Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΩΣ Η ΡΩΣΙΚΗ «ΜΕΓΑΛΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» ΑΓΚΑΛΙΑΖΕΙ ΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΜΕΓΑΛΟΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ Ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ

 

Η πρόθεση του γάλλου προέδρου να επιβάλει φόρο 75% στις μεγάλες περιουσίες ήταν η αφορμή για την απρόσμενη κίνηση του Ζεράρ Ντεπαρντιέ, να εγκαταλείψει τη χώρα του για να βρει άσυλο στη Ρωσία. Ο Ντεπαρντιέ χαρακτήρισε το ρωσικό κράτος μία «μεγάλη δημοκρατία» και δήλωσε ότι αγαπά τον Πούτιν – ο οποίος τον κάλεσε
στη χώρα του και του παραχώρησε τη ρωσική υπηκοότητα – κι ότι και αυτός (ο Πούτιν) τρέφει ανάλογα συναισθήματα! Αυτή η ενέργεια φαίνεται πως είχε θετικό αντίκτυπο σε ένα τμήμα της γαλλικής αστικής τάξης: Τις ίδιες μέρες η Μπριζίτ Μπαρντό, πρώην γόησσα, αλλά μόνιμα ακροδεξιών πολιτικών φρονημάτων, δήλωσε ότι θα ακολουθήσει το παράδειγμα του Ντεπαρντιέ εάν οι αρχές ενός ζωολογικού κήπου θανατώσουν δύο άρρωστους ελέφαντες καθώς, όπως είπε, η Ρωσία είναι μια χώρα που σέβεται τα δικαιώματα των ζώων…
 
Με τον θερμό εναγκαλισμό του στον Ντεπαρντιέ και την προσφορά πολιτικού και φορολογικού καταφυγίου σε αυτόν ο Πούτιν έδωσε το σύνθημα στη γαλλική μονοπωλιακή αστική τάξη να αποκτήσει μεγαλύτερους δεσμούς με τη νεοχιτλερική Ρωσία του. Τους είπε δηλ. αυτό που ήθελαν να ακούσουν: ότι πρόκειται για μια χώρα όπου η μεγαλοαστική τάξη είναι εντελώς επιθυμητή και καλοδεχούμενη, ιδιαίτερα αν φοροδιαφεύγει από τη Δύση. Όπως ήταν φυσικό, αυτός ο ξαφνικός έρωτας Ντεπαρντιέ-Πούτιν ξεσήκωσε ένα μεγάλο κύμα σαρκασμού όχι μόνο στη Γαλλία αλλά και στη Ρωσία, όπου τα πρώτα ανέκδοτα έχουν ήδη κυκλοφορήσει. Γιατί θέλει πολύ θράσος για να ονομάζει κανείς τη Ρωσία «μεγάλη δημοκρατία», μια χώρα που απαγορεύει τις διαδηλώσεις και εκτελεί δημοσιογράφους, που κάνει εισβολές σε άλλες χώρες διαμελίζοντάς τες ή εξολοθρεύοντας τον πληθυσμό τους (βλ. Γεωργία, Τσετσενία). Μια χώρα όπου οι μη αρεστοί στο καθεστώς καπιταλιστές κατηγορούνται για οικονομικά σκάνδαλα και σαπίζουν στη φυλακή ή στην εξορία ενώ οι ενεργειακοί εκβιασμοί σε τρίτες χώρες έχουν συχνά κόστος σε ανθρώπινες ζωές.
 
Πέρα από τον προβληματικό όπως αποδεικνύεται, παρακμασμένο και ναρκισσιστικό χαρακτήρα του Ντεπαρντιέ, πιο βαριές ευθύνες αναλογούν στον γενικά φιλικό απέναντι στον άξονα Ρωσίας-Κίνας Ολάντ. Το ότι αυτός φορολόγησε βαριά την μεγαλοαστική τάξη της χώρας του δεν ήταν για τους λόγους που θα το έκανε αυτό μια προοδευτική φιλολαϊκή αστική κυβέρνηση αλλά για να προβοκάρει την αστική του τάξη και να την στείλει στις χώρες παραδείσους της φοροδιαφυγής, της κλεπτοκρατίας και του φασισμού, όπως είναι η Ρωσία, είτε να διασπάσει την ΕΕ στέλνοντας την στο Βέλγιο. Τα μεγάλα εισοδήματα και οι περιουσίες πρέπει να φορολογούνται βαριά, όπως γινόταν στις βόρειες χώρες στις δεκαετίες πριν τα 1990 όπου υπήρχαν ακόμα κάπως ισχυρές εργατικές τάξεις και συνδικάτα. Αλλά για να έχει αυτό νόημα σήμερα πρέπει να διασφαλιστεί μια στοιχειωδώς κοινή γραμμή γι αυτή τη φορολόγηση μέσα στην ΕΕ, ώστε να μην μεταφέρει ο μεγαλοαστός της κάθε χώρας τα κεφάλαιά του σε άλλες χώρες της ΕΕ με πολύ χαμηλότερη φορολογία και έτσι και να οξύνονται οι ενδοευρωπαϊκές σχέσεις ενώ οι καπιταλιστές να μένουν τελικά αλώβητοι. Μάλιστα όταν τα κεφάλαια μετακινούνται προς τη Ρωσία, ή άλλες αντιδραστικές χώρες από οικονομική και πολιτική άποψη χάνει όχι μόνο η κάθε Γαλλία αλλά η Ευρώπη ολόκληρη.
 
Μπορεί βέβαια εδώ να ισχυριστεί κανείς ότι η Ρωσία του Πούτιν χάνει πολιτικά στο γαλλικό λαό με το καταφύγιο που δίνει στους πλούσιους γάλλους. Όμως όπως έχουμε ξαναδεί παντού από τη Συρία ως την Αίγυπτο και από την Ελλάδα ως την Νότια Αφρική η Ρωσία έχει πάντα δύο πολιτικές: Δηλαδή να είναι και μέσα στις αστικές τάξεις και μέσα στους λαούς, και μέσα και στις κυβερνήσεις και μέσα στις αντιπολιτεύσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Πούτιν παίζει με τη γαλλική μεγαλοαστική τάξη και θέλει να την προσεταιριστεί, για την ακρίβεια να την κατευνάσει πολιτικά και ιδεολογικά, γιατί αυτή όπως και κάθε άλλη δυτική αστική τάξη δεν έχει πάψει να φοβάται το ρώσικο ιμπεριαλισμό. Είναι και αυτή μια πλευρά της ευρύτερης μεθόδευσης για τη διάσπαση της Ευρώπης. Από την άλλη πλευρά ο ρώσικος σοσιαλιμπεριαλισμός δουλεύει και μάλιστα ακόμα πιο πυρετώδικα για τον προσεταιρισμό ή τον καθησυχασμό αντίστοιχα του ευρωπαϊκού προλεταριάτου. Αυτό το κάνει με τους φίλους και τους πράκτορές του σοσιαλφασίστες, ιδιαίτερα με τους τροτσκιστές, μέσα στο εργατικό και το λαϊκό κίνημα. Αυτοί ήδη έχουν ανακηρύξει σε όλες τις χώρες σαν κύριο εχθρό των λαών όχι το φασισμό και το ναζισμό, όχι δηλαδή τον πολεμικό κρατικοφασισμό όπως έκαναν πάντα οι προοδευτικοί άνθρωποι, ιδιαίτερα οι κομμουνιστές ιδρυτές των αντιφασιστικών μετώπων, αλλά τον νεοφιλελευθερισμό, που σημαίνει την μονοπωλιακή αστική τάξη των ακόμα δημοκρατικών ευρωπαικών χωρών.
 
Έτσι οι πουτινικοί μέσα στη Γαλλία τα βάζουν με τον πλούσιο Ντεπαρντιέ που δεν θέλει να πληρώνει φόρους στο γαλλικό κράτος ενώ στην ίδια τη Ρωσία τον προσεταιρίζονται. Και στις δύο περιπτώσεις δεν στρέφουν τα κύρια πυρά τους στον φίλο τους διασπαστή της ΕΕ Ολάντ, αλλά στην υπόλοιπη γαλλική αστική τάξη. Όσο δεν υπάρχει ένα πολιτικά συνειδητό και πραγματικά ταξικό εργατικό κίνημα να τα βάλει με την κινεζοποίηση της Ευρώπης στα εργασιακά ζητήματα και τη ρωσοποίηση της στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, αντιπαλεύοντας και τους άθλιους υφεσιακούς και υπερεκμεταλλευτές ευρωπαίους μονοπωλιστές οι καγκεμπίτες θα παίζουν απερίσπαστοι το διπλό, θανατηφόρο κυκλωτικό παιχνίδι τους.