005 κατέστρεψε σπίτια της ισραηλινής πόλης Κιριάτ Σμόνα και τραυμάτισε 3 άτομα. Η παραβίαση των συνόρων από την πλευρά της Χεζμπολάχ ήταν συστηματική όλα αυτά τα χρόνια και ως τώρα δεν δέχτηκε ποτέ πραγματική μαζική απάντηση από το Ισραήλ. Μάλιστα στην περίπτωση της αιχμαλωσίας των 3 ισραηλινών στρατιωτών το Ισραήλ δέχτηκε να ανταλλάξει τις σωρούς τους (γιατί τελικά εκτελέστηκαν) με κρατούμενους της Χεζμπολάχ και με πάνω από 400 παλαιστίνιους το Γενάρη του 2004. Αυτή η αποδοχή του εκβιασμού της απαγωγής έγινε πάλι ένα λάφυρο πολέμου από τη Χεζμπολάχ που το χρησιμοποίησε για να αποκτήσει μυθικό κύρος και στο σιίτικο πληθυσμό του Λιβάνου και ευρύτερα μέσα στον αραβικό πληθυσμό αφού ήταν μια ακόμα απόδειξη της ικανότητας της Χεζμπολάχ να ταπεινώνει τους ανίκητους για τον αραβικό κόσμο «εβραιοσιωνιστές».

Η αποχώρηση του Ισραήλ από το Λίβανο δυναμώνει τον αντισυριακό αγώνα και βάζει πρόβλημα στην ηγεμονία της Χεζμπολάχ.

Η στάση του Ισραήλ να μην πέσει στην παγίδα της πολεμικής αναμέτρησης όλα αυτά τα χρόνια που αποχώρησε από το Λίβανο έδωσε στο ίδιο μια διπλωματική νίκη που τώρα χρησιμοποιεί, και ταυτόχρονα μια εξαιρετική διεθνή ώθηση στις προοδευτικές εσωτερικές εξελίξεις στο Λίβανο. Πρόκειται για την απόφαση 1599 του Σεπτέμβρη του 2004 του Συμβουλίου Ασφαλείας που εκφράζει τη θέληση του λιβανικού λαού αλλά και την αντισυριακή-αντι-ιρανική συμμαχία ΗΠΑ και Γαλλίας στα ζητήματα του Λιβάνου. Με αυτήν καλούνται όλα τα ξένα στρατεύματα να αποχωρήσουν από το Λίβανο. (Χωρίς να αναφέρονται ρητά εννοούνται σαφώς τα συριακά). Επίσης καλείται η κυβέρνηση του Λιβάνου να αφοπλίσει τη Χεζμπολάχ και να εγκαταστήσει στο νότο της χώρας τον τακτικό λιβανικό στρατό στη θέση της. Αυτή η απόφαση δεν πάρθηκε σα μια επιβράβευση της αυτοσυγκράτησης του Ισραήλ στην περίοδο 2000-2004 αλλά σαν αποτέλεσμα της εσωτερικής και διεθνούς πίεσης του μεγαλειώδους εθνο-ανεξαρτησιακού και δημοκρατικού αγώνα του λιβανικού λαού ενάντια στη Συρία. Δίχως την αποχώρηση του Ισραήλ και τη μη ανάμειξή του στις εσωτερικές υποθέσεις του Λιβάνου θα ήταν αδύνατο να υπάρξει εθνικο-ανεξαρτησιακό αντισυριακό κίνημα στη χώρα αυτή. Η Συρία ασκούσε την εξουσία της όλα αυτά τα χρόνια δείχνοντας σαν κύριο εχθρό του έθνους το Ισραήλ. Μόλις το Ισραήλ έφυγε αποδείχτηκε ότι ο αληθινός βάρβαρος ήταν η ίδια. Αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο έγινε ιστορική αναγκαιότητα η αποχώρηση του συριακού στρατού από το Λίβανο την άνοιξη του 2005 μετά από 24 χρόνια κατοχής. 
Η αποχώρηση των συριακών στρατευμάτων δεν ήταν ωστόσο μια πλήρης αποχώρηση, για αυτό και υπήρξε αναίμακτη. Η Συρία δεν είναι απλά μια γειτονική χώρα για το Λίβανο, είναι ο πιο άμεσος εκπρόσωπος της ιρανοσυριακής συμμαχίας και ο πιο πιστός υπηρέτης του ρώσικου σοσιαλιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή. Πως λοιπόν θα έφευγε ο σοσιαλιμπεριαλισμός στα αλήθεια από το Λίβανο μόνο με μερικές διαδηλώσεις όσο και μεγαλειώδεις και αν ήταν; Το μόνο που του επιτρεπόταν και που μπορούσε να πραγματοποιηθεί αναίμακτα ήταν μια μερική αποχώρησή του, που σήμαινε μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η Συρία θα συνέχιζε να διοικεί τη χώρα ύστερα από την ανοιχτή κατάργηση της εξουσίας της. 
Έτσι λοιπόν η επίσημη Συρία έφυγε αλλά άφησε μέσα στο Λίβανο τους ανθρώπους της και τους καταπιεστικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς στους οποίους στηριζόταν η εξουσία της. Θα χρειαζόταν μια συνέχιση του πολιτικού εθνο-ανεξαρτησιακού αγώνα και μάλλον ένας νέος στρατιωτικός αγώνας για να απομακρυνθούν αυτοί οι άνθρωποι και κυρίως αυτοί οι μηχανισμοί. Γιατί όλοι ξέρουν ότι όταν έρθει η στιγμή κατά την οποία οι βαθιοί μηχανισμοί κινδυνεύουν τότε έρχεται και η ώρα του αίματος. Αποδείχτηκε ότι αυτή η μεγάλη σύγκρουση δεν ήταν και πολύ μακριά. Οι μηχανισμοί άρχισαν να κινδυνεύουν από την ώρα που άρχισε να κινδυνεύει ο μεγαλύτερος από αυτούς, η Χεζμπολάχ.
Η Χεζμπολάχ είναι το υπερόπλο που άφησε η Συρία μέσα στο Λίβανο. Είναι το πολιτικό και στρατιωτικό της προπύργιο. Αυτό φάνηκε από την πρώτη στιγμή της αποχώρησης των συριακών στρατευμάτων την άνοιξη του 2005 όταν δυνάμωσε το πολιτικό κίνημα της ανεξαρτησίας και συνεχίστηκαν οι πολιτικές δολοφονίες ισχυρών αντισυριακών στελεχών, πολιτικών και δημοσιογράφων ακόμα και μετά τη δολοφονία Χαρίρι που ήταν ο καταλύτης για την εξέγερση ενάντια στη Συρία. Τότε η Χεζμπολάχ οργάνωσε μια φιλοσυριακή διαδήλωση εκατοντάδων χιλιάδων υπέρ της Συρίας βάζοντας το βέτο της στον εθνικο-ανεξαρτησιακό αγώνα του λιβανικού λαού. Το αντισυριακό μέτωπο απάντησε τότε σε αυτήν την ελεεινή πρόκληση κατεβάζοντας πάνω από ενάμιση εκατομμύριο κόσμο και υποχρεώνοντας τελικά σε αποχώρηση τον κατοχικό στρατό της Συρίας. Αλλά το βέτο δεν χάθηκε. Η πραγματική συριακή ηγεμονία στο Λίβανο φάνηκε μετά τις πρώτες ελεύθερες λιβανικές εκλογές και ιδιαίτερα μετά το σχηματισμό της πρώτης μετα-συριακής κυβέρνησης Σινιόρα στην οποία ενώ υποτίθεται οι αντισυριακές πολιτικές δυνάμεις είχαν την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε ο λαός που τις ψήφισε, οι φιλοσυριακές πήραν τα βασικά υπουργεία. Τώρα με το ξέσπασμα του πολέμου ο παράγοντας Συρία σαν εσωτερικός παράγοντας φαίνεται εντελώς καθαρά.
Τα δημοσιογραφικά στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας και που διασταυρώνονται με την πολιτική μας ανάλυση μας βεβαιώνουν ότι η Χεζμπολάχ ναι μεν στηρίζεται οικονομικά κυρίως από το Ιράν και έχει με αυτό βαθιές ιδεολογικές συγγένειες, αλλά η πολιτική της και στρατιωτική καθοδήγηση βρίσκεται στα χέρια της Συρίας. Και είναι φυσικό. Μόλις τώρα τελευταία με την άνοδο του Αχμαντινετζάντ η Ρωσία αρχίζει να αποκτάει ουσιαστικά πολιτικά ερείσματα στο εσωτερικό του Ιράν. Αντίθετα η Συρία, πολύ πιο αδύναμη οικονομικά από το Ιράν και πολύ πιο εκτεθειμένη στρατιωτικά από αυτό είναι εξαιρετικά εξαρτημένη από την πολύχρονη στρατιωτική και διπλωματική στήριξη του Κρεμλίνου που ξέρουμε πόσο μπορεί να διαβρώνει τους κρατικούς μηχανισμούς των χωρών που εξαρτά. Ιδιαίτερα μετά το θάνατο του σοβινιστή πατέρα Άσσαντ η Μόσχα έχει μετατρέψει σε μαριονέτα το καθεστώς του γιου του. Ποτέ η Μόσχα δεν θα άφηνε να κερδίσουν οι μουλάδες του Ιράν οποιονδήποτε έλεγχο στην περιοχή τον οποίο μπορεί να εξασφαλίσει η Συρία. Είναι χαρακτηριστικό ότι και η έδρα της Χαμάς βρίσκεται στη Δαμασκό όπου περνάει με ασφάλεια τις μέρες του ο αρχηγός της Μεσάαλ. Είναι επίσης πολύ χαρακτηριστική η περίπτωση του Ιράκ. Εκεί έπεσε ο άνθρωπος των σοβινιστών μουλάδων του Ιράν Τζααφαρί και μετά από μια σκληρή εσωτερική πάλη μέσα στο σιιτικό μπλοκ και με τη βοήθεια της πάντα «οξυδερκούς» αμερικανικής διπλωματίας για να έρθει τελικά στην πρωθυπουργία του Ιράκ ο προφανώς πιο «μετριοπαθής» άνθρωπος της Συρίας Μαλίκι. 
Ο λιβανέζος ηγέτης της Χεζμπολάχ Νασράλλα μπορεί να σπούδασε τον ισλαμοφασισμό στο Ιράκ και στο Ιράν από τους ιρανούς μουλάδες, όμως υπήρξε προηγούμενα στέλεχος της πρακτόρικης συριακής Αμάλ. Στα 1983 γεννήθηκε η Χεζμπολάχ κάτω από την επίδραση του ιρανικού ιερατείου στους σιίτες του Λιβάνου και σε αντίθεση με τη φιλοσυριακή Αμάλ. Ο Νασράλλα έφυγε από την Αμάλ, χώθηκε μέσα στη Χεζμπολάχ και ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία. Στις εκλογές του 1989 διώχτηκε από την ψηλή του θέση, όμως επέστρεψε αργότερα και κάτω από την πίεση της Συρίας πάνω στη Χεζμπολάχ ανέβηκε στην ηγεσία της μαζί με άλλο ένα στέλεχος ονόματι Ιμπραήμ Αλ Αμίν. Μετά το θάνατο του φιλοϊρανού ηγέτη της Χεζμπολάχ Μουσάουι από επίθεση του Ισραήλ έγινε αρχηγός ο Νασράλλα (Μοντ, 26 Μάη 1991). Δεν αποκλείεται να έβαλε σε αυτή τη δολοφονία και το χεράκι της η Συρία όπως συνηθίζει όταν θέλει να ξεφορτωθεί κάποιον που της δημιουργεί προβλήματα. Δες έξωση Αραφάτ, ΟΑΠ από το Λίβανο σε συνεργασία με το Ισραήλ. 
Η Χεζμπολάχ έχει δυο βασικές λειτουργίες μέσα στο Λίβανο για λογαριασμό του προστάτη της αφότου αποχώρησε ο στρατός του εκτός από το ρόλο του προβοκάτορα του Ισραήλ. Ο πρώτος ρόλος είναι ο ρόλος του στρατιωτικού ηγεμόνα της χώρας και ο δεύτερος του πολιτικού ηγεμόνα. 
Ο Λιβανικός στρατός των 60000 στρατιωτών είναι πιο πολυάριθμος από τον στρατό των 15000 της Χεζμπολάχ αλλά δεν έχει καμιά σχέση με εκείνον σε ποιότητα. Ο στρατός της Χεζμπολάχ είναι εξοπλισμένος με τα τελειότερα όπλα που του παρέχει αφειδώς η Συρία και το Ιράν, είναι εξαιρετικά καλά εκπαιδευμένος από σύριους και ιρανούς συμβούλους και, το κυριότερο όπως κάθε στρατός χιτλερικού τύπου είναι καλά συγκροτημένος στο ιδεολογικό και οργανωτικό επίπεδο. Παντού στο νότιο Λίβανο έχει σκάψει βαθιά καταφύγια ενώ βορειότερα, ιδιαίτερα στην Τύρο και ανατολικά στην Μπααλμπέκ έχει εγκαταστήσει ιρανικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς και μεγάλου διαμετρήματος που μπορούν να πλήξουν το Ισραήλ σε βάθος 150-200 χλμ. Πρόκειται για τα βλήματα Ζελζαλ 1 και 2 από τα οποία η Χεζμπολάχ διαθέτει 50 (Μοντ, 20 Ιούλη 2006). Από την αμυντική πλευρά ο στρατός της Χ. έχει σκάψει στο νότιο Λίβανο ένα καλά οργανωμένο σύμπλεγμα ισχυρών καταφυγίων που τα συνδυάζει με εφοδιασμένα με λέηζερ αντιαρματικά και με καλοσχεδιασμένες νάρκες που μπορούν να διατρήσουν το θώρακα ενός εξελιγμένου τανκ (Τάιμς Ν. Υόρκης, 18 Ιούλη). Αυτές οι ιδιότητες έχουν αποδειχθεί με τον πιο ανάγλυφο τρόπο στις μάχες σώμα με σώμα που τώρα είναι σε εξέλιξη στο νότιο Λίβανο.
Αντίθετα ο λιβανικός στρατός, προφανώς επίτηδες για να μη μπορεί να αντιταχθεί στη συριακή κατοχή, έμεινε υποανάπτυκτος αφού το μεγαλύτερο μέρος του έχει σχέση με καθήκοντα διατήρησης της τάξης και επιμελητείας και όχι με καθήκοντα πολέμου. Τα καλύτερα όπλα του είναι αμερικάνικα τάνκς από τον πόλεμο της Κορέας. Οι ειδικοί εκτιμάνε ότι μόνο 15000 στρατιώτες σε αυτόν βρίσκονται σε ένα καλό επίπεδο. Ανάμεσα σε αυτές τις δυνάμεις η πιο οργανωμένη είναι η προεδρική φρουρά που είναι εξουσιοδοτημένη να φυλάει και να δέχεται διαταγές από τον εγκάθετο της Συρίας, πιο μισητό άνθρωπο των πατριωτικών δυνάμεων και αμφισβητούμενο πρόεδρο της χώρας Λαχούντ. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι και αυτός ο στρατός αποτελείται κατά 50% από σιίτες που στην πλειοψηφία τους είναι συμπαθούντες της Χεζμπολάχ, ενώ όλα σχεδόν τα στελέχη του έχουν σπουδάσει στη Συρία και έχουν ανέβει στην επετηρίδα από τον επί 29 ολόκληρα χρόνια υπεύθυνο των στρατολογιών, των προαγωγών και των τοποθετήσεων, που ήταν η Συρία. Ήδη στελέχη της σημερινής κυβέρνησης βεβαιώνουν ότι ορισμένα στοιχεία του στρατού μεταφέρουν όπλα στη Χεζμπολάχ (Μοντ, 20 Ιούλη). Η πολιτική έκφραση του ελέγχου αυτού του αδύναμου και μισοδιασπασμένου στρατού από τη Συρία είναι το ότι υπουργός άμυνας της νέας κυβέρνησης του Λιβάνου είναι ο Ελίας Νουρ, άνθρωπος του Λαχούντ. Την ίδια ώρα έχουν αφοπλιστεί οι χριστιανικές πολιτοφυλακές και οι πολιτοφυλακές των Δρούζων που πάνω τους στηριζόταν η βία που θα μπορούσαν να αντιτάξουν οι ανεξαρτησιακές δυνάμεις στη βία της Συρίας ή της Χεζμπολάχ.
Παράλληλα με αυτή τη στρατιωτική ηγεμονία η Χεζμπολάχ παίζει ρυθμιστικό ρόλο πολιτικά μέσα στο Λίβανο σαν πρώτο κόμμα θρησκευτικής ομάδας και σαν πολιτικός ηγεμόνας όλων των αντιανεξαρτησιακών και αντιδημοκρατικών δυνάμεων. Αυτές παρόλο που αριθμητικά νικήθηκαν στις εκλογές αξιοποίησαν το αδιέξοδο και διασπαστικό εκλογικό σύστημα που είχε κληρονομήσει στη χώρα η συριακή κατοχή, άνοιξαν νέα και συχνά απροσδόκητα ρήγματα ανάμεσα στα πατριωτικά κόμματα στη βάση των παραδοσιακών θρησκευτικο-κοινοτικών τους διαφορών και τελικά εξασφάλισαν την είσοδο της Χεζμπολάχ στη νέα υποτίθεται αντισυριακή κυβέρνηση. Ταυτόχρονα απόσπασαν τη μερίδα του λέοντος στα βασικά υπουργεία. Εξασφάλισαν εκτός από το υπουργείο Άμυνας, το υπουργείο Εξωτερικών (Χεζμπολάχ), το Δικαιοσύνης (Λαχούντ) στο οποίο πέφτει το βάρος για τη διερεύνηση των συριακών δολοφονιών (ήδη διεξάγονται έρευνες εναντίον 4 φιλοσύρων αξιωματικών του λιβανικού στρατού), το υπουργείο Ενέργειας και Υδάτων (Χεζμπολάχ), το Υπουργείο Γεωργίας (Αμάλ), το υπουργείο Εργασίας (Χεζμπολάχ), το υπουργείο Υγείας (Αμάλ) και το υπουργείο Περιβάλλοντος (Λαχούντ). Επίσης εξασφάλισαν την προεδρία της νέας βουλής από τον Ναμπίχ Μπέρι αρχηγό της Αμάλ. Οι πατριωτικές δυνάμεις πήραν το υπουργείο Εσωτερικών και τα υπόλοιπα κυρίως οικονομικά υπουργεία. Αυτό που φάνηκε σαν η πιο μεγάλη νίκη τους, η κατάκτηση της πρωθυπουργίας με τον Φουάντ Σινιόρα, είναι η πιο μεγάλη τραγωδία τους. Αυτός ήταν παλιός συνεργάτης του Χαρίρι, και παρίστανε το μεγάλο φιλοδυτικό οικονομικό παράγοντα, αλλά από την πρώτη στιγμή της νέας κυβέρνησης φροντίζει να σέρνει όλο το Λίβανο πίσω από τη Χεζμπολάχ και τη Συρία. Ιδιαίτερα είναι καθοριστική για τις τοπικές και παγκόσμιες εξελίξεις η στάση του σε αυτόν εδώ τον πόλεμο. 
Όμως αυτή η ευνοϊκή για τη Συρία κυβερνητική σύνθεση και η πολιτικοστρατιωτική δύναμη της Χεζμπολάχ δεν θα μπορούσαν από μόνα τους να καταπνίξουν τη συνέχιση και ολοκλήρωση του αγώνα του λιβανέζικου λαού για ανεξαρτησία και δημοκρατία. Ίσα-ίσα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα να ενταθούν οι πιέσεις προς την κυβέρνηση να ικανοποιήσει τη βασική της δέσμευση που ήταν να καταργηθεί ο ξεχωριστός στρατός της Χεζμπολάχ και να παραδώσει τα όπλα του στον ενιαίο στρατό του Λιβάνου μέσα στον οποίο θα μπορούν να συμμετέχουν και τα μέλη του στρατού της Χεζμπολάχ. Σαν ισχυρό διεθνές χαρτί του το εσωτερικό πατριωτικό και δημοκρατικό μέτωπο είχε και την απόφαση 1559 που πέρα από την πολιτική της αξία σήμαινε, ουσιαστικά τη στήριξη της ΕΕ και των ΗΠΑ στο ζήτημα αυτό. Από την ώρα που αποχώρησε ο στρατός της Συρίας μέχρι την ώρα που άρχισε ο νέος αυτός πόλεμος αυτό το ζήτημα του αφοπλισμού της Χεζμπολάχ ή έστω της ένταξής της στο Λιβανικό στρατό ήταν στο κέντρο της πολιτικής ζωής του Λιβάνου δίπλα στο ζήτημα της τιμωρίας των υπευθύνων για τις δολοφονίες των αντισυριακών προσωπικοτήτων. Ήδη είχε ξεκινήσει με αυτό το σκοπό μια σειρά κομματικών συνεννοήσεων, συζητήσεων και διεργασιών μεταξύ όλων των κομμάτων που ονομάστηκε «συνέδριο διαλόγου» ή όπως λέγεται συνήθως «εθνικός διάλογος». Ο τελευταίος γύρος αυτού του διαλόγου είχε συμφωνηθεί να είναι στις 25 του Ιούλη όπου η Χεζμπολάχ θα δεχόταν πιο συντονισμένες και πιο έντονες πιέσεις να δεχτεί μια διευθέτηση για το στρατό της στο νότο ή το στρατό της «αντίστασης» όπως η ίδια επέβαλε σε όλους να ονομάζεται αυτός.

Η προβοκατόρικη επίθεση της Χεζμπολάχ

Η επίθεση της Χεζμπολάχ στο Ισραήλ στις 12 Ιούλη με την απαγωγή των δύο στρατιωτών όχι μόνο ανέκοψε όλη αυτή τη διαδικασία αλλά και είχε σαν προγραμματισμένο αποτέλεσμα να σύρει όλη την αντισυριακή πλειοψηφία πίσω από τη Χεζμπολάχ και τη φιλοσυριακή τάση της αστικής τάξης. Επρόκειτο για μια πολύ καλά μελετημένη προβοκάτσια που προεξοφλούσε την αντεπίθεση του Ισραήλ και την αντιισραηλινή συσπείρωση που αυτή θα προκαλούσε. Είναι στον καθένα φανερό ότι τις συμμαχίες τις καθορίζει ο κοινός κύριος εχθρός και όλο το ζήτημα ήταν να περάσει σαν κοινός κύριος εχθρός του Λιβάνου το Ισραήλ. Σε αυτή την περίπτωση οι φιλοσυριακές δυνάμεις και η ίδια η Συρία θα περνούσαν αυτόματα για σύμμαχοι του Λιβάνου.
Οι προβοκάτορες δεν διάλεξαν τυχαία σαν δικό τους πρώτο χτύπημα την απαγωγή των στρατιωτών. Θέλανε να προκαλέσουν μια μαζική απάντηση από το Ισραήλ, αλλά δεν ήθελαν να αποδειχτεί στους αντισύριους του Λιβάνου και στη διεθνή κοινή γνώμη ότι οι ίδιοι την προκάλεσαν συνειδητά. Διάλεξαν λοιπόν τη μέθοδο της απαγωγής στρατιωτών για να ισχυριστούν ότι στην απαγωγή του 2000 το Ισραήλ δεν είχε απαντήσει με πόλεμο αλλά με ανταλλαγή αιχμαλώτων, πράγμα που υποτίθεται περίμεναν να κάνει και τώρα. Αυτό ισχυρίστηκε στη συνέντευξη τύπου που έδωσε για να ρίξει την ευθύνη του πολέμου στο Ισραήλ ο υπουργός Ενέργειας της Χεζμπολάχ Μοχάμεντ Φνάιχ λέγοντας ότι το «κόμμα του μπήκε σε μια μάχη που δεν είχε προβλέψει… στόχος του ήταν απλά να συνεχίσει τις συνηθισμένες επιχειρήσεις αντίστασης για να απελευθερώσει τους κρατούμενους που σαπίζουν στις ισραηλινές φυλακές… ότι ήταν η δεκάτη φορά που η Χεζμπολάχ προσπαθούσε να συλλάβει ισραηλινούς στρατιώτες, άλλες εκ των οποίων απέτυχαν και άλλες δεν έγιναν γνωστές..». Και ο Φνάιχ συνέχισε με τη γνωστή θέση περί «προσχηματικής» επίθεσης του Ισραήλ που παπαγαλίζει ο παγκόσμιος σοσιαλφασισμός ότι δηλαδή η «δυσανάλογη με τις απαγωγές» επίθεση του Ισραήλ κατά των αμάχων και των υποδομών «εγγράφεται στα πλαίσια μιας προαποφασισμένης δραστηριότητας για να εκμηδενιστεί ο ρόλος της Χεζμπολάχ…Το Ισραήλ απλά περίμενε ένα πρόσχημα για να εξαπολύσει μια μεγάλης κλίμακας επίθεση ενάντια στη χώρα» (Orient le Jour, έγκυρη γαλλόφωνη εφημερίδα της Βηρυτού, 22 Ιούλη). 
Το επιχείρημα περί «συνηθισμένης» επιχείρησης είναι μια καθαρή επινόηση. Απαγωγές που σχεδιάστηκαν, αλλά δεν πραγματοποιήθηκαν δεν είναι απαγωγές και η ελάχιστη ως μηδενική αντίδραση του Ισραήλ σε αυτές τις «μη πραγματοποιημένες απαγωγές» δεν μπορεί να δημιουργεί κανένα προηγούμενο ανάλογης αντίδρασης στο μέλλον. Στην πράξη και αποδειγμένα υπάρχει μόνο μια απαγωγή στρατιωτών του Ισραήλ από τότε που αυτό αποχώρησε από το Λίβανο στις 16 Ιουνίου το 2000. Υπάρχει η απαγωγή των τριών στρατιωτών στις 10 Οκτωβρίου του 2000, δηλαδή μόλις 4 μήνες μετά την αποχώρηση του ισραηλινού στρατού από το Λίβανο. Αυτοί πράγματι ανταλλάχτηκαν από την κυβέρνηση Σαρόν, αν και νεκροί πλέον, μετά από 4 χρόνια, το 2004, με 23 λιβανέζους κρατούμενους, 12 κρατούμενους από άλλες αραβικές χώρες και με πάνω από 400 παλαιστίνιους κρατούμενους. 
Αλλά αυτή η ανταλλαγή είναι προϊόν διαφορετικών συνθηκών και μιας διαφορετικής ιστορικής συγκυρίας.
Τότε η απαγωγή είχε σαν ανομολόγητο πολιτικό στόχο την ταπείνωση του Ισραήλ και την αύξηση του κύρους της Χεζμπολάχ μέσα στους σιίτικους πληθυσμούς γιατί ήταν σαφές ότι το Ισραήλ δεν θα απαντούσε με μαζική εισβολή. Γιατί τότε το αίτημα της ανταλλαγής αιχμαλώτων που πρόβαλε η Χεζμπολάχ είχε μια πραγματική βάση. Το Ισραήλ είχε μόλις αποχωρήσει αλλά είχε τα χέρια του δεκάδες λιβανέζους κρατούμενους που θεωρούνταν από όλο τον κόσμο αιχμάλωτοι πολέμου, ακριβώς όπως η παρουσία του Ισραήλ στο Λίβανο θεωρούνταν από όλους, και ήταν, κατοχή. Οι λιβανέζοι αιχμάλωτοι ήταν λοιπόν τότε ένα πραγματικό υπόλειμμα της προηγούμενης φάσης. Άλλωστε μέχρι εκείνη τη στιγμή η μέθοδος της απαγωγής ήταν μια μέθοδος που χρησιμοποιούσε και το ίδιο το Ισραήλ για να εξασφαλίζει την ανταλλαγή αιχμαλώτων του στα πλαίσια της λειτουργίας του σαν κατοχική δύναμη του Λιβάνου. Τέτοιες ανταλλαγές ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Χεζμπολάχ έγιναν οκτώ μόνο ανάμεσα στο 1985 και το 1991 (Μοντ, 18 Αυγούστου 1991). Όμως η εποχή των ανταλλαγών είχε ουσιαστικά παρέλθει μετά την αποχώρηση από το Λίβανο. Αυτό το απαιτούσε και μια απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ισραήλ που είχε ήδη αποφασίσει λίγους μήνες πριν την αποχώρηση ότι δεν μπορούσε ο ισραηλινός στρατός να κρατάει λιβανέζους αιχμαλώτους σα «μέσο ανταλλαγής» για να πετυχαίνει την απελευθέρωση των ισραηλινών αιχμαλώτων. Είναι και με τη βοήθεια αυτής της απόφασης που τελικά η Χεζμπολάχ πέτυχε την απελευθέρωση της συντριπτικής πλειοψηφίας των λιβανέζων κρατουμένων το 2004. Από κει και πέρα η Χεζμπολάχ έδειξε ενδιαφέρον για ουσιαστικά τρεις κρατούμενους που το Ισραήλ κράτησε τελικά έξω από την ανταλλαγή, που τα δύο ήταν ηγετικά στελέχη της Χεζμπολάχ και της Αμάλ αντίστοιχα. Ο πρώτος είναι ο Abdel Karim Obeid παλιός πνευματικός ηγέτης της Χεζμπολάχ και στρατιωτικός ηγέτης των επιχειρήσεών της στο νότιο Λίβανο και ο δεύτερος ο Moustafa Dirani πρώην αρχηγός της ασφάλειας της Αμάλ. Γι αυτούς έγιναν από τότε πολιτικές διαβουλεύσεις μέσω τρίτων στα πλαίσια μιας ευρύτερης διευθέτησης του προβλήματος της ισραηλινής ασφάλειας από τα πυρά της Χεζμπολάχ, οι οποίες κατέληξαν σε αποτυχία. 
Γι αυτούς ακριβώς και μόνο γι αυτούς τους τρεις μετά από 4 χρόνια έκανε τη νέα απαγωγή η Χεζμπολάχ. Αλλά δεν μπορεί με τίποτα να ισχυρίζεται ότι δεν ήξερε τι θα συμβεί αφού πριν λίγες μέρες μια ακριβώς ίδια απαγωγή ενός μόνου ισραηλινού στρατιώτη είχε σαν αποτέλεσμα την εισβολή του Ισραήλ ξανά στη Γάζα από την οποία είχε πριν λίγο καιρό αποχωρήσει.

Η παγκόσμια και τοπική σοσιαλφασιστική προπαγάνδα εναντίον του Ισραήλ στηρίζεται στην απατηλή εικόνα «της δυσαναλογίας»

Οι εξηγήσεις της Χεζμπολάχ ότι δεν ήθελε να προκαλέσει καμιά ανάφλεξη και καμιά αντεπίθεση του Ισραήλ και ότι αυτήν δεν την είχε καν φανταστεί όταν συλλάμβανε τους αιχμαλώτους δεν μπορούν να πείσουν και τον πιο αφελή και δεν μπόρεσαν να πείσουν κανέναν από τους πατριώτες στο Λίβανο, αλλά και γενικότερα. Ένα τεράστιο κύμα αγανάκτησης ξεσηκώθηκε εναντίον της Χεζμπολάχ και της προβοκάτσιας της από την πρώτη στιγμή της επίθεσης του Ισραήλ. Αρκεί κανείς να διαβάσει τα ρεπορτάζ του ηλεκτρονικού τύπου του Λιβάνου για να διαπιστώσει σε πόσο βαθμό ο δημοκρατικός λαός της χώρας στη βάση της κοινωνίας σε όλες τις κοινότητες, χριστιανούς, δρούζους και σουνίτες είναι θυμωμένος με τη Χεζμπολάχ. Μόνο οι σιίτες είναι ταυτισμένοι μαζί της αν και λιγότερο από πριν. Αυτό το κύμα συνεχίζει να είναι δυνατό, αλλά δεν έχει εκδηλωθεί ανοιχτά πολιτικά για δυο λόγους: ο ένας, ο βασικός, είναι γιατί η ηγεσία του έχει δέος απέναντι στη στρατιωτική ισχύ της Χεζμπολάχ και ο δεύτερος γιατί οι βομβαρδισμοί του Ισραήλ έχουν τέτοια επώδυνα αποτελέσματα στους σιίτικους πληθυσμούς που κάνουν πολύ δύσκολη μια ανοιχτή καταγγελία της Χεζμπολάχ η οποία θα σήμαινε ενότητα με αυτούς που βομβαρδίζουν. 
Στην πραγματικότητα τα δύο τυπικά πολιτικά επιχειρήματα που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την προβοκάτσια της Χεζμπολάχ, δηλαδή η Σεμπάα και οι λιβανέζοι κρατούμενοι, έχουν καταρρεύσει πριν καν χρησιμοποιηθούν προσχηματικά. Υπάρχει μόνο ένα επιχείρημα που σήμερα είναι το μοναδικό αποτελεσματικό και γι αυτό το βασικό παγκόσμιο επιχείρημα του σοσιαλφασισμού υπέρ της Χεζμπολάχ και ενάντια στο Ισραήλ Αυτό προβάλλεται μετάαπό το ξέσπασμα του πολέμου, αλλά έχει προετοιμαστεί υλικά πολύ πριν αυτός ξεσπάσει και αποτελεί το πιο βαθύ και μελετημένο στοιχείο της προβοκάτσιας της Χεζμπολάχ. Πρόκειται για το ότι η απάντηση του Ισραήλ στην απαγωγή των ισραηλινών είναι «δυσανάλογη». Ο χαρακτηρισμός «δυσανάλογη» είναι η πιο επιεικής διατύπωση που χρησιμοποιούν τα φερέφωνα του Ιράν και της Συρίας και του ρώσικου σοσιαλιμπεριαλισμού για να συσπειρώσουν τους δυτικούς φιλελεύθερους και τους πασιφιστές κάθε είδους. Αυτοί απεχθάνονται τους ισλαμοφασίστες, αλλά νοιάζονται λιγότερο για το δίκιο από όσο φοβούνται τα αίματα και πιο πολύ μια ενδεχόμενη κατακλυσμιαία απάντησή στο Ισραήλ από τον χώρο των πετρελαίων. Η πιο ουσιαστική διατύπωση που χρησιμοποιούν οι σοσιαλφασίστες στην τρέχουσα πολιτική προπαγάνδα και αγκιτάτσια τους, ιδιαίτερα στις μουσουλμανικές χώρες ενάντια στον πόλεμο που διεξάγει το Ισραήλ, είναι η διατύπωση «συλλογική τιμωρία». Αυτό σημαίνει ότι το Ισραήλ αποφάσισε να εκβιάσει έναν ολόκληρο λαό για την απελευθέρωση δύο αιχμαλώτων του σκοτώνοντας εκατοντάδες γυναικόπαιδα τραυματίζοντας χιλιάδες, καταστρέφοντας χιλιάδες κατοικίες και βασικές υποδομές της χώρας, και δημιουργώντας εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Μετά από αυτήν την τοποθέτηση του γεγονότος οι προπαγανδιστές αυτοί δεν έχουν παρά να εξισώσουν τη νοοτροπία του Ισραήλ με εκείνη των ορδών του Γ΄ Ράιχ που σκότωναν εκατοντάδες και χιλιάδες αμάχων και καταστρέφανε χωριά και πόλεις για να τιμωρήσουν κάθε πράξη αντιφασιστική αντίστασης, δηλαδή απαντούσαν με μια «συλλογική τιμωρία» όλου του λαού και του έθνους από τα σπλάχνα του οποίου βγαίνει η αντίσταση. Είναι ειρωνεία και θράσος απίστευτο ότι αυτή τη χιτλερική λογική της «συλλογικής τιμωρίας» οι σύγχρονοι νεοναζί, αυτοί οι ορκισμένοι αντισημίτες της Χεζμπολάχ και του Ιράν την αποδίδουν για μια ακόμα φορά στα κατ εξοχήν θύματα αυτής της λογικής που ήσαν οι Εβραίοι. 
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμιά λογική συλλογικής τιμωρίας ούτε καν αληθινή δυσαναλογία σε αυτό που κάνει το Ισραήλ στο Λίβανο, τουλάχιστον σε αυτό που κάνει μέχρι στιγμής. Η μόνη λογική «συλλογικής τιμωρίας» που υπάρχει σε αυτήν την περιοχή εδώ και δεκαετίες είναι η λογική της Χεζμπολάχ και της Χαμάς. Αυτές οι δύο αδελφές οργανώσεις ισχυρίζονται ότι απέναντί τους υπάρχει ένα κράτος που πρέπει να πάψει να υπάρχει. Και πρέπει να πάψει να υπάρχει, ακόμα και αν δεν τους ενοχλεί καθόλου, όπως γίνεται στην περίπτωση της Χεζμπολάχ. Μάλιστα η Χαμάς ανοιχτά και καταστατικά διαλαλεί ότι και οι κάτοικοι του επίσης πρέπει να πάψουν να υπάρχουν. Και αυτό το κάνει και πράξη γιατί δεν σκοτώνει βασικά στρατιώτες του κράτους αυτού, αλλά κυρίως άοπλους πολίτες και γυναικόπαιδα που τα ανατινάζει όπου τα βρουν οι αυτόχειρές της. Αυτό ανεξάρτητα από το αν το Ισραήλ αποχωρήσει από τα κατεχόμενα. Μάλιστα άρχισαν τις επιθέσεις τους με βλήματα κατά αμάχων από τη Γάζα μόλις το Ισραήλ άδειασε τη Γάζα. 
Η Χεζμπολάχ αυτή τη γραμμή της εξαφάνισης την κρύβει τελευταία κάπως σα γενοκτονική και ισχυρίζεται πως πρέπει απλώς το ισραηλινό κράτος να πάψει να υπάρχει σαν εβραϊκό και να γίνει πολυεθνικό εφόσον αν επιστρέψουν οι παλαιστίνιοι πρόσφυγες οι εβραίοι θα είναι μια μειοψηφία. Όμως όλο της το πολιτικό πρόγραμμα, όλη της η στρατηγική στη Μέση Ανατολή και όλη της η πράξη έχει κεντρικό στόχο την εξαφάνιση των εβραίων από την Παλαιστίνη. Ο ίδιος ο διπρόσωπος Νασράλλα έχει πει τα 2001 στο Συνέδριο της Τεχεράνης Υπέρ της Ιντιφάντα: «Μπροστά μας βρίσκεται μια εξαιρετική και ιστορική ευκαιρία να εξαφανίσουμε αυτό το πλήρες Σιωνιστικό σχέδιο που απειλεί το έθνος μας και την περιοχή μας για πάνω από 50 χρόνια τώρα…Η μόνη σωστή επιλογή (των σιωνιστών), με άλλα λόγια η μόνη αναπόφευκτη μοίρα τους, είναι να ετοιμάσουν τα μπαγάζια τους, να φύγουν από την Παλαιστίνη και να πάνε πίσω από κει που ήρθανε». Αλλά δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη για το αληθινό γενοκτονικό πρόγραμμα της Χεζμπολάχ από το ότι χαιρετίζει κάθε σφαγή ισραηλινών αμάχων από τους αυτόχειρες φονιάδες, από το ότι θεωρεί τη Χαμάς αδελφή οργάνωση και έχει συνάψει μαζί της από το 2000 συμφωνία συνεργασίας για να χτυπάνε το Ισραήλ πιο συχνά (Τάιμς Νέας Υόρκης, 16 Ιούλη) και πάνω από όλα ότι θεωρεί πολιτικό της όραμα την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν που το δικό της μεγάλο όραμα είναι η πραγματοποίηση της εξαφάνισης του κράτους του Ισραήλ από το χάρτη. 
Η απαγωγή λοιπόν των ισραηλινών στρατιωτών από τη μεριά της δεν ήταν η αιτία αυτού του πολέμου αλλά η πράξη που πέρασε τα όριατης απειλής βίας, ή της βίας υπό προϋποθέσεις, και πέρασε στο έδαφος της ωμής και απρόκλητης βίας που κρύβεται πίσω απ’ όλη τη γραμμή της. Όταν η Χεζμπολάχ πριν απαγάγει τους στρατιώτες έριχνε κάθε τόσο «κατιούσες» στους συνοριακούς οικισμούς του Ισραήλ είχε στόχο να σκοτώνει πολίτες. Τέτοια βλήματα δεν πετυχαίνουν εύκολα το στόχο τους όταν δεν πέφτουν σε μεγάλους αριθμούς όμως οι ρίψεις τους ήταν μια πράξη τρομοκράτησης μέσω μιας επίδειξης δυνατοτήτων για το τι θα μπορούσαν να κάνουν οι 12000 πύραυλοι που ο Νασράλλα δήλωνε το 2005 ότι η Χεζμπολάχ έχει αποθηκευμένους στο Λίβανο. Και μπορούσαν να κάνουν ένα πράγμα: να σκοτώνουν αμάχους. Γιατί αυτά δεν είναι αμυντικά όπλα που να μπορούν να προστατεύουν μια χώρα από εισβολή καθώς δεν μπορούν να πλήξουν κινούμενους ή ακόμα και ακίνητους, αλλά περιορισμένης έκτασης στρατιωτικούς στόχους. Το πολύ να πλήξουν με πολύ τύχη χώρους αποθήκευσης τοξικών ουσιών, δηλαδή πάλι στόχους που να προκαλέσουν θανάτους αμάχων. Τα όπλα και η τακτική της Χεζμπολάχ είναι όπλα και τακτική γενοκτονίας.
Από την άλλη μεριά η Χεζμπολάχ για να προβοκάρει εντελώς αποτελεσματικά το Ισραήλ φρόντισε να σηματοδοτήσει την απαγωγή των στρατιωτών με τη βία κατά αμάχων και με την ταπείνωση του Ισραήλ όχι με την ανταλλαγή των αιχμαλώτων. Αμέσως μετά την απαγωγή εκτόξευσε μερικές κατιούσες σε συνοριακούς οικισμούς και. οργάνωσε πανηγυρισμούς στη Νότια Βηρυτό, την κοιλάδα Μπεκάα και το νότιο Λίβανο με κορναρίσματα στους δρόμους και πυροτεχνήματα. 
Οποιαδήποτε ισραηλινή κυβέρνηση δεν απαντούσε στην πρόκληση αυτή την ώρα μάλιστα που είχε εμπλακεί σε πόλεμο για τον ίδιο λόγο στο νότο δύσκολα θα στεκόταν. Αυτό αποδεικνύεται από την εξαιρετικά μαζική, μετά από πολλά χρόνια, υποστήριξη του συνόλου του πληθυσμού στην κυβέρνηση Ολμέρτ όπως τη δείχνουν μέχρι τώρα όλες οι δημοσκοπήσεις. 
Η απάντηση του Ισραήλ είχε έναν πολιτικοστρατιωτικό στόχο: Να μην υπάρξει ξανά η καθημερινή απειλή από έναν τραμπούκο που τρομοκρατεί αμάχους, συλλαμβάνει στρατιώτες και έχει ορκιστεί την καταστροφή του κράτους του Ισραήλ. Αυτό σημαίνει είτε στρατιωτική συντριβή της Χεζμπολάχ, είτε έστω απομάκρυνσή της από τα σύνορα σε μια τέτοια απόσταση ώστε να μη μπορεί να βλάψει τουλάχιστον με ρουκέτες το έδαφος της χώρας. Αυτός είναι ο λόγος που το Ισραήλ θέλει να απωθήσει τη Χεζμπολάχ πέρα από τον ποταμό Λιτανί που βρίσκεται σε απόσταση μεγαλύτερη από τα 20 χλμ του βεληνεκούς των κατιούσα και μετά να μπει στο κενό μια διεθνής στρατιωτική δύναμη ή ο στρατός του Λιβάνου όποτε θα είναι έτοιμος να το κάνει. Η λογική περί «ανάλογου πολέμου» όπως τη θέλουν οι φίλοι της Χεζμπολάχ το μόνο που μπορεί να σημαίνει είναι να μπει ο ισραηλινός στρατός στο νότιο Λίβανο και να συλλάβει δύο στρατιώτες της Χεζμπολάχ, ή 10, ή περισσότερους. Όμως μια «ανάλογη» απάντηση σε ένα πλήγμα δεν είναι να καταφερθεί το ίδιο πλήγμα σε αυτόν που το κατάφερε, αλλά να εντοπισθεί η συγκεκριμένη απειλή που εκπροσωπεί αυτό το πλήγμα και να απαντηθεί. Αυτό σημαίνει ότι είναι άλλο πράγμα ένα πλήγμα που προκλήθηκε και άλλο ένα πλήγμα απρόκλητο, άλλο ένα πλήγμα που επαναλαμβάνεται και άλλο ένα που έγινε για πρώτη φορά, άλλο είναι ένα πλήγμα που έχει πίσω του μια γραμμή πλήρους καταστροφής του βαλλόμενου και άλλο εκείνο που έχει πίσω του απλά μερικές διεκδικήσεις απέναντί του, άλλο ένα πλήγμα που έρχεται μετά από μια πολύχρονη πολιτική συγκράτησης και υποχωρήσεων του βαλλόμενου και άλλο κείνο που έρχεται μετά από μια σειρά επιθέσεων και προκλήσεων του. 
Κάτω από αυτό το πρίσμα ποιος μπορεί να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι ο στόχος του Ισραήλ να εξουδετερώσει την απειλή της Χεζμπολάχ είναι δυσανάλογος με την απειλή που εκπροσωπεί το πλήγμα; Εκτός από μερικούς ανοιχτούς σοσιαλφασίστες φίλους της Χεζμπολάχ κανείς μέχρι τώρα δεν μπόρεσε να ισχυριστεί ότι η επίθεση του Ισραήλ στο στρατό της Χεζμπολάχ είναι αυτή καθ εαυτή «δυσανάλογη» με την απειλή που εκπροσωπούσε η πρόκληση. Είναι φανερό ότι ο στόχος αυτού του πολέμου που διεξάγει τώρα το Ισραήλ είναι ανάλογος της απειλής.Το βασικό στον πόλεμο είναι το δίκιο και το άδικο και αυτό κρίνεται ευρύτερα

Αλλά για τους μαρξιστές που εξετάζουν ακόμα βαθύτερα το συγκεκριμένο, που εντάσσουν δηλαδή το τοπικό στο παγκόσμιο και το τωρινό στο ιστορικό, το πλήγμα της Χεζμπολάχ και η απάντηση του Ισραήλ δεν μετριούνται καν με το μέγεθος της απειλής, την αναλογικότητα της απειλής κλπ. Μετριούνται με τη φύση, με το χαρακτήρα του πολέμου. Και ο πόλεμος αυτός είναι άδικος, γενοκτονικός από την πλευρά Χεζμπολάχ, πόλεμος για λογαριασμό ενός τοπικού και παγκόσμιου νεοναζιστικού άξονα και είναι δίκαιος, αμυντικός και πόλεμος επιβίωσης από την πλευρά του Ισραήλ. Στην πραγματικότητα η αναλογικότητα και η δυσαναλογία έχουν να κάνουν με το αποτελεσματικό ή με το μη αποτελεσματικό της στρατιωτικής και πολιτικής τακτικής που ακολουθεί το Ισραήλ σε αυτόν τον πόλεμο, αλλά όχι με το δίκιο και το άδικο αυτού του πολέμου.
Αυτό το δίκιο και αυτό το άδικο δεν ήταν πάντα με το μέρος του Ισραήλ. Το Ισραήλ είχε το δίκιο με το μέρος του στους πολέμους που καταλήξανε στην ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του ως το 1948 σε συμμαχία με το παγκόσμιο αντιφασιστικό μέτωπο αλλά και λίγο μετά μέχρις ότου μπλέξει στον πόλεμο του 1956 ενάντια στην αιγυπτιακή ανεξαρτησία και στο πλευρό των αποικιοκρατών. Ως τότε είχε εχθρό την αραβική μισοφεουδαρχική αντίδραση και τον πρωτόγονο αντισημιτισισμό της. Από το ’56 και μετά άρχισε μια περίοδος κατά την οποία το Ισραήλ αξιοποίησε την στρατιωτικο-πολιτική ισχύ του και τον ανταγωνισμό των υπερδυνάμεων για να συμπεριφερθεί επεκτατικά και καταπιεστικά στο παλαιστινιακό έθνος αλλά και σε όλο τον αραβικό κόσμο με την αλαζονεία που του έδινε η στρατηγική συμμαχία με τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ. Στο Λίβανο ανάμεσα στα 1980-90 η αστική τάξη του Ισραήλ έδειξε το χειρότερο της πρόσωπο. Όμως επρόκειτο ταυτόχρονα για μια εποχή στην οποία η ρώσικη υπερδύναμη όξυνε τον αντισημιτισμό μέσα στο παλαιστινιακό κίνημα και στον αραβικό κόσμο και ένα νέο σοβινιστικό υπεραντιδραστικό ρεύμα άρχισε να γεννιέται δηλητηριάζοντας ή συντρίβοντας όλα τα εθνικά δημοκρατικά κινήματα ανάμεσά τους και το παλαιστινιακό. Έτσι πήρε σάρκα στο χομεϊνικό επεκτατικό Ιράν, η φασιστική επεκτατική Συρία του Άσαντ και γεννήθηκαν τα τέρατα που λέγονται Χαμάς και Χεζμπολάχ. Στο τέλος αυτής της περιόδου, ανάμεσα στα 1990 και στα 2000, οι πιο διορατικές και προοδευτικές πλευρές του αραβικού κόσμου και της εθνικοδημοκρατικής παλαιστινιακής αντίστασης από τη μια μεριά, και οι πιο διορατικές και ειρηνόφιλες μερίδες της αστικής τάξης του Ισραήλ από την άλλη, έκαναν μια παρατεταμένη και απελπισμένη προσπάθεια να αναγνωρίσουν ο ένας το δικαίωμα στην ανεξάρτητη ύπαρξη του άλλου. Αυτή η περίοδος τέλειωσε με τη Φατάχ και το Εργατικό κόμμα του Ισραήλ να συνθλίβονται ανάμεσα στη μεγάλη προβοκάτσια της δεύτερης Ιντιφάντα και το αμετανόητο Λικούντ της ονειροφαντασίας του Μεγάλου Ισραήλ. 
Από το 2000 και πέρα, ιδιαίτερα μετά την άνοδο του Αχμαντινετζάντ στο Ιράν και την άνοδο της Χαμάς στην Παλαιστίνη μπήκαμε σε μια νέα φάση. Από δω και μπρος ο μεγάλος πόλεμος στον αραβικό κόσμο είναι ανάμεσα στο Ισραήλ και στο μέτωπο Συρίας- Ιράν. Είναι πόλεμος ανάμεσα στο Χίτλερ και τους εβραίους των κρεματορίων. Παγκόσμιος αρχηγός του νέου χιτλερικού στρατοπέδου η Ρωσία. Κύριος αντίπαλος του φασισμού οι χώρες και οι λαοί του τρίτου κόσμου. Οι δυτικές αστοδημοκρατικές παρά την αχρειότητα των μονοπωλιστών τους παίζουν γενικά έναν ενδιάμεσο ρόλο πχ θετικό στο Λίβανο, αρνητικό στο Ιράκ. Στο ισραηλινό κρατούν προς το παρόν περισσότερο θετικό παρά αρνητικό ρόλο, αλλά συνήθως χορεύουν τελικά στον ενδιάμεσο σκοπό που θα τους παίξει η Ρωσία και οι εκβιαστές του πετρελαίου. 
Ενώ λοιπόν το δίκιο και το άδικο καθορίζουν το χαρακτήρα του πολέμου οι σοσιαλφασίστες συγκεντρώνουν την προσοχή τους στις ανθρώπινες απώλειες των στρατοπέδων και βασικά στις απώλειες των αμάχων για να συνάγουν από αυτές τη δίκαιη και την άδικη πλευρά του πολέμου. Αυτό έχουν μάθει να το κάνουν από τότε που άρχισαν να αμφισβητούν μαζί με τους χιτλερικούς αναθεωρητές τη δίκαιη φύση του πολέμου που έδινε το δυτικό κομμάτι του αντιφασιστικού στρατοπέδου επιμένοντας σε δύο πράγματα: Στον εντατικό βομβαρδισμό των γερμανικών πόλεων από την αγγλική αεροπορία και το βομβαρδισμό του Ναγκασάκι και της Χιροσίμα από την αμερικανική. Το επιχείρημα τους ήταν ότι οι ναζί δεν ήταν χειρότεροι από τους δυτικούς συμμάχους αφού σκοτώνανε μαζικά αμάχους. Αυτή η αναθεώρηση γεννήθηκε μέσα από τους τοίχους του μετασταλινικού Κρεμλίνου όταν η αντισημιτική ομάδα Χρουστσόφ, Σουσλόφ, Μπρέζνιεφ μπόρεσε να πάρει την εξουσία μετά το θάνατο του Στάλιν εκτελώντας τον διεθνιστή Μπέρια στο μεγάλο καίριο πραξικόπημα του 1953. Μόνο αργότερα έγινε της μόδας οι αναθεωρητές του μαρξισμού να ταυτίζονται με τους αναθεωρητές του β΄ παγκόσμιου πολέμου, δηλαδή να ταυτίζουν τη χιτλερική Γερμανία με την Αγγλία και τις ΗΠΑ επειδή ταυτίζονται στους βομβαρδισμούς των αμάχων (δες ψευτοΚΚΕ, ΣΥΝ και «17Ν»). Ποτέ οι Στάλιν-Μπέρια δεν αμφισβητήσανε το δίκαιο αντιφασιστικό χαρακτήρα των συμμαχικών βομβαρδισμών πόλεων παρά τις φρικτές για τους αμάχους τους συνέπειες. Απλά για τους δημοκράτες ο υπαίτιος των θανάτων ήταν πάντα ο Χίτλερ, για τους σοσιαλφασίστες και τους ναζιστές ο Τσώρτσιλ και ο Ρούζβελτ. Οι σύμμαχοι βομβαρδίζανε τότε στρατηγικές πόλεις με οικονομική σημασία σε μια στιγμή που όλη η παραγωγή δούλευε για τον πόλεμο, όταν τους βομβαρδισμούς ειδικά για την τρομοκράτηση των αμάχων τους είχαν εγκαινιάσει οι δυνάμεις του άξονα και όταν αυτές πλέον εξοντώνανε σκόπιμα εκατομμύρια αμάχων σε όλα τα μέτωπα. Αυτά σε μια εποχή που δεν υπήρχαν βόμβες ακριβείας που θα μπορούσαν να πλήξουν εργοστάσια και όχι κατοικίες κλπ. Αυτό πάντως που αξίζει να σημειώσουμε είναι πως χρησιμοποιούνται τα μέσα και οι συνέπειες του πολέμου σα μέθοδοι για να ανατραπεί ο χαρακτήρας του. Αυτό ακριβώς κάνουν σήμερα οι σοσιαλφασίστες με το Ισραήλ χειριζόμενοι κατάλληλα την τηλεοπτική εικόνα παίζοντας δηλαδή με το συναίσθημα των ανθρώπων για να συντρίψουν τη λογική τους. Η έμφαση στο συναίσθημα είναι η βασική μέθοδος προπαγάνδας του φασισμού.
Αφού δεν μπορούν να αποδείξουν ότι η απάντηση του Ισραήλ είναι δυσανάλογη στο στόχο της τους έχει μείνει μόνο ένας ισχυρισμός, που επαναλαμβάνουν διαρκώς η Χεζμπολάχ και όλοι οι φίλοι της, όλοι οι σοσιαλφασίστες και όλοι οι αντισημίτες και οι νεοναζιστές: Ότι αυτή η αντεπίθεση είναι «δυσανάλογη» στα μέσα της και στις συνέπειές της, επειδή δεν αρκέστηκε στο να χτυπήσει το στρατό της Χ. αλλά χτύπησε αμάχους και κατέστρεψε υποδομές σε πολύ μεγάλη κλίμακα. Στο επόμενο βήμα η ίδια αυτή προπαγάνδα ισχυρίζεται ότι τα μέσα αυτά είναι τόσο τρομερά ώστε τελικά να αποτελούν τον κρυμμένο αληθινό σκοπό του Ισραήλ που είναι η καταστροφή του Λιβάνου. Οπότε δεν έχουμε πλέον μια αντεπίθεση του Ισραήλ αλλά μια κανονική επίθεση που καταστρέφει μια ολόκληρη χώρα και σκοτώνει τους κατοίκους της με πρόσχημα ότι θέλει να τιμωρήσει μια μεμονωμένη πράξη, δηλαδή βρισκόμαστε σε μια επίθεση τύπου «συλλογικής τιμωρίας».

Μια καλά προετοιμασμένη «δυσαναλογία». Οι αληθινοί φονιάδες αμάχων

Αυτός ο ισχυρισμός αν και δεν έπιασε πολύ στη εκδοχή του της «συλλογικής τιμωρίας» με εξαίρεση τις σοσιαλφασιστικές και τις μουσουλμανικές χώρες έπιασε αρκετά στην ελαφριά του εκδοχή της «δυσαναλογίας», ακόμα και σε δημοκρατικές χώρες, ακόμα και στην κοινή γνώμη που είναι εχθρική με τη Χεζμπολλάχ. «Έπιασε» σημαίνει ότι η Χεζμπολάχ και οι φίλοι της, οι σοσιαλφασίστες, οι ναζιστές και οι αντισημίτες όπου γης, δηλαδή οι αληθινοί κανίβαλοι με πρώτους τους ρώσους ισοπεδωτές και βασανιστές της Τσετσενίας, αυτοί που σκότωσαν 20.000 αθώους μέσα σε λίγες μέρες κατεδαφίζοντας χιλιάδες πολυκατοικίες στο Γρόζνυ που ήθελε απλά να είναι ανεξάρτητο και δεν προκάλεσε κανέναν, αυτοί όλοι βρέθηκαν να είναι με τα θύματα και το Ισραήλ, και οι «εβραιοσιωνιστές» βρέθηκαν να είναι οι θύτες. Έτσι, οι προβοκάτορες της Χεζμπολάχ και τα τοπικά και παγκόσμια αφεντικά τους από πολιτική άποψη έχουν αποκτήσει ένα σοβαρό πολιτικό πλεονέκτημα κιόλας από την τρίτη μέρα του πολέμου.
Αυτή η αντιστροφή θύματος και θύτη δεν ήταν μια σύμπτωση στην εξέλιξη του πολέμου και ένα ανέλπιστο δώρο στη Χεζμπολάχ. Ήταν από την αρχή το βασικό στοιχείο του πολέμου που στην πραγματικότητα κήρυξε ο σοσιαλιμπεριαλισμός μέσω Χεζμπολάχ ενάντια στο Ισραήλ με την απαγωγή των στρατιωτών. Το βασικό στοιχείο αυτού του πολέμου ήταν η προβοκάτσια. Και ο πυρήνας της προβοκάτσιας βρίσκεται στο γεγονός ότι οι επιθετιστές κρύβονται επίτηδες μέσα στον άμαχο πληθυσμό του Λιβάνου και γενικότερα μέσα στο λιβανικό έθνος, μέσα στο στρατό του, μέσα στον κρατικό μηχανισμό του και μέσα στην πολιτική του σκηνή. Από εκεί χτυπάνε χρησιμοποιώντας ακριβώς όπως οι χιτλερικοί τους ομήρους μπροστά στα τραίνα για να αποφύγουν τις ανατινάξεις από τα αντάρτικα. Οι ισλαμοφασίστες εξαπολύουν τις ρουκέτες τους μέσα από ένα ουδέτερο στρατόπεδο ή ακόμα και φιλικό προς το Ισραήλ για να κάνουν αποκρουστική στο λιβανικό λαό και στους λαούς όλου του κόσμου την αντεπίθεσή του. Τις κατιούσες και τα βλήματα τα αποθηκεύουν δίπλα ή ακόμα και μέσα σε σπίτια σιιτών του νότιου Λιβάνου, ακόμα και σε πόλεις σαν την Τύρο. Οι μικρές κατιούσες μπορούν να στηθούν σε ένα μικρό τρίποδα και να εκτοξεύσουν ένα βλήμα που ο χειριστής του έχει αποθηκεύσει στο σπίτι του (ΝΥΤ, 26 Ιούλη). Είναι αλήθεια ότι σε μεγάλο βαθμό αυτός ο σιίτικος πληθυσμός έχει κερδηθεί πολιτικά από τη Χεζμπολάχ. Αλλά έχει κερδηθεί, είτε από παλιά επιθετικά λάθη του Ισραήλ και τους άδικους πολέμους του ανάμεσα στα ’70 και τα ’90, είτε, περισσότερο έχει εξαγοραστείαπό τη Χεζμπολάχ εδώ και δεκαετίες μέσα από ένα εκτεταμένο δίκτυο φιλανθρωπίας που εξασφαλίζει για τη φτωχολογιά σχολεία, υγεία, κοινωνικά επιδόματα και αγροτικές φάρμες. Όλα αυτά με ιρανικό πετρελαϊκό χρήμα. Αλλά οι ισλαμοφασίστες δεν ειδοποιούν τους πάντες για το ότι στήνουν τα επιτελεία τους μέσα σε κατοικημένες περιοχές, ακόμα και δίπλα σε σχολεία και σε νοσοκομεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι το γενικό της επιτελείο η Χεζμπολάχ το έχει κτίσει σε μια κεντρική πλατεία της Βόρειας Βηρυτού σε μια σειρά από κτίρια που τα υπόγειά τους χρησιμοποιούνται για καταφύγια. Αυτό το βάθος φτάνει τα 50 μέτρα. Επίσης η Χεζμπολάχ χάρη στους στρατηγικούς της δεσμούς με την ηγεσία του λιβανικού στρατού χρησιμοποιεί τα ραντάρ του. Έτσι μόνο μπορούσε να χτυπηθεί η κορβέτα του ισραηλινού ναυτικού την πρώτη μέρα του πολέμου από ένα σύγχρονο ιρανικό πύραυλο με αποτέλεσμα να βγει εκτός μάχης, ενώ χάρη στην πολιτική της ηγεμονία στον κρατικό μηχανισμό χρησιμοποιεί και το αεροδρόμιο για το διαρκή ανεφοδιασμό της από τη Συρία. 
Το Ισραήλ υποτίμησε από την πρώτη στιγμή το διεθνές και τοπικό πολιτικό βάρος αυτής της «εγγενούς» προβοκάτσιας και άρχισε να χτυπάει τους επί μέρους στρατιωτικούς στόχους του που θα έκαναν δυνατή την επίτευξη του κεντρικού πολιτικο-στρατιωτικού του στόχου που ήταν η εξουδετέρωση της απειλής της Χεζμπολάχ στους αμάχους του βόρειου Ισραήλ. Ήθελαν αυτή η εξουδετέρωση να γίνει γρήγορα για να μην κατηγορηθούν σαν κατοχική δύναμη και να μη χάσουν την υποστήριξη του αντισυριακού πληθυσμού. Ξεκίνησαν λοιπόν με ένα μεγάλο βομβαρδισμό, που για να είναι αποτελεσματικός έπρεπε να είναι αιφνιδιαστικός, ενάντια σε όλα τα επιτελεία της Χεζμπολάχ και ταυτόχρονα ενάντια σε όλες τις υποδομές που θα της έκοβαν τον ανεφοδιασμό: Βομβάρδισαν όλους τους δρόμους τοπικούς και εθνικούς που συνέδεαν το Λίβανο με τη Συρία και το νότιο Λίβανο με το Βόρειο, βομβάρδισαν τα αεροδρόμια, τα ραντάρ του στρατού, τις δεξαμενές καυσίμων και τους ραδιοφωνικούς σταθμούς και τις κεραίες της Χεζμπολάχ. Βομβάρδισαν επίσης φορτηγά που μετέφεραν πυρομαχικά και βέβαια βομβάρδισαν όλους τους χώρους από τους οποίους εξαπολύονταν πύραυλοι και όπου είχαν πληροφορίες ότι υπήρχαν αποθήκες πυρομαχικών. Δεν είχαν λόγους να βομβαρδίσουν αμάχους για να σκοτώσουν αμάχους επιβαρύνοντας πολιτικά τη θέση τους. Απόδειξη ότι όταν άρχισαν να αυξάνονται οι νεκροί των βομβαρδισμών κάλεσαν τους πληθυσμούς μέσα από τους οποίους έβαλαν οι προβοκάτορες να απομακρυνθούν από αυτές τις περιοχές. Με αυτόν τον τρόπο μείωσαν την αποτελεσματικότητα των χτυπημάτων τους γιατί και αυτοί που θα εκτόξευαν τα βλήματα προφυλάσσονταν. Οι μόνοι που σκοτώνουν αμάχους σε αυτόν το πόλεμο από πεποίθηση καθώς τους ταυτίζουν με τις ηγεσίες τους είναι οι ισλαμοφασίστες που έριχναν και ρίχνουν τις κατιούσες τους στο Ισραήλ με στόχο να σκοτώσουν αμάχους που φταίνε μόνο επειδή είναι εβραίοι. 
Η διαφορά όμως παραμένει στην επιφανειακή εικόνα: οι νεκροί του Ισραήλ ήταν 30 όταν οι νεκροί του Λιβάνου ήταν 300. Επιπλέον η καταστροφή των υποδομών και των κτιρίων υπήρξε στο Λίβανο και όχι στο Ισραήλ. Κάτω από κάθε περίσταση τέτοιες καταστροφές γεννούν αντίθεση στην παγκόσμια κοινή γνώμη, αλλά το ενάντια σε ποιον θα κατευθυνθεί αυτή η αντίθεση έχει να κάνει με το ποιος ελέγχει την εικόνα και συγκεκριμένα ποιος ελέγχει το μοντάζ, δηλαδή την επιλογή της εικόνας και το σχόλιο.

Στην προκειμένη περίπτωση η αντίθεση κατευθύνθηκε ενάντια στο Ισραήλ. Εδώ τον πιο αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η φιλο-χεζμπολάχ κυβέρνηση του Λιβάνου, ιδιαίτερα ο βρωμερός προβοκάτορας Σινιόρα. Αυτός εμφανίστηκε και εμφανίζεται ακόμα στο εσωτερικό της χώρας και στη Δύση σαν αντισύριος και σαν αντι-χεζμπολάχ, οπότε έγινε εξαιρετικά αποτελεσματικός όταν υιοθέτησε 100% την πολιτική της γραμμή. Κατηγόρησε λοιπόν αμέσως το Ισραήλ ότι έχει σα στόχο την καταστροφή και τον κατατεμαχισμό του Λιβάνου, καθώς και τον εμφύλιο πόλεμο, δηλαδή τη συσπείρωση των αντισυριακών δυνάμεων ενάντια στη Χεζμπολάχ. Στη συνέχεια κάλεσε τις αντισυριακές δυνάμεις σε πατριωτικό μέτωπο με τη Χεζμπολάχ ενάντια στον κύριο εχθρό που είναι αυτό το «τερατώδες» Ισραήλ. Την αντιισραηλινή γραμμή Σινιόρα την πήραν και την επανέλαβαν με πολλαπλάσιο πάθος σε όλες τις χώρες του κόσμου όλες οι πρεσβείες του Λιβάνου που είναι στα χέρια του υπουργού εξωτερικών ο οποίος, όπως είπαμε, είναι άνθρωπος της Χεζμπολάχ. Αυτή η στάση του Σινιόρα είχε τεράστια επίδραση στις αραβικές χώρες που είχαν αντίθεση με τη Χεζμπολάχ και τις έφερε σε δύσκολη θέση. Το ίδιο έφερε σε δύσκολη θέση και τις δυτικές χώρες.

Ο καίριος ρόλος του διπρόσωπου Σινιόρα και οι δυσκολίες της αστικής τάξης του Λιβάνου

Σε αυτή την αντι-ισραηλινή γραμμή, που ήταν το μεγάλο όνειρο της Συρίας από την ώρα που υποτίθεται αποχώρησε από το Λίβανο, είχε καταφέρει ο διπρόσωπος Σινιόρα να σύρει όλες τις αντισυριακές αστικές ηγεσίες: το γιο του δολοφονημένου Χαρίρι, τον Αούν, τον Γκεαγκέα, τον Τζουμπλάτ. Η αστική τάξη του Λιβάνου ακολούθησε με μεγάλη δυσκολία αυτή τη γραμμή, καθώς από την πρώτη στιγμή και ως τα τώρα η λαϊκή της βάση κατηγορεί πολύ περισσότερο τη Χ. παρά το Ισραήλ για τις καταστροφές. Με τον ίδιο τρόπο σκέφτεται και η ίδια. Όμως δεν τόλμησε. Απλά προσπάθησε να βάλει στην κοινή αντιισραηλινή πλατφόρμα και το πολιτικό χτύπημα στη Χεζμπολάχ εκτός από εκείνο στο Ισραήλ. Αρχικά αυτό το κατάφερε με ένα πρώτο ανακοινωθέν μετά το πρώτο υπουργικό συμβούλιο το οποίο υπαινισσόταν ότι κακώς η Χεζμπολάχ έκανε την απαγωγή. Όταν όμως ήρθαν οι 300 νεκροί και οι καταστροφές των υποδομών ο Σινιόρα μπόρεσε και ξεδίπλωσε όλη τη γραμμή του (ανακοίνωση 17 Ιούλη). Οι αντισυριακές δυνάμεις παρέλυσαν γιατί δεν είχαν πια το στρατό στα χέρια τους, ούτε καν τις μιλίτσιες που είχαν παλιά και που τις προστατεύανε, οπότε έτρεμαν να βγουν και να κηρύξουν σαν κύριο εχθρό τους μια πάνοπλη και πανταχού παρούσα Χεζμπολάχ που λίγες μέρες πριν την κανακεύανε σαν πατριωτική δύναμη και την είχαν βάλει στην κυβέρνηση και που τώρα πολεμούσε αποτελεσματικά έναν πολύ ισχυρό εχθρό. Πως λοιπόν να πάρουν τώρα ξαφνικά θέση εναντίον της; Με λίγα λόγια η προβοκάτσια της Συρίας-Χεζμπολάχ τους έπιασε στον ύπνο και όλοι τους σαν καλά παιδιά την ακολούθησαν υποσχόμενοι ότι θα λύσουν τις διαφορές μαζί της μετά τον πόλεμο. Το ίδιο επαναλαμβάνει και η ίδια Χεζμπολάχ: «Ελάτε τώρα μαζί μου και βλέπουμε μετά». Μα είναι δυνατό να πάει κανείς σε έναν πόλεμο με τον κύριο εχθρό του για να τον νικήσει μετά; Προφανώς η αστική τάξη του Λιβάνου υπολογίζει ότι το Ισραήλ θα νικήσει τη Χεζμπολάχ στο νότο και μετά, με τη βοήθεια των ΗΠΑ και της ΕΕ, αυτή θα μπορεί να κερδίσει την αληθινή εξουσία στο Λίβανο. Έτσι σκέφτονται οι αστικές τάξεις μικρών χωρών. Περιμένουν τις λύσεις απ’ έξω για να μην μπουν σε θυσίες και μεγάλες ανατροπές.
Έτσι σκάβουν τον τάφο τους. Ακολουθώντας τον προβοκάτορα Σινιόρα και παίρνοντας πολιτική θέση υπέρ της Χεζμπολάχ οι λιβανέζοι δυτικόφιλοι αστοί αποδυναμώνουν πολιτικά και βασικά προπαγανδιστικά στο έπακρο το μέτωπο που περιμένουν να τους βοηθήσει και διευκολύνουν το μέτωπο που θέλει να τους συντρίψει σε έναν πόλεμο που είναι πάνω απ΄όλα πόλεμος προπαγάνδας. Αφού αυτοί που ως χθες αντιμάχονταν τη Χεζμπολάχ διαβεβαιώνουν την ανθρωπότητα ότι το Ισραήλ κάνει «δυσανάλογη» χρήση βίας στη χώρα τους, αυτή η εικόνα θα μεταφερθεί παντού. Και αυτή μεταφέρεται, και βέβαια πολλαπλασιασμένη, αν σκεφτεί κανείς ότι ο σοσιαλιμπεριαλισμός σε όλο τον κόσμο έχει δώσει τη μεγαλύτερή του έμφαση στον πόλεμο της προπαγάνδας και ότι παντού οι δικές του δυνάμεις έχουν διεισδύσει σε μέσα ενημέρωσης, σε μη κυβερνητικές οργανώσεις και σε «ειρηνιστικά» κινήματα χώρια, από τη διείσδυση τους σε κόμματα και κυβερνήσεις, ιδιαίτερα στη Δύση. Δεν θέλει πολλά αυτός ο τεράστιος μηχανισμός για να κινηθεί αποτελεσματικά όταν έχει στα χέρια του καμένα μωράκια που τα δείχνει ακατάπαυστα, καραβάνια από πρόσφυγες, κατεστραμμένες γέφυρες, γκρεμισμένα κτίρια, βομβαρδισμένα αεροδρόμια, πεσμένες κεραίες, τηλεοράσεις με κύριο σχόλιο το κάλεσμα του Σινιόρα για «άμεση κατάπαυση του πυρός». Ήδη ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της Χεζμπολάχ κάνει πολεμικό τουρισμό στη Βηρυτό συνοδεύοντας ανθρωπιστές και σοσιαλφασίστες στα κατεστραμμένα κτίρια της Βηρυτού που κανείς δεν λέει ότι είναι το επιτελείο της.

Το πολιτικό νόημα της «άμεσης κατάπαυσης του πυρός» και διπλωματική μάχη για την ειρηνευτική δύναμη. Το ρώσικο παιχνίδι

Τι θα αντιτάξουν σε αυτές τις εικόνες και σε αυτό το σύνθημα η ισραηλινή και η αμερικανική προπαγάνδα που και οι δυο έχουν φροντίσει για δεκαετίες να στηρίξουν την εξουσία τους στην ισχύ και έχουν πραγματοποιήσει μια σειρά άδικες επεμβάσεις στα παλαιστινιακά εδάφη και στις χώρες του τρίτου κόσμου αντίστοιχα; Ειδικά οι ΗΠΑ είναι σε εξαιρετική αδυναμία γιατί δεν μπορούν ούτε ένα στρατιώτη να διαθέσουν παραπάνω στο Λίβανο την ώρα που αργοπνίγονται πολιτικά και στρατιωτικά μέσα στην ιρακινή παγίδα που τους έστησε το Κρεμλίνο και το Ιράν. Οι μόνες που μπορούν να πουν ότι το Ισραήλ έχει τώρα δίκιο γιατί απέναντί του βρίσκονται γενοκτόνοι, οι μόνες που έχουν το πολιτικό κύρος, αλλά και κάποια στρατιωτική δύναμη για να απαντήσουν ουσιαστικά, είναι οι ευρωπαϊκές χώρες. Αλλά αυτές βυθισμένες μέσα στην χρηματιστική σπέκουλα των μονοπωλίων τους σε όλο τον πλανήτη και μισοάοπλες και ενεργειακά εξαρτημένες, ούτε το διανοούνται ότι θα τα χαλάσουν με το Ιράν τη Συρία και κυρίως με τη Ρωσία του Πούτιν που τους προστατεύει. Με την τελευταία άλλωστε είναι πολύ δύσκολο να τα χαλάσουν γιατί είναι επιπλέον πολιτικά διαβρωμένες από αυτήν. Στην παρούσα κρίση πέντε τουλάχιστον πρωθυπουργοί στους 25 είναι πράκτορές της ή στενοί φίλοι της: Μπλερ, Πρόντι, Ζαπατέρο, Καραμανλής, Παπαδόπουλος. Αυτοί μαζί με τον δικό της υπουργό εξωτερικών της Γερμανίας, το δεξί χέρι του Σρέντερ Σταινμάγερ ρίχνουν, όσο μπορεί ο καθένας τους, τη φράση κλειδί του Σινιόρα, φράση κλειδί της Χεζμπολάχ και του Ιράν, και πρώτα απ όλα φράση κλειδί του Πούτιν, τη φράση «άμεση κατάπαυση του πυρός». Αυτή η φράση, που τώρα έχει υιοθετηθεί από όλες τις χώρες πλην των ΗΠΑ και σε ένα βαθμό και της Γαλλίας η οποία πριν τη λέξη «άμεση» βάζει ουσιαστικά προϋποθέσεις, είναι φαινομενικά ένα κάλεσμα και προς τους δύο εμπολέμους, αλλά ευνοεί αυτόν που δεν το συμφέρει η συνέχιση του συγκεκριμένου πολέμου με τη μορφή που έχει τη συγκεκριμένη στιγμή. Και αυτός είναι η Χεζμπολάχ που από την αρχή θέλει να μπορεί να ρίχνει τις ρουκέτες της από το έδαφος του νότιου Λιβάνου όποτε θελήσει διεξάγοντας το δικό της ασταμάτητο ακήρυκτο πόλεμο με το δικό της τρόπο.
Αυτό λοιπόν το κάλεσμα ουσιαστικά απαιτεί κατάπαυση πυρός από το Ισραήλ. Και το Ισραήλ πιέζεται πολιτικά να σταματήσει γιατί έχει χαρακτηριστεί έμμεσα σαν ο επιθετιστής, αφού αυτός από τους δύο κατηγορείται ότι ασκεί τη «δυσανάλογη βία» και μάλιστα όχι εναντίον της Χεζμπολάχ, αλλά εναντίον ενός τρίτου του υποτίθεται εντελώς ανεύθυνου και τάχα εντελώς μη εμπλεκόμενου στη σύρραξη Ισραήλ-Χεζμπολάχ Λιβάνου. Τη θέση της «δυσανάλογης απάντησης» έχουν ακολουθήσει και οι ΗΠΑ που στάζουν μέλι για τον ελεεινό Σινιόρα. Πραγματικά αποτελεί μεγάλη νίκη του σοσιαλιμπεριαλισμού και δείγμα της αθλιότητας των δυτικών ιμπεριαλιστών ότι στη Διεθνή Συνάντηση της Ρώμης προσκλήθηκε ο Λίβανος σαν η θιγόμενη και μη εμπλεκόμενη χώρα και όχι το Ισραήλ που δέχτηκε επίθεση από το έδαφος του Λιβάνου. Το ασύλληπτο είναι ότι αυτή η κυβέρνηση του Λιβάνου όχι μόνο δεν έχει καταγγείλει ως τώρα τον πραγματικό άμεσο υπεύθυνο του πολέμου, αλλά καλεί το λαό σε «εθνικό μέτωπο» μαζί του για την απόκρουση του Ισραήλ που το χαρακτηρίζει σαν τον αληθινό και μόνο επιθετιστή. Και όμως οι δυτικές χώρες όχι μόνο δέχτηκαν τον εκβιασμό του Σινιόρα, που τις απείλησε ότι αν συμμετάσχει το Ισραήλ στη Συνάντηση δεν θα συμμετάσχει ο Λίβανος, αλλά δέχτηκαν να συμμετέχουν στην αντιπροσωπία του Λιβάνου δύο υπουργοί της Χεζμπολάχ. Δεν υπήρχε ούτε ένας εκπρόσωπος από το κράτος που είχε δεχτεί την απρόκλητη επίθεση, που όλοι στα λόγια είχαν από την αρχή δεχτεί σαν τέτοια, αλλά συμμετείχαν οι δύο εκπρόσωποι του «παρακράτους» της Χεζμπολάχ, του προβοκάτορα που έχει διακηρύξει ότι θέλει την εξαφάνιση του Ισραήλ, του κράτους το οποίο υπέστη την πρόκληση! Πραγματικά η σύνθεση και μόνο της Ρώμης ήταν ένας θρίαμβος της ρώσικης διπλωματίας. Αν κατατάξει κανείς τους 31 συμμετέχοντες αντιπροσώπους ανάλογα με τη στάση τους απέναντι στη Ρωσία θα διαπιστώσει ότι οι 16 είναι, είτε σαν αντιπρόσωποι είτε σαν εκπρόσωποι χωρών, φίλοι της. Είναι χαρακτηριστικό ότι συμμετείχαν ανάμεσα σε μια σειρά μεγάλες χώρες της Ευρώπης και τις δυο ηγετικές χώρες κλειδιά του αραβικού κόσμου (Σ. Αραβία, Αίγυπτος) και η Ελλάδα και η Κύπρος. Η έντονη «ανθρωπιστική» δραστηριοποίηση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης σχετικά με το Λίβανο δεν είναι άσχετη με την προσπάθεια τους να αποκτήσουν αυτήν την κρίσιμη θέση
Βεβαίως όλοι αυτοί που κάνουν την έκκληση της «άμεσης κατάπαυσης» δεν δέχονται ότι ευνοούν τη Χεζμπολάχ αφού στη συντριπτική πλειοψηφία τους την καταγγέλλουν σαν υπεύθυνη για την έναρξη των εχθροπραξιών και αφού μαζί με την άμεση παύση των εχθροπραξιών ζητούν και τον αφοπλισμό της σύμφωνα με την απόφαση 1559 του Συμβούλιου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η διαφορά είναι ότι απαιτούν την άμεση κατάπαυση του πυρός αλλά δεν απαιτούν τον άμεσο αφοπλισμό της Χεζμπολάχ. Η θέση της Ρωσίας, του Ανάν-ΟΗΕ, και όλων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων πλην Γαλλίας είναι πρώτα και δίχως όρους να γίνει η κατάπαυση του πυρός και μετά να συζητηθεί τι θα την ακολουθήσει, δηλαδή ποιες χώρες θα συμμετέχουν στη διεθνή ειρηνευτική δύναμη που θα εγκατασταθεί ανάμεσα στο Λίβανο και τη Συρία, και κυρίως ποια καθήκοντα θα έχει αυτή η δύναμη σε σχέση με τη Χεζμπολάχ. Αυτός είναι ο στόχος της Ρωσίας. Μια ισχυρή Χεζμπολάχ και ένα διεθνές κορδόνι στρατού ανάμεσα σε αυτήν και το Ισραήλ 
Αν εφαρμοστεί αυτή η άμεση κατάπαυση του πυρός, τότε το Ισραήλ θα πρέπει να μείνει στον τόπο και να παρατηρεί τη Χεζμπολάχ να επιστρέφει στρατιωτικά πανίσχυρη και ηθικά θριαμβεύτρια, αληθινός δικτάτορας του Λιβάνου, για να συμμετέχει στις διεθνείς διαβουλεύσεις για το πώς, πότε, εάν και κάτω από ποιους όρους θα γίνει ο υποτιθέμενος αφοπλισμός της. 
Σε αυτή τη φάση οι ευρωπαϊκές χώρες, χάρη στη σύμπτωση της θέσης των ΗΠΑ και της Γαλλίας στο ζήτημα της μη άνευ όρων κατάπαυσης του πυρός, δεν άφησαν απομονωμένο το Ισραήλ να συνεχίζει τον πόλεμο του που είναι πια τώρα και στη μορφή του πόλεμος ενάντια στη Χεζμπολάχ, αφού η βασική μάχη δίνεται σώμα με σώμα στο νότιο Λίβανο. Όμως εγκυμονείται μια μελλοντική αντίθεση Γαλλίας και ΗΠΑ σε ένα ζήτημα που από δω και μπρος θα γίνεται κεντρικό: Αν η δύναμη που θα εγκατασταθεί μετά την κατάπαυση του πυρός θα έχει την εξουσία να αφοπλίσει τη Χεζμπολάχ ή αν αυτή την εξουσία θα την έχει μόνο η κυβέρνηση του Λιβάνου που από τώρα και σε κάθε ευκαιρία δηλώνει ότι αυτό το ζήτημα θα το λύσει μόνο με ειρηνικό τρόπο και μόνο συναινετικά με τη Χεζμπολάχ σε κατοπινή συνενόηση με τον ΟΗΕ. Η Γαλλία έχει τη δεύτερη θέση που προφανώς θα βρει απόλυτα σύμφωνη τη Ρωσία η οποία στηριγμένη εκεί θα πραγματοποιήσει το παλιό της όνειρο: Μια διαρκή και ατελείωτη Διεθνή Συνδιάσκεψη για το Μεσανατολικό στην οποία αυτή θα έχει εξασφαλίσει τον ηγεμονικό ρόλο. Μπορεί να φανταστεί κανείς τι σημαίνει να αποφασίζει για τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ η ίδια η Χεζμπολάχ, δηλαδή η Συρία και το Ιράν και από πίσω να οργιάζει η ρώσικη διπλωματία στο ρόλο του γεφυροποιού ανάμεσα στο Ιράν και τη Συρία από τη μια μεριά, τη Δύση και τις σουνιτικές αραβικές χώρες από την άλλη. Πραγματικά η γιορτή του προβοκάτορα. Ήδη ο Γ. Παπανδρέου κατ εντολή των αφεντικών του ανέλαβε να φέρει σε επαφή τη Δύση με το Ιράν αποδείχνοντας πόσο καίρια ήταν η τοποθέτησή του στην ηγεσία της Σοσιαλιστικής Διεθνούς.
Να πως ξεδιπλώνεται τώρα μπροστά μας όλο το σχέδιο της προβοκάτσιας που ξεκίνησε πριν ένα μήνα από τη Γάζα και τη Χαμάς, κλιμακώθηκε από τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο και τώρα ολοκληρώνεται με την πραξικοπηματική και αυθαίρετη στη σύνθεσή της Συνάντηση της Ρώμης. Να πως ξεπροβάλλει σιγά-σιγά η παγκόσμια δύναμη που κινεί τις τοπικές. 
Το ζήτημα είναι ως που θα φτάσει αυτή η προέλασή της. Τα πράγματα δεν είναι εύκολα για τις ραδιουργίες της. Κάποια στιγμή έρχεται η ώρα του ποιοτικού άλματος. Ήδη η Ρωσία έχει εκτεθεί στο Ισραήλ που πριν λίγο καιρό το καλόπιανε, και έχει αρχίσει να γίνεται αντιπαθής στην Ευρώπη, ενώ πληρώνει τις επιτυχίες της στο Ιράκ με το ότι για πρώτη φορά το σουνιτικό ισλάμ έδειξε τόσο ψυχρή -προς άλλους «αδελφούς» άραβες- στάση σε μια σύγκρουσή τους με το Ισραήλ. Όσο για το Λίβανο δε θα μείνει για πολύ να παρακολουθεί μέσα στον τρόμο τη Χεζμπολάχ, ιδιαίτερα αν αυτή υποστεί στρατιωτική ήττα στο νότο. Το κυριότερο είναι ότι οι λαοί της σοσιαλφασιστικής Ανατολής ξυπνάνε με πρώτο τον πάντα ανήσυχο και επαναστατικό κινέζικο λαό. Το μέλλον κρύβει πολλές εκπλήξεις για τους σοσιαλφασίστες και σε βάθος χρόνου για όλους τους ιμπεριαλιστές.