Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Εμπειρίες ενός εργαζόμενου στα ΕΑΣ ή το χρονικό ενός προαποφασισμένου θανάτου

 

Έ­νας φί­λος μας, α­να­γνώ­στης της Νέ­ας Α­να­το­λής, ερ­γα­ζό­με­νος στα Ε­ΑΣ κα­τέ­γρα­ψε για μας, σε έ­να ζω­ντα­νό και πυ­κνό κεί­με­νο του, τη μα­κρό­χρο­νη εμπει­ρί­α του α­πό τον τρό­πο με τον ο­ποί­ο χτυ­πή­θη­κε α­πό τα μέ­σα και α­πό τα έ­ξω το ερ­γο­στά­σιο των Ε­ΑΣ

(Eλλη­νι­κών Α­μυ­ντι­κών Συ­στη­μά­των) για να στα­ματή­σει τε­λι­κά τη λει­τουρ­γί­α του και να φτά­σει σή­με­ρα να εί­ναι στα πρό­θυ­ρα του κλει­σί­μα­τος. Αυ­τές τις μέ­ρες εί­ναι ή­δη σε ε­ξέ­λι­ξη μια εν­δο­κυ­βερ­νη­τι­κή σύ­γκρου­ση, ό­που οι σα­μπο­τα­ρι­στές, με εκ­πρό­σω­πο τον Στουρ­νά­ρα, κρυμ­μέ­νοι πί­σω α­πό την τρό­ι­κα -που της προ­σά­πτουν ό,τι θέ­λουν δια­στρε­βλώ­νο­ντας την αλ­λη­λο­γρα­φί­α- προ­σπα­θούν να δια­λύ­σουν τα Ε­ΑΣ και μια άλ­λη γραμ­μή, με εκπρό­σω­πο τη Γεν­νη­μα­τά που θέ­λει τη διά­σω­ση και έ­χει προ­τεί­νει έ­να σχέ­διο διά­σω­σης το ο­ποί­ο οι ερ­γα­ζό­με­νοι γε­νι­κά α­πο­δέ­χο­νται. Ό­χι τυ­χαί­α στην τε­λευ­ταί­α, και μό­νο σε αυ­τήν, ε­πι­τέ­θη­καν μέ­λη του ΠΑ­ΜΕ του ερ­γο­στα­σί­ου έξω α­πό το Μα­ξί­μου και την έ­βρι­σαν και την προ­πη­λά­κι­σαν στις 10 του Σε­πτέμ­βρη. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πά­ντως και στην πε­ρί­πτω­ση των Ε­ΑΣ, και της ΕΛ­ΒΟ και της ΛΑΡ­ΚΟ, το κυρί­ως πο­λι­τι­κό παι­χνί­δι α­φο­ρά την διεκ­δί­κη­ση του κα­θε­στώ­τος για κού­ρε­μα του χρέ­ους και γι αυ­τό το παι­χνί­δι γί­νο­νται του κό­σμου οι προ­σποι­ή­σεις για σύ­γκρου­ση ή ό­χι με την Τρό­ι­κα. Σε κά­θε πά­ντως πε­ρί­πτωση ξέ­ρου­με τι θέ­λουν κυ­βέρ­νη­ση και α­ντι­πο­λί­τευ­ση: κλεί­σιμο κά­θε με­γάλης βιο­μη­χα­νί­ας ε­κτός αν πε­ρά­σει σε ρώ­σι­κη ή κι­νέ­ζι­κη ι­διο­κτη­σί­α.

Εμπειρίες ενός εργαζόμενου στα ΕΑΣ ή το χρονικό ενός προαποφασισμένου θανάτου

Η αγ­γε­λί­α σε μια ε­φη­με­ρί­δα, με ο­δή­γη­σε σε μια α­νερ­χόμε­νη ε­ται­ρεί­α ε­κεί­νη την ε­πο­χή. (1)

Το εργοστάσιο στο οποίο θα πήγαινα να δουλέψω ήταν θυγατρική μιας μεγάλης αμυντικής βιομηχανίας.(2) Αργότερα ενσωματώθηκε στη μητρική  εταιρεία.

Ό­πως λέ­γα­νε οι πα­λιοί τό­τε το ερ­γο­στά­σιο αυ­τό α­νή­κε σε ι­διώ­τες (3) οι ο­ποί­οι  δεν μπο­ρού­σαν να ε­ξα­σφα­λί­σουν μια εγ­γυ­η­τι­κή ε­πι­στο­λή τράπε­ζας για να υ­πο­γρά­ψουν μια με­γά­λη σύμ­βα­ση με άλ­λο κρά­τος που ή­ταν σε πόλε­μο. (4) Έ­τσι η ι­διω­τι­κή ε­ται­ρεί­α με­τά μια πε­τυ­χη­μέ­νη πορεί­α στον κα­τα­σκευα­στι­κό αλ­λά και στον α­μυ­ντι­κό το­μέ­α με πολ­λές δου­λειές στο ε­νερ­γη­τι­κό της, χρε­ο­κό­πη­σε τό­τε (5) με α­πο­τέ­λε­σμα να μην  μπο­ρεί να πλη­ρώ­σει υ­παλ­λήλους, προ­μη­θευ­τές και τρί­τους. Το ερ­γο­στα­σια­κό σω­μα­τεί­ο που το έ­λεγ­χε η τό­τε Ε­ΣΑΚ-Σ προ­κή­ρυ­ξε ε­πίσχε­ση ερ­γα­σί­ας για την κα­το­χύ­ρω­ση των δε­δου­λευ­μέ­νων, μέ­χρι που μια μέ­ρα ήρ­θε και το α­γό­ρα­σε η κρα­τι­κή ε­ται­ρεί­α. Τό­τε βγήκαν και οι εγ­γυ­η­τι­κές αλ­λά ά­νοι­ξαν και άλ­λες πόρ­τες. Ό­ταν πή­γα ε­κεί ή­ταν πρό­σφα­τα τα γε­γο­νό­τα και πριν να πε­ρά­σει το 10μη­νο α­πό την ε­ξα­γο­ρά της ε­ται­ρεί­ας το ερ­γο­στα­σια­κό σω­μα­τεί­ο ξε­κι­νά­ει μια νέ­α α­περ­γί­α. Αυ­τή τη φο­ρά για την υ­πο­γρα­φή νέ­ας συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης. Δύ­ο ε­βδο­μά­δες έ­ξω οι ερ­γα­ζό­μενοι α­περ­γού­σαν παίζο­ντας μπά­λα “για να σπά­σουν τα νεύ­ρα της ερ­γο­δο­σί­ας”.

Ό­ταν ο τό­τε πρω­θυ­πουρ­γός της χώ­ρας α­πο­φά­σι­σε να “χα­λά­σει τα μπάνια του λα­ού” (6) και να πά­ει σε ε­κλο­γές, τα πράγ­μα­τα άλ­λα­ξαν που λέ­νε. Καθη­με­ρι­νά έρ­χο­νταν αρ­κε­τοί και­νούρ­γιοι ερ­γα­ζό­με­νοι και ο­λο­έ­να και πλη­θαί­να­με. Στην πλειο­ψη­φί­α τους ή­ταν τό­τε ό­λοι νέ­α παι­διά, α­δη­μιούρ­γη­τοι. Αρκε­τοί α­πό αυ­τούς ή­ταν και α­πό την ί­δια πε­ριο­χή, τις ί­διες γει­το­νιές! Ή­ταν κά­τι γρα­φεία λέ­γα­νε τό­τε ευ­ρέ­σε­ως ερ­γα­σί­ας. Κά­θε πε­ριο­χή και γρα­φεί­ο. Μά­λι­στα σου δί­να­νε και ταυ­τό­τη­τα για να μη χά­νε­σαι. Κι άλ­λοι εί­χαν λό­γο και με­σο­λα­βού­σαν για μια προ­σλη­ψού­λα. Λί­γο ο το­πι­κός άρ­χο­ντας, λί­γο ο τραπε­ζί­της της πε­ριο­χής, λι­γου­λά­κι ο πα­πάς της ε­νο­ρί­ας, το ερ­γα­τι­κό κέ­ντρο. Βέβαια, έ­νας συν­δι­κα­λι­στής μά­λι­στα του ερ­γα­τι­κού κέ­ντρου εί­χε υ­πο­σχε­θεί ότι θα το γε­μί­σει το μα­γα­ζί με δι­κούς του για “να πά­ρω το σω­μα­τεί­ο α­πό τους ΚΚΕ­δες”. Πολ­λοί ερ­γα­ζό­με­νοι προ­έρ­χο­νταν και α­πό τις το­πι­κές κοι­νω­νί­ες, αν και ό­πως έ­μα­θα πα­λαιό­τε­ρα  ή­ταν α­ντί­θε­τοι με τη δη­μιουρ­γί­α ερ­γο­στα­σί­ου της ι­διω­τι­κής ε­ται­ρεί­ας στην πε­ριο­χή τους “για λό­γους πε­ρι­βαλ­λο­ντο­λο­γικούς” με α­πο­τέ­λε­σμα να προ­βαί­νουν σε σα­μπο­τα­ριστικές ε­νέρ­γειες, ό­πως να πη­γαί­νουν το βρά­δυ και να ρί­χνουν κά­τω την πε­ρί­φρα­ξη.

Το ερ­γο­στά­σιο ο­λο­έ­να και με­γά­λω­νε. Εί­χα­νε αρ­χί­σει και τα έρ­γα. Επέ­κτα­ση ε­γκα­τα­στά­σε­ων. Νέ­ες πτέ­ρυ­γες. Ερ­γο­λά­βοι μπαί­να­νε και βγαί­να­νε, μπουλ­ντό­ζες, φορ­τη­γά, γε­ρα­νοί, σί­δε­ρα, μπε­το­νιέ­ρες. Δου­λειά έ­ξω, δου­λειά και μέ­σα. Η πα­ρα­γω­γή δού­λευε κα­λά. Φτιά­χνα­νε πράγμα­τα και οι πα­λαιό­τε­ροι δεί­χνα­νε με ό­ρε­ξη τη δου­λειά στους νε­ό­τε­ρους. (Τώ­ρα δεν γί­νε­ται αυ­τό, γιατί υ­πάρ­χουν μό­νο πα­λαιό­τε­ροι. Νέ­οι έ­χουν να έρ­θουν κά­τι χρό­νια).

Με τον και­ρό γι­νό­μα­σταν ό­λο και πιο ξα­κου­στοί. Ερ­χό­ντου­σαν και μας έ­βλε­παν διά­φο­ροι πο­λι­τευ­τές, βου­λευ­τές της πε­ριο­χής κά­τι πε­ρί­ερ­γοι δη­μο­σιο­γρά­φοι φί­λοι του γιου του πρω­θυ­πουρ­γού. Η ω­ραί­α βου­λευ­τί­να σύμ­βολο της γε­νιάς του Πο­λυ­τε­χνεί­ου με το κόκ­κι­νο LADA. Μά­λι­στα πολ­λοί έρ­χο­νταν και με ε­λι­κό­πτε­ρα. Ώ­σπου μια μέ­ρα να και ο ί­διος ο πρω­θυ­πουρ­γός (7) της χώρας. Ναι, ήρ­θε να ε­γκαι­νιά­σει τις και­νούρ­γιες πτέ­ρυ­γες του ερ­γο­στα­σί­ου. Ήταν μια μέ­ρα με “ι­διαί­τε­ρη λα­μπρό­τη­τα” ό­πως έ­λε­γε και ο σχο­λια­στής της τότε κρα­τι­κής τη­λε­ό­ρα­σης. Α­πό το πρω­ί άρ­χι­σαν να κα­τα­φθά­νουν το­πι­κοί πα­ράγο­ντες, δή­μαρ­χοι, τρα­πε­ζί­τες, ο της α­στυ­νο­μί­ας, ο της πυ­ρο­σβε­στι­κής, ο του λι­με­νι­κού, πα­πά­δες, βου­λευ­τές, πο­λι­τευ­τές, α­στέ­ρια, κλά­ρες, δη­μο­σιο­γρά­φοι.  Μά­λι­στα εί­χαν φέ­ρει με πουλ­μα­νά­κια και κά­ποιους  “αυ­θόρ­μη­τους πο­λί­τες” α­πό τη γύ­ρω πε­ριο­χή. Πέ­ρα ό­μως α­πό τις πα­ρά­τες έ­δει­χνε ό­τι εί­χε ξε­κι­νή­σει μια κα­λή ε­πο­χή α­νά­πτυ­ξης για την ε­ται­ρεί­α. 

Με­τά τα ε­γκαί­νια συ­νέ­χι­σαν να έρ­χο­νται και­νούρ­για μη­χα­νή­μα­τα, το ερ­γο­στά­σιο εκ­συγ­χρο­νι­ζό­τα­νε. Πο­λύ κα­λές συν­θή­κες ερ­γα­σί­ας α­κό­μα και για σή­με­ρα, οι ε­τή­σιες συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις ερ­γα­σί­ας ό­λο και κα­λυ­τε­ρεύ­ανε. Στην κο­ρυ­φή της ε­ται­ρεί­ας -στα πρώ­τα χρό­νια- ή­ταν συγ­γε­νής κα­το­πι­νού υ­πουρ­γού. Πολ­λοί λέ­νε ό­τι α­πό τό­τε έ­χει να φα­νεί ι­κα­νός άν­θρω­πος (8) στο τι­μό­νι της ε­ται­ρεί­ας.

Τα χρό­νια πέρ­να­γαν, οι διοι­κή­σεις αλ­λά και οι διευ­θυ­ντές άλ­λα­ζαν. Τα στε­λέ­χη το έ­να δια­δέ­χο­νταν το άλ­λο και τα ορ­γα­νο­γράμ­μα­τα έ­παιρ­ναν και έ­δι­ναν. Κά­θε α­να­σχη­μα­τι­σμός και αλ­λα­γή και ό­λο και νέ­οι συ­νά­δελ­φοι έρχο­νταν μέ­χρι που μια μέ­ρα στα­μά­τη­σαν οι προ­σλήψεις. Προ­φα­νώς για­τί δεν χώ­ρα­γαν άλ­λοι. Ε, α­πό τό­τε (9) έ­χουν να γί­νουν προ­σλή­ψεις στο ερ­γο­στάσιο, με μια μι­κρή ε­ξαί­ρε­ση πριν 10 χρό­νια μέ­σω Α­ΣΕΠ. Το γέ­μι­σαν το ερ­γο­στά­σιο μέ­χρι που μια μέ­ρα άλ­λα­ξε η κυ­βέρ­νη­ση.

Νέ­α κυ­βέρ­νη­ση και Νέ­α και στο ό­νο­μα. Αυ­τός ο νέ­ος πρω­θυ­πουρ­γός (10) δεν α­στειεύ­ε­ται. Εί­ναι Νε­ο­Φιλ. Για πό­τε διά­βα­σε τα κα­τά­στι­χα της ε­ταιρεί­ας και α­πο­φα­σί­ζει μο­νο­μιάς “ε­ξυ­γί­αν­ση της ε­ται­ρεί­ας”. (11) Φώ­να­ξαν τα σω­μα­τεί­α στην κε­ντρι­κή διοί­κη­ση και τους α­να­κοί­νω­σαν τα μέ­τρα της εξυ­γί­αν­σης. “Πρέ­πει να γί­νουν με­τα­τά­ξεις προ­σω­πι­κού προς άλ­λες δη­μό­σιες υ­πη­ρε­σί­ες προ­κει­μέ­νου η ε­ται­ρεί­α να ξα­λα­φρώ­σει α­πό τα βά­ρη. Αν δεν γί­νουν με­τα­τά­ξεις θα α­να­γκα­στού­με να κά­νου­με α­πο­λύ­σεις”. Τό­τε το συν­δι­κά­το πήρε τη με­γά­λη α­πό­φα­ση με Γε­νι­κές Συ­νε­λεύ­σεις, “ή ό­λοι ή κα­νέ­νας”. Εί­χαν πει όμως στους ερ­γα­ζό­με­νους που ή­ταν μέ­λη των ερ­γο­στα­σια­κών σω­μα­τεί­ων τη μι­σή α­λή­θεια.

Δη­λα­δή “Πρέ­πει να γί­νουν α­πο­λύ­σεις για λό­γους ε­ξυ­γί­αν­σης” και δεν εί­παν ό­τι μπο­ρού­σαν να γί­νουν και με­τα­τά­ξεις αλ­λού. Βέ­βαια αυ­τή την “α­σή­μα­ντη” λε­πτο­μέ­ρεια πού άλ­λα­ξε ό­λο το νό­η­μα και ο­δή­γη­σε τα πράγ­μα­τα στα ά­κρα την έ­μα­θαν οι ερ­γα­ζό­με­νοι κά­ποια χρό­νια αργό­τε­ρα αλ­λά το φο­νι­κό εί­χε γί­νει. Το σω­μα­τεί­ο του ερ­γο­στα­σί­ου το έ­λεγ­χε τό­τε η ΠΑ­ΣΚΕ. Το πε­ρί­ερ­γο εί­ναι ό­τι και οι άλ­λες πα­ρα­τά­ξεις που με­τεί­χαν στο Δ.Σ του σω­μα­τεί­ου (Ε­ΣΑΚ-Σ και ΔΑ­ΚΕ) δεν ή­ξε­ραν τί­πο­τα. Δεν ά­κου­σαν. Δεν εί­δαν. 

Με­τά α­πό 55 η­με­ρό­νυ­χτα, κα­τά­κο­ποι οι ερ­γα­ζό­με­νοι σπά­νε την κα­τά­ληψη του ερ­γο­στα­σί­ου και α­πό την άλ­λη μέ­ρα κιό­λας τοι­χο­κολ­λού­νται οι α­πο­λύσεις. Το 30% της δύ­να­μης α­πο­λύ­ε­ται. 150 ά­το­μα μέ­νουν χω­ρίς δου­λειά ε­νώ θα μπο­ρού­σαν να με­τα­τα­χτούν σε μια δη­μό­σια υ­πηρε­σί­α. Απ’ ό­λο τον Ό­μι­λο α­πο­λύ­θη­καν 500 ά­το­μα. Ε­δώ οι ευ­θύ­νες των συν­δι­κα­λι­στών εί­ναι τε­ρά­στιες διό­τι με τη στά­ση που κρά­τη­σαν και τις α­πο­φά­σεις που πήραν έ­κα­ναν δι­πλή ζη­μιά. Έ­βλα­ψαν ό­λους αυ­τούς που α­πο­λύ­θη­καν διό­τι έ­χα­σαν το δι­καί­ω­μα να συ­νε­χί­σουν να ερ­γά­ζο­νται αλ­λά και η πα­ρα­γω­γή σα­μπο­τα­ρί­στη­κε  για πά­νω α­πό δύ­ο μή­νες. Οι ευ­θύ­νες της διοί­κη­σης με­γα­λύ­τε­ρες. Οι α­πο­λύ­σεις έ­γι­ναν χω­ρίς κα­μί­α με­λέτη. Το εργο­στά­σιο δια­λύ­θη­κε ε­νώ οι λό­γοι της α­πό­λυ­σης ή­ταν κα­θα­ρά με κομμα­τι­κά κρι­τή­ρια αλ­λά και με προ­σω­πι­κά. Αυ­τοί που προ­στα­τεύ­τη­καν με κά­θε τρό­πο και α­πό ο­ποιο­δή­πο­τε  πο­λι­τι­κό χώ­ρο και αν προ­έρ­χο­νταν  ή­ταν οι “Κα­λαμα­τια­νοί”. Αυ­τό διό­τι ο πρό­ε­δρος της ε­ται­ρεί­ας τό­τε ή­ταν πο­λι­τι­κός και πο­λι­τευό­τα­νε στην ι­διαί­τε­ρη πα­τρί­δα του την Κα­λα­μά­τα. Και ε­πει­δή πά­ντα υ­πάρ­χει και έ­νας δαί­μο­νας, έ­τυ­χε να α­πο­λυ­θούν και κά­ποιοι Κα­λα­μα­τια­νοί α­πό λά­θος. Ε, μό­λις δια­πι­στώ­θη­κε το λά­θος τις ε­πό­με­νες μέ­ρες ε­πέ­στρε­ψαν. Επει­δή το μέ­τρο πε­ριε­λάμ­βα­νε και οι­κιο­θε­λείς α­πο­χω­ρή­σεις με α­πο­ζη­μί­ωση πα­ραι­τή­θη­καν και πολ­λοί α­πό μό­νοι τους. Το δε 7με­λές ΔΣ του σω­μα­τεί­ου α­ποχώ­ρη­σε σχε­δόν ό­λο α­πό την ε­ται­ρεί­α οι­κιο­θε­λώς. Αυ­τό δη­μιούρ­γη­σε σκάν­δαλο, αλ­λά δεν βγή­κε τί­πο­τα. Τό­τε εί­χαν γί­νει και κά­ποια α­πίστευ­τα πράγ­ματα α­πό την πλευ­ρά της διοί­κη­σης της ε­ται­ρεί­ας σε συ­νερ­γα­σί­α με τους δε­ξιούς συν­δι­κα­λι­στές. Ό­ποιος ή­θε­λε πή­γαι­νε και δή­λω­νε ό­τι “ε­μπο­δί­στη­κε να προ­σέλ­θει στην ερ­γα­σί­α του α­πό τους συ­γκε­ντρω­μέ­νους κα­τα­λη­ψί­ες” και α­μέσως κέρ­δι­ζε το μι­σθό του μή­να. Τό­τε δο­θή­κα­νε πολ­λά λε­φτά σε πολ­λούς ερ­γαζο­μέ­νους α­νε­ξάρ­τη­τα σε ποιο κόμ­μα α­νή­κα­νε αρ­κεί να έ­κα­ναν την “δή­λω­ση”. Στο ερ­γο­στά­σιο μιας ε­παρ­χια­κής πό­λης, λέ­γα­νε ό­τι τη μι­σθο­δο­σί­α την έ­κα­νε έ­νας πε­ρι­πτε­ράς. Αρ­γό­τε­ρα που κυ­κλο­φό­ρη­σαν οι λί­στες με τα ο­νό­μα­τα γέλασε κά­θε πι­κρα­μέ­νος. Υ­πήρ­χαν μέ­σα ά­το­μα “υ­πε­ρά­νω πά­σης υ­πο­ψί­ας”. Και μια λε­πτο­μέ­ρεια. Στη γε­νι­κή συ­νέ­λευ­ση που προ­η­γή­θη­κε της κα­τά­λη­ψης η α­πό­φα­ση ή­ταν σχε­δόν παμ­ψη­φεί (στα 450 ά­το­μα μό­νο 3 “ό­χι” έ­πε­σαν). Σύ­ντο­μα ό­μως ό­λα ξε­χά­στηκαν.

Νέ­ο αί­μα στο συν­δι­κά­το και α­πο­φα­σί­ζει να κη­ρύ­ξει νέ­ο α­νέν­δο­το. Πα­ρά τις α­πο­λύ­σεις, στις ε­κλο­γές που γί­νο­νται για την “α­νά­δει­ξη εκ­προ­σώ­πων των ερ­γα­ζο­μέ­νων” οι έ­δρες κα­τα­νέ­μο­νται πε­ρί­που ό­πως και πριν. Μι­κρές οι α­πο­κλί­σεις. Ο και­ρός περ­νά και οι συν­δι­κα­λι­στές της κυ­βερ­νη­τι­κής παρά­τα­ξης προ­σπα­θούν μά­ταια να ε­πι­βλη­θούν για να δεί­ξουν ό­τι μπή­κα­με σε μια νέ­α ε­πο­χή στη με­τά Σο­σιαλ ε­πο­χή.

Κά­πως έ­τσι φτά­νου­με σε κά­ποιο Ο­κτώ­βρη (12) ο ο­ποί­ος α­πο­δει­κνύ­ε­ται κα­κός τους δαί­μο­νας . Πί­σω πά­λι στο ί­διο σκη­νι­κό και η ε­πι­στρο­φή των Σο­σιάλ δί­νει νέ­ες ελ­πί­δες. Φή­μες λέ­νε ό­τι οι α­πο­λυ­θέ­ντες θα ε­πι­στρέ­ψουν. Τα πηγα­δά­κια φου­ντώ­νουν. Πράγ­μα­τι έ­να α­νοι­ξιάτι­κο πρω­ι­νό ο πε­ρί­βο­λος του εργο­στα­σί­ου γε­μί­ζει αυ­το­κί­νη­τα και γί­νε­ται συ­νω­στι­σμός στο γρα­φεί­ο προσω­πι­κού για νέ­ες αι­τή­σεις. Η ε­πι­στρο­φή τους εί­ναι γεγο­νός. Οι μό­νοι α­πο­λυμέ­νοι ερ­γα­ζό­με­νοι που ε­πέ­στρε­ψαν στην ε­ται­ρεί­α τους με­τά τους α­πο­λυ­μένους στις Α­στι­κές Συ­γκοι­νω­νί­ες. Αυ­τό το γε­γο­νός έ­δω­σε πολ­λούς πό­ντους ύ­ψος στον τό­τε πρό­ε­δρο του ερ­γο­στα­σια­κού σω­μα­τεί­ου (του ή­ταν α­πα­ραί­τη­τοι) με α­πο­τέ­λε­σμα να α­πο­κτή­σει με­γά­λη δύ­να­μη και να αυ­ξή­σει την ε­πιρ­ρο­ή του. Δεν στα­μα­τού­σε που­θε­νά. Τραί­νο με σπα­σμέ­να φρέ­να πα­ρέ­συ­ρε τα πά­ντα στο πέ­ρα­σμά του. Εί­χε γί­νει α­κό­λου­θος και συ­γκε­ντρω­σιάρ­χης κά­ποιου με­γα­λο­Σοσιάλ βου­λευ­τή. Ή­τα­νε “πρω­το­κλα­σά­τος” ό­πως έ­λε­γε κο­μπά­ζο­ντας. Τρομε­ρό δί­δυ­μο με το συ­νε­ται­ρά­κι του το γραμ­μα­τέ­α. Ό­πο­τε θέ­λα­νε μα­ζί με τους δι­κούς τους ορ­γά­νω­ναν α­περ­γί­α ή στά­ση ερ­γα­σί­ας, για “ψύλ­λου πή­δη­μα”. Εί­χε μα­ταιώ­σει και τη λει­τουρ­γί­α του ερ­γο­στα­σί­ου α­κό­μα “λό­γω χιο­νό­πτω­σης”. Με­σο­λαβού­σαν για να μοι­ρά­σουν ε­πι­δό­ματα, να βγει κά­ποιο δά­νειο σε ερ­γα­ζό­με­νο, ακό­μα και μια θε­σού­λα να πά­ρει κά­ποιος δι­κός τους, έ­στω και “μι­σή σαρ­δέ­λα” Όλα στην υ­πη­ρε­σί­α του ερ­γα­ζο­μέ­νου αρ­κεί να “μα­ζεύ­ου­με κου­κιά”. Στις συ­νε­λεύ­σεις α­κτύ­πη­τοι, οι πραι­το­ρια­νοί τους προ­στά­τευαν ό­πο­τε χρεια­ζό­ταν.

Νέ­α κυ­βέρ­νη­ση νέ­α διοί­κη­ση. Σύμ­βου­λος α­πό το ε­ξω­τε­ρι­κό. Κα­τα­ξιωμέ­νος ό­πως έ­λε­γαν. Έ­κα­τσε ό­σο έ­κα­τσε αλ­λά έ­μπλε­ξε λέ­νε με κά­τι σκάν­δα­λα. Τό­τε ο “πρω­το­κλα­σά­τος” τον εί­χε “βά­λει κά­τω και τον πά­τα­γε” που λέ­ει κι’ ο λα­ός. Μια και δυό τον βά­λα­νε σε κε­λί και αρ­ρώ­στη­σε. Α­πο­φυ­λα­κί­στη­κε για λό­γους υ­γεί­ας αλ­λά με­τά α­πό λί­γο πέ­θα­νε ο φου­κα­ράς. Αλ­λά και ο νέ­ος σύμ­βου­λος που δια­δέ­χθη­κε τον προ­η­γού­με­νο έ­πε­σε στην δυ­σμέ­νεια του “πρω­το­κλα­σά­του”. Του έ­βγα­λε κά­ποια στιγ­μή μια φω­το­γρα­φί­α με μια βίλ­λα και την έ­κα­νε πε­ριοδεί­α στο ερ­γο­στά­σιο. Κα­νείς δεν κα­τά­λα­βε τι πραγ­μα­τι­κά εί­χε συμ­βεί και πά­ει και αυ­τός.

Στο τέ­λος ε­κεί­νης της δε­κα­ε­τί­ας βγαί­νει άλ­λο σκάν­δα­λο στην ε­πιφά­νεια. Αυ­τή τη φο­ρά ή­ταν ο ί­διος ο “πρω­το­κλα­σά­τος”  και το συ­νε­ται­ρά­κι του. Ένα πο­σό που τους εί­χε δια­θέ­σει η ε­ται­ρεί­α λέ­γα­νε, για να το μοι­ρά­σου­νε στους ερ­γα­ζό­με­νους σε μορ­φή ε­πι­δο­μά­των το βάλα­νε κα­τά λά­θος στη τσέ­πη τους. Γί­να­νε κά­τι δι­κα­στή­ρια που κρά­τη­σαν κά­τι χρό­νια και στο τέ­λος ήρ­θαν σε συμ­βι­βα­σμό με την ε­ται­ρεί­α και τα ε­πέ­στρε­ψαν λέ­ει λί­γα λί­γα, με δό­σεις δη­λα­δή.

Ό­λα αυ­τά τα χρό­νια το ερ­γο­στά­σιο πα­ρή­γα­γε  α­στα­μά­τη­τα και η τε­χνο­γνω­σί­α που εί­χε α­πο­κτη­θεί εί­χε φτά­σει σε υ­ψη­λά ε­πί­πε­δα. Η και­νούρ­για δεκα­ε­τί­α μπή­κε με κα­λούς οιω­νούς. Ή­ταν γού­ρι­κο το “μιλ­λέ­νιουμ”. Οι συμ­βά­σεις έρ­γων έ­μπαι­ναν η μια πί­σω α­πό την άλ­λη. Συ­νεργα­σί­ες με πολ­λά ξέ­να κρά­τη. Οι ξέ­νοι συ­νερ­γά­τες πη­γαι­νο­έρ­χο­νταν. Τα χρο­νο­δια­γράμ­μα­τα λέ­γα­νε ό­τι αυτή η δε­κα­ε­τί­α θα ή­ταν η κα­λύ­τε­ρη. Ό­λα τα ερ­γο­στά­σια δού­λευαν. Η α­γο­ρά έ­ξω εί­χε “πά­ρει φω­τιά”. Πρώ­τες ύ­λες, ε­ξω­τε­ρι­κοί συ­νερ­γά­τες, ό­λοι δού­λευαν για την ε­ται­ρεί­α. Ο αρ­μό­διος υ­πουρ­γός έ­λε­γαν, εί­χε υ­πο­γρά­ψει πολ­λές συμ­βά­σεις για την ε­ται­ρεί­α, τό­σες ό­σες δεν υ­πέ­γρα­ψαν ό­λοι μα­ζί οι διά­δο­χοι του (13) στη θέ­ση αυ­τή. Τώ­ρα αυ­τός ο υ­πουρ­γός (14), και μό­νο αυ­τός, δι­κά­ζε­ται για μί­ζες. Μάλι­στα τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια κά­ποιος υ­πουρ­γός που αρ­γό­τε­ρα έ­γι­νε και πρόε­δρος της βου­λής (15), ό­ταν πή­γαι­ναν τα σω­μα­τεί­α και του ζη­τού­σαν να βά­λει κάποια δου­λειά μέ­σα στα ερ­γο­στά­σια τους α­πα­ντού­σε με το γνω­στό ύ­φος του .”Τι σας νοιά­ζει; ε­σείς δεν πλη­ρώ­νε­στε?”

Και ε­κεί που ό­λα πή­γαι­ναν κα­λά και εί­χα­με αρ­χί­σει να α­νε­βαί­νουμε α­να­κοι­νώ­θη­κε αυ­τό που α­πό και­ρό τώ­ρα ψι­θυ­ρι­ζό­ταν. Έ­πρε­πε να ε­νο­ποι­η­θού­νε με την άλ­λη α­μυ­ντι­κή βιο­μη­χα­νί­α του Λε­κα­νο­πε­δί­ου. (16) Ή­ταν ε­ντο­λή της Ε.Ε εί­παν τό­τε. Πο­λύ πα­λιά βιο­μη­χα­νί­α ι­στο­ρι­κή και με­γά­λη, πά­νω α­πό έ­ναν αιώ­να σκέ­τη γριά. Την εί­χαν πα­ρα­με­λή­σει, έ­λε­γαν και την ά­φη­σαν να γε­ρά­σει και για να μην πε­θά­νει της έ­δω­σαν ζω­ή α­πό την πνο­ή μιας νε­ό­τε­ρης. Ό­πως ή­ταν φυ­σι­κό ό­ταν μοι­ρά­ζεις το ί­διο φα­γη­τό σε πε­ρισ­σό­τε­ρα στό­μα­τα αυ­τό λι­γο­στεύ­ει και ά­μα δεν φρο­ντί­σεις να βρεις άλ­λο κά­ποια στιγ­μή θα τε­λειώ­σει και τό­τε θα πει­νά­σουν ό­λοι μα­ζί. Έ, αυ­τό έ­χει γί­νει τώ­ρα.

Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα ερ­γο­στά­σια της μη­τρι­κής ε­ται­ρεί­ας αλ­λά και οι θυγα­τρι­κές έ­μει­ναν α­πό δου­λειά. Ε­πεν­δύ­σεις σε νέ­ο ε­ξο­πλι­σμό δεν έ­γι­ναν. Φαί­νε­ται η πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α πή­ρε  την α­πό­φα­ση η α­τμο­μη­χα­νή της οι­κο­νο­μί­ας να μεί­νει χω­ρίς κάρ­βου­νο. Τέρ­μα η φά­μπρι­κα. Βέ­βαια έ­χου­νε να πού­νε ό­τι η “ε­ται­ρί­α εί­ναι ζη­μιο­γό­να και ε­πι­βα­ρύ­νει τον Έλ­λη­να φο­ρο­λο­γού­με­νο”. Αν κάτι δεν πά­ει κα­λά το προ­σπα­θείς, το βελ­τιώ­νεις δεν το κα­τα­στρέ­φεις. Κα­νείς ό­μως α­πό τους αρ­μό­διους δεν μπή­κε στο κό­πο να αλ­λά­ξει τις δο­μές αυ­τής της ε­ται­ρεί­ας και να την κά­νει πιο ευέ­λι­κτη. Να μειώ­σει τη γρα­φειο­κρα­τί­α και να μειώ­σει τις ε­ξαρ­τή­σεις α­πό τη δυ­σκί­νη­τη κρα­τι­κή μη­χα­νή. Να μην χρειάζε­ται για πα­ρά­δειγ­μα μια ά­δεια ει­σα­γω­γής τη με­σο­λά­βη­ση του αρ­μό­διου υπουρ­γεί­ου που θα την ε­γκρί­νει κά­πο­τε. Η ε­κά­στο­τε διοί­κη­ση να μη διο­ρί­ζε­ται α­πό την κά­θε κυ­βέρ­νη­ση, ού­τε να ε­ξαρ­τά­ται η θη­τεί­α της α­πό τη διάρ­κεια της θη­τεί­ας του κά­θε αρ­μό­διου υ­πουρ­γού. Οι διοι­κη­τές να εί­ναι πραγ­ματικοί ι­κα­νοί managers και ό­χι α­νί­κα­νοι κομ­μα­τι­κοί φί­λοι τους.

Οι με­τέ­πει­τα διοι­κή­σεις χω­ρίς να έ­χουν ου­σια­στι­κό ρό­λο, α­πλώς πέ­ρα­σαν. Δεν εί­χαν σχέ­διο, δεν εί­χαν στό­χους, δεν εί­χαν ό­ρα­μα για το μέλ­λον μιας βιο­μη­χα­νί­ας. Ά­φη­σαν τα ερ­γο­στά­σια χω­ρίς νέ­ες ε­πεν­δύ­σεις, χω­ρίς νέ­ο ε­ξο­πλι­σμό. Δεν υ­πήρ­ξαν νέ­α προ­ϊ­ό­ντα να α­να­πτυχτούν με α­πο­τέ­λε­σμα τα τελευ­ταί­α χρό­νια τα  ερ­γο­στά­σια να κα­τα­λή­ξουν να εί­ναι μό­νο φα­σο­νά­δι­κα. Δεν ε­πέν­δυ­σαν στον ερ­γα­ζό­με­νο ό­πως έ­πρε­πε για να α­πο­δώ­σει με­τά αυ­τή η ε­πένδυ­ση και να ε­πι­στρα­φεί πολ­λαπλά στη ε­ται­ρεί­α. Οι ερ­γα­ζό­με­νοι α­πο­χω­ρούσαν λό­γω συ­ντα­ξιο­δό­τη­σης και δεν φρό­ντι­σαν  η ε­μπει­ρί­α που α­πο­κτή­θη­κε με τα χρό­νια και έ­γι­νε τε­χνο­γνω­σί­α να πε­ρά­σει σε νέ­ους αν­θρώ­πους. Οι προ­σλήψεις νέ­ου προ­σω­πι­κού στα­μά­τη­σαν για χρό­νια. Έ­τσι χά­θη­κε η συ­νέ­χεια της γνώ­σης. Η έλ­λει­ψη α­ξιο­λό­γη­σης του προ­σω­πι­κού αλ­λά και η α­να­ξιο­κρα­τί­α είχαν σαν α­πο­τέ­λε­σμα να προ­ω­θού­νται α­κα­τάλ­λη­λοι άν­θρω­ποι σε καί­ριες θέ­σεις.

Το συν­δι­κά­το λει­τούρ­γη­σε ερ­γο­λα­βι­κά. Α­να­λάμ­βα­νε κά­θε υ­πό­θε­ση υπέρ του ερ­γα­ζό­με­νου αρ­κεί αυ­τό να του α­πέ­δι­δε ψή­φους. Δια­παι­δα­γώ­γη­σε με το χει­ρό­τε­ρο τρό­πο τον ερ­γα­ζό­με­νο με α­πο­τέ­λε­σμα να δη­μιουρ­γή­σει σε πολλές πε­ρι­πτώ­σεις κα­κο­μα­θη­μέ­να παι­διά που ε­πι­θυ­μού­σαν ε­πι­δό­μα­τα και υ­περω­ρί­ες α­στα­μά­τη­τα, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την κα­τά­στα­ση της πα­ρα­γω­γής.  Η κα­τά­χρη­ση υ­πε­ρω­ριών σε πολλές πε­ρι­πτώ­σεις α­πέ­βαι­νε κα­τα­στρο­φι­κά για το πα­ραγό­με­νο προ­ϊ­όν. Σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις η δου­λειά πή­γαι­νε “φρε­να­ρι­στά” ό­λη την ε­βδο­μά­δα για να “βγει υ­πε­ρω­ρί­α” το Σάβ­βα­το που ή­ταν και κα­λο­πλη­ρω­μέ­νη. Το σω­μα­τεί­ο δεν ε­πέ­τρε­πε την αλ­λα­γή πό­στου για “λό­γους παραγω­γι­κής διαδι­κα­σί­ας”  α­κό­μα κι αν ή­ταν της ί­διας ει­δι­κό­τη­τας. Πό­σο μάλ­λον τη με­τα­κί­νηση σε άλ­λο ερ­γο­στά­σιο του ί­διου νο­μού. Ε­κεί το σω­μα­τεί­ο εί­χε το πλή­ρες δικαί­ω­μα να μην ε­πι­τρέ­ψει στον ερ­γα­ζό­με­νο να με­τα­κι­νη­θεί αλ­λά και να τον ανα­κα­λέ­σει ό­πο­τε ή­θε­λε αυ­τό.

Μέ­σω του συν­δι­κά­του το μα­κρύ χέ­ρι της πο­λι­τι­κής ε­ξου­σί­ας έ­φτα­νε μέ­χρι τους χώ­ρους δου­λειάς. Ή­ταν οι άλ­λοι στρα­το­λό­γοι που προ­ε­τοί­μα­ζαν το έ­δα­φος και την ε­κλο­γι­κή πε­λα­τεί­α των ε­περ­χό­με­νων ε­κλο­γών.

Τέ­λος η δια­πλεγ­μέ­νη σχέ­ση αυ­τών των τριών πό­λων δηλ. της πο­λι­τικής ε­ξου­σί­ας, της διοί­κη­σης της ε­ται­ρεί­ας και του συν­δι­κά­του των ερ­γα­ζομέ­νων κα­τά­φε­ραν α­νε­πού­λω­το πλήγ­μα στο σώ­μα της τε­λευ­ταί­ας βα­ριάς βιομη­χα­νί­ας της χώ­ρας.