Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Η ελληνοτουρκική διαμάχη για το Αιγαίο: μια πιθανή λύση - ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΕΙΡΗΝΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Δυο χρόνια μετά την ίδρυσή της στα 1987 η ΟΑΚΚΕ επεξεργάστηκε τις βασικές αρχές για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών στο Αιγαίο με πνεύμα φιλίας και με σεβασμό στην κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα των δύο κρατών και σε συμφωνία με το διεθνές δίκαιο της θάλασσας. Η πρόταση αυτή αφορούσε κυρίως τα όρια των χωρικών υδάτων (αιγιαλίτιδας ζώνης), του εναέριου χώρου και της υφαλοκρηπίδας (https://www.oakke.gr/global/2013-02-16-19-26-19/item/1243-)

 

Η εκπόνηση μιας τέτοιας γραμμής ήρθε σαν απάντηση στην όξυνση των διαφορών που έγινε τότε με κύρια ευθύνη – από την εποχή Α. Παπανδρέου και μετά, δηλ. από την εποχή που η νεοτσαρική Ρωσία αποκτά ισχυρή πολιτική βάση στη χώρα μας – της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας. Από τη δεκαετία του ’80 και μετά η Ελλάδα τορπιλίζει κάθε διαπραγμάτευση για τις διαφορές της με την Τουρκία για να μην μπει αυτή στην ΕΕ, οπότε αναβαθμίζει με διάφορα τεχνάσματα το καθεστώς των βραχονησίδων της σε νησιά, προβάλλει άδικες διεκδικήσεις στη Μεσόγειο (βλ. πλήρη ΑΟΖ για το Καστελόριζο), τις οποίες δεν τολμά φυσικά να επικυρώσει γιατί ξέρει ότι θα απομονωθεί. Ταυτόχρονα διατηρεί κουτσουρεμένη την αιγιαλίτιδα ζώνη της στο Αιγαίο, όχι τόσο γιατί θα διαμαρτυρόταν η Τουρκία (αυτό λύνεται όπως αποδεδείχθηκε το 2004 σαν αποτέλεσμα των συζητήσεων των εμπειρογνωμόνων των δύο πλευρών) αλλά επειδή στην πραγματικότητα μια επέκτασή της θα στερούσε από το ρωσικό στόλο της Μαύρης Θάλασσας την πρόσβαση στη Μεσόγειο. Σήμερα η Τουρκία, ολοένα και πιο απομονωμένη από την ΕΕ χάρη στην Ελλάδα, στρέφεται προς τη ρωσική υπερδύναμη, οπότε αρχίζει να ακολουθεί τους ρωσόφιλους ευρασιατιστές στρατηγούς της που υιοθετούν σε βάρος της Ελλάδας μαξιμαλιστικές επιθετικές πρακτικές (π.χ. αμφισβήτηση κυριαρχίας Ελλάδας σε βραχονησίδες στο Αιγαίο, έμπρακτη μη αναγνώριση υφαλοκρηπίδας σε Κρήτη και όλα τα νησιά). Έτσι το ζήτημα ποιος από τους δύο γείτονες έχει περισσότερο δίκιο ή άδικο σε επίπεδο κυριαρχικών διαφορών ή διαφορών δικαιοδοσίας εμφανίζεται πιο περίπλοκο σε σχέση με πριν και σίγουρα οι επίσημες θέσεις των εν λόγω κρατών δε θα μπορούσαν να μας χρησιμεύσουν σαν ένας λογικός και αξιόπιστος οδηγός.

Ένας παράγοντας που θα μπορούσε όλα αυτά τα χρόνια να παίξει έναν πολύ θετικό ρόλο στην αναζήτηση μιας λύσης και σε μια διαφώτιση του ελληνικού αλλά και του τουρκικού λαού είναι οι ευρωπαίοι ειδικοί του δικαίου της Θάλασσας και οι δημοσιολόγοι που θα δημοσίευαν σχετικές μελέτες και θα έπαιρναν θέση για την ελληνοτουρκική διένεξη. Αλλά όλες οι κυβερνήσεις και τα μεγάλα κόμματα όλων των ευρωπαϊκών χωρών με μπροστάρηδες τους ρωσόφιλους αποθαρρύνουν τους ειδικούς τους να μπλέξουν με αυτό το πρόβλημα για να μην δυσαρεστήσουν ένα κράτος μέλος τους, που κάνει αυτό το ζήτημα κεντρικό της ύπαρξης του, για να μην έχουν ένα εσωτερικό διπλωματικό πρόβλημα στην ΕΕ. Έτσι αφήνουν εδώ και δεκαετίες τους ρωσόδουλους να ξεσηκώνουν τους σοβινιστές στην Ελλάδα και μέσω αυτών να ανατινάζουν όλη την ευρωπαϊκή πολιτική στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή. Ειδικά τους επιτρέψανε να παραδώσουν τη μισή Δημοκρατία της Μακεδονίας και τη μισή Τουρκία στους φίλους του ρωσοκινεζικού νεοναζιστικού άξονα.

Παρακάτω δημοσιεύουμε το κεντρικό τμήμα με τις προτάσεις ενός άρθρου για τα ελληνοτουρκικά του γάλλου διπλωμάτη Ντιντιέ Οτολάν, συντονιστή του πολύ έγκυρου για τις θαλάσσιες οριοθετήσεις Γεωπολιτικού Άτλαντα Θαλάσσιων Χώρων, στο περιοδικό Défense nationale et sécurité collective (https://www.diploweb.com/The-Greco-Turkish-dispute-over-the.html). Παρατηρούμε ότι γράφτηκε το Φλεβάρη του 2009, δηλαδή στα μέσα της προεδρίας Σαρκοζύ, όταν η γαλλική εξωτερική πολιτική ήταν ακόμα κυρίως ευρωπαϊκή, δηλαδή δεν είχε πάρει τη νεοαποικιακή ιμπεριαλιστική της κατηφόρα στη Μεσόγειο και στην υποσαχάρια Αφρική οπότε άρχισε να συνεργάζεται με την όλο και πιο ισχυρή στο χώρο αυτό Ρωσία, διαλέγοντας σαν κύριους μεσογειακούς συμμάχους της την Ελλάδα και την Κύπρο και σαν κύριο εχθρό της την Τουρκία. Η ισοζυγισμένη πρόταση του γάλλου ειδικού έρχεται να μας θυμίσει πόσο δίκιο είχε η ΟΑΚΚΕ όταν σε κόντρα με το καλλιεργημένο κυρίαρχο ρεύμα του σοβινισμού και της πατριδοκαπηλίας στη χώρα μας τόλμησε να εκφράσει 33 χρόνια πριν τη φωνή της ειρήνης και του προλεταριακού διεθνισμού και να θέσει τις βάσεις στην αριστερά για μια εναντίωση στην «εθνική πολιτική» του σοσιαλφασισμού.              

Το Δίκαιο της Θάλασσας και η ελληνοτουρκική διένεξη

Η εξέλιξη του Δίκαιου της Θάλασσας βρίσκεται στην πηγή της ελληνοτουρκικής διένεξης στο Αιγαίο.

Η άσκηση κυριαρχίας των παράκτιων κρατών στα νερά που βρίσκονται πέρα από το έδαφος τους έχει γίνει αποδεκτή από το 18ο αιώνα· αυτή η χωρική θάλασσα περιοριζόταν τότε στα 3 ναυτικά μίλια (ν. μίλια). Με την τεχνολογική πρόοδο, τα κράτη ένιωσαν την ανάγκη να επεκτείνουν τα νερά τους για να εξασφαλιστούν και για να εκμεταλλευτούν τους θαλάσσιους και υποθαλάσσιους πόρους. Αυτή η επέκταση των περιοχών υπό κυριαρχία (χωρικά ύδατα) και υπό δικαιοδοσία (υφαλοκρηπίδα και οικονομική αποκλειστική ζώνη) είναι η πηγή πολλών διενέξεων, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν το Αιγαίο.

Εξαιτίας της διαφοράς ανάμεσα στα κράτη που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα και σε εκείνα που ενδιαφέρονται πρωτίστως για την ασφάλειά τους ή για την εκμετάλλευση των θαλάσσιων πόρων πέρα από τα εδάφη τους, η Σύμβαση για τη Χωρική Θάλασσα και τη Συνορεύουσα Ζώνη του 1958 δεν έλεγε τίποτα για το μέγιστο πλάτος των χωρικών υδάτων. Ορισμένες χώρες αποφάσισαν στο μεταξύ να τα επεκτείνουν στα 12 ν. μίλια· αυτή είναι και η περίπτωση της Γαλλίας από τα 1971.

Η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της υφαλοκρηπίδας, πέρα από τα χωρικά ύδατα, εξελίχθηκε γοργά. Η Σύμβαση για την Υφαλοκρηπίδα της 29 Απρίλη 1958 αναγνώριζε αυτό το δικαίωμα.

Τελικά, η έννοια της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) που επιτρέπει την άσκηση δικαιοδοσίας πάνω από τα 200 ν. μίλια θα αναγνωριζόταν από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας που συνάφθηκε στο Μοντέγκο Μπέυ το Δεκέμβρη του 1982. Πολλές χώρες δεν περίμεναν την υπογραφή της Σύμβασης για να ορίσουν ΑΟΖ προκαταβολικά· η Γαλλία το έκανε στα 1976.

Αυτές οι εξελίξεις διατάραξαν τη σχετική σταθερότητα του Αιγαίου που είχε γίνει σεβαστή από το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και προκάλεσαν μια διένεξη που αφορούσε τα χωρικά ύδατα και την υφαλοκρηπίδα.  

Χωρικά ύδατα

Η Ελλάδα έχει επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 6 ν. μίλια με μια Πράξη του Σεπτέμβρη του 1936. Τα ελληνικά χωρικά ύδατα καλύπτουν έτσι το 43,5% του Αιγαίου ενώ τα τουρκικά χωρικά ύδατα αντιπροσωπεύουν μόνο 7,5%. Αν τα χωρικά τους ύδατα οι δύο χώρες τα έφερναν στα 12 ν. μίλια, το 71,5% του Αιγαίου θα βρισκόταν υπό ελληνική κυριαρχία και το 8,7% υπό τουρκική. Η περιοχή της ανοιχτής θάλασσας θα περιοριζόταν από το 49% στο 19,7%. Αν οι δύο χώρες όριζαν ΑΟΖ, ο υπολειπόμενος χώρος (19,7%) θα έπεφτε εξολοκλήρου στη δικαιοδοσία της Αθήνας (1). Αυτό εξηγεί γιατί η Τουρκία ασκεί πάντα πίεση στο γείτονά της, ισχυριζόμενη ότι η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ν. μίλια θα αποτελούσε casusbelli. Το τουρκικό κοινοβούλιο υιοθέτησε αυτή τη στάση με μια απόφαση που πάρθηκε τον Ιούνη του 1995, λίγο μετά την επικύρωση από την Ελλάδα της Σύμβασης του Μοντέγκο Μπέυ.

Η δυσκολία προκύπτει από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη Σύμβαση, «πλοία όλων των κρατών, παράκτιων είτε περίκλειστων, απολαμβάνουν το δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης» στα χωρικά ύδατα άλλου κράτους. Αυτό το δικαίωμα ενέχει περιορισμούς για στρατιωτικά σκάφη και υποβρύχια (που απαιτείται να πλοηγούνται στην επιφάνεια) και μπορεί να ρυθμιστεί από το παράκτιο κράτος. Αν τα ελληνικά χωρικά ύδατα επεκτείνονταν στα 12 ν. μίλια στο Αιγαίο Πέλαγος, τα τουρκικά πολεμικά πλοία που έρχονται από το Βόσπορο ή από τη Σμύρνη θα υπόκειντο στους περιορισμούς του «δικαιώματος αβλαβούς διέλευσης» ή ακόμα και σε ρυθμίσεις που θα υιοθετούσε η Αθήνα για να συνδεθούν με την κεντρική Μεσόγειο.

Υφαλοκρηπίδα

Το Νοέμβρη του 1973, η τουρκική κυβέρνηση διάθεσε ζώνες ενεργειακής έρευνας στην Τουρκική Κρατική Πετρελαϊκή Εταιρία στην περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στα ελληνικά νησιά Λέσβος, Σκύρος, Λήμνος και στα δυτικά της Σαμοθράκης. Τον Ιούλη του 1974, έκδωσε επιπλέον νέες άδειες επεκτείνοντας αυτή τη ζώνη στα δυτικά και διεκδικώντας ένα νέο στενό τμήμα της υφαλοκρηπίδας που βρίσκεται ανάμεσα στα ελληνικά νησιά της Δωδεκανήσου και τις Κυκλάδες. Η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε σφοδρά ενάντια στις δύο αυτές αποφάσεις. Η Τουρκία παρόλα αυτά έστειλε ωκεανογραφικά σκάφη στη διαφιλονικούμενη περιοχή: το Candarli το Μάη-Ιούνη του 1974, και επίσης το SismikI, τον Αύγουστο του 1976, του οποίου η αποστολή έφερε τις δύο χώρες στα πρόθυρα της ένοπλης σύγκρουσης. Οι θέσεις τους μπορούν να συνοψιστούν λοιπόν ως ακολούθως:

Για την Ελλάδα, το διεθνές δίκαιο, και ιδίως η Σύμβαση για την Υφαλοκρηπίδα, δίνει στα νησιά το δικαίωμα να ασκούν δικαιοδοσία στην υφαλοκρηπίδα τους και διευκρινίζει ότι η υφαλοκρηπίδα μεταξύ δύο χωρών πρέπει να καθοριστεί πάνω στη βάση της μέσης γραμμής (2). Έτσι, καθένα από τα νησιά του Αιγαίου έχει την υφαλοκρηπίδα του, και η μεθόριος με την Τουρκία θα πρέπει να καθοριστεί στη βάση της μέσης γραμμής.

Για την Τουρκία, τα ελληνικά νησιά δεν έχουν δικαίωμα να ασκούν δικαιοδοσία πάνω στην υφαλοκρηπίδα, καθώς βρίσκονται στην τουρκική υφαλοκρηπίδα. Οι «ειδικές συνθήκες» που αναφέρονται στη Σύμβαση για την Υφαλοκρηπίδα (Άρθρο 6.2) δικαιολογούν στην περίπτωση αυτή τη μη εφαρμογή της μεθόδου της μέσης γραμμής.

Σημειώνοντας ότι οι διαφορετικές θέσεις δεν οδηγούν πουθενά, η Ελλάδα υπέβαλε τη διαφορά στο Διεθνές Δικαστήριο της Δικαιοσύνης (ICJ) τον Αύγουστο του 1976 αλλά η Τουρκία αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, το οποίο τελικά κηρύχθηκε αναρμόδιο (3). Από τότε, το θαλάσσιο ζήτημα παραμένει και έχει επιδεινωθεί με εδαφικά επιχειρήματα (4).

Το Διεθνές Δίκαιο έχει ωστόσο εξελιχθεί, επηρεάζοντας τις θέσεις των χωρών και ενισχύοντας τη διένεξη. Η Σύμβαση του Μοντέγκο Μπέυ ενίσχυσε τη θέση της Ελλάδας διευκρινίζοντας ότι οι παράκτιες χώρες μπορούν να επεκτείνουν την περιοχή των χωρικών τους υδάτων στα 12 ν. μίλια, ενώ ενίσχυσε και την τουρκική θέση απομακρύνοντας κάθε αναφορά σε μέση γραμμή για τον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας. Ουσιαστικά, σύμφωνα με τη Σύμβαση, ο καθορισμός των χωρικών υδάτων όπως και της ΑΟΖ «πρέπει να είναι αποτέλεσμα συμφωνίας, στη βάση του διεθνούς δικαίου . . . για να επιτευχθεί μια δίκαιη λύση» (Άρθρα 74 και 83). Η Τουρκία είναι ένα από τα ελάχιστα κράτη που έχουν αρνηθεί να υπογράψουν τη Σύμβαση επειδή αρνείται τη δυνατότητα επέκτασης του εύρους των χωρικών υδάτων στα 12 ν. μίλια. Η Συνθήκη δε μπορεί επομένως να εφαρμοστεί για την Τουρκία, θεωρητικά, όμως η νομολογία τείνει ολοένα και περισσότερο να θεωρεί ότι οι βασικές της προβλέψεις ανήκουν παρόλα αυτά στο άγραφο δίκαιο.    

Νομολογία και θαλάσσιοι χώροι

Η νομολογία γεμίζει τα κενά της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας πάνω στον καθορισμό των θαλάσσιων χώρων.

Η σιωπή της Σύμβασης πάνω στις μεθόδους καθορισμού των θαλάσσιων χώρων έχει προοδευτικά καλυφθεί από τη νομολογία του ICJ, το οποίο έχει καθιερώσει εφαρμόσιμες αρχές· το Δικαστήριο έχει έτσι καθορίσει την έννοια της ίσης απόστασης/των ειδικών συνθηκών για τον καθορισμό της χωρικής θάλασσας, και των αρχών δικαίου/των συναφών συνθηκών για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, η οποία περιλαμβάνει – για να απλοποιήσουμε τα ζητήματα – τη χάραξη μιας προσωρινής μέσης γραμμής για να ελεγχθεί εάν το αποτέλεσμα είναι δίκαιο. Λαμβάνοντας υπόψη τις πολλές ειδικές συνθήκες που παρουσιάζει το Αιγαίο Πέλαγος, μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι το αποτέλεσμα σ’ αυτή την περίπτωση δε θα ήταν δίκαιο.

Διάφορες αποφάσεις που αφορούν επίμαχες υποθέσεις επισημαίνουν χρήσιμες κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό των θαλάσσιων χώρων (5).

Η απόφαση του Φλεβάρη 1969 για την υφαλοκρηπίδα της Βόρειας Θάλασσας υπογραμμίζει το δικαίωμα του κάθε κράτους να ωφεληθεί από το σύνολο της υφαλοκρηπίδας η οποία «αντιπροσωπεύει τη φυσική προέκταση του εδάφους του κάτω από τη θάλασσα». Διευκρίνισε επίσης ότι θα πρέπει να υπάρχει μια λογική σχέση ανάμεσα στην προέκταση των ζωνών που ανήκουν στο κάθε κράτος και το μήκος της ακτογραμμής (κριτήριο της αναλογικότητας).

Η απόφαση του Ιούνη 1977 για την υφαλοκρηπίδα των Στενών της Μάγχης και των Αγγλονορμανδικών Νήσων διευκρίνιζε ότι η αρχή της φυσικής προέκτασης του εδάφους δεν έχει απόλυτη αξία και μπορεί να περιοριστεί σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, κάτι που οδήγησε στον περιορισμό του θαλάσσιου χώρου των Αγγλονορμανδικών Νήσων στα 12 ν. μίλια ένθετα μέσα στη γαλλική υφαλοκρηπίδα.  

Η απόφαση του Ιούνη 1993 που αφορούσε τη θαλάσσια οριοθέτηση ανάμεσα στη Γροιλανδία και το νορβηγικό νησί Γιαν Μαγιέν προσδιόριζε ότι μια ουσιαστική δυσαναλογία ανάμεσα στο μήκος της ακτής και την κατανεμημένη θαλάσσια επιφάνεια δικαιολογεί μια διόρθωση της μεθόδου της μέσης γραμμής.

Το εφαρμοσμένο δίκαιο και η νομολογία που εξελίχθηκαν τα τελευταία χρόνια μπορούν έτσι να καθορίσουν τις βασικές αρχές για τον καθορισμό του θαλάσσιου χώρου του Αιγαίου, λαμβάνοντας υπόψη και τις θεμελιώδεις ανησυχίες των δύο κρατών (κυριότητα, ασφάλεια).

Ο καθορισμός των χωρικών υδάτων

Η Σύμβαση του Μοντέγκο Μπέυ προβλέπει ότι «κάθε Κράτος έχει το δικαίωμα να καθορίζει το εύρος της χωρικής του θάλασσας μέχρι ένα όριο που δε θα ξεπερνά τα 12 ν. μίλια . . .»

Αφού το διεθνές δίκαιο δεν επιβάλλει ένα περιορισμό σ’ αυτό τον κανόνα, ορισμένα κράτη έχουν στο μεταξύ αποφασίσει να περιορίσουν το εύρος των χωρικών τους υδάτων για να αφήσουν μια δίοδο ανοιχτής θάλασσας ανάμεσα στα χωρικά τους ύδατα: η Ιαπωνία περιόρισε εθελοντικά τη χωρική της θάλασσα στα 3 ν. μίλια για να αποφύγει την εδαφοποίηση των στενών της· το ίδιο έγινε με την Εσθονία και τη Φιλανδία προκειμένου να αφήσουν στο ρωσικό στόλο πρόσβαση στην Αγ. Πετρούπολη μέσα σε διεθνή ύδατα χωρίς να πρέπει αυτός να διέλθει μέσα από τα χωρικά ύδατα των γειτόνων του (6), αποφεύγοντας έτσι το καθεστώς «αβλαβούς διέλευσης».

Με το δεδομένο μιας χωρικής θάλασσας περιορισμένης στα 6 ν. μίλια, η Τουρκία στην πραγματικότητα έχει πρόσβαση στα τουρκικά στενά από τη Μεσόγειο μέσω των διεθνών υδάτων· το λιμάνι της Σμύρνης είναι ομοίως προσβάσιμο χωρίς διέλευση μέσα από τα ελληνικά ύδατα. Με την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν. μίλια, τα χωρικά ύδατα των Κυκλάδων και των Δωδεκανήσων θα συνδέονταν, και η Τουρκία θα υποχρεωνόταν να περάσει μέσα από τα ελληνικά ύδατα για να φτάσει στην Πόλη. Ωστόσο, παραμένει μια στενή ζώνη ανοιχτής θάλασσας μεταξύ Χίου και Λέσβου για να προσεγγιστεί η Σμύρνη (https://www.diploweb.com/IMG/jpg/dnaegeanwaters.jpg).

Μια λύση στη διένεξη στο Αιγαίο θα μπορούσε να βασιστεί στον εθελούσιο περιορισμό από την Ελλάδα του εύρους των χωρικών της υδάτων σε περιοχές ευαίσθητες στη ναυσιπλοΐα (ιδιαίτερα ανάμεσα στις Κυκλάδες και στα Δωδεκάνησα, ανάμεσα σε Λέσβο και Χίο, ανάμεσα σε Αντίψαρα και Καλογέρι, κι ανάμεσα σε Ρόδο και Κάρπαθο) για να διατηρηθεί ένας διάδρομος ανοιχτής θάλασσας πλάτους 3 με 5 ν. μιλίων, η χρήση του οποίου θα μπορούσε να ρυθμιστεί για τα εμπορικά πλοία (7) και τελείως ελεύθερου για στρατιωτικά σκάφη. Σε όλες τις άλλες περιοχές, η Ελλάδα μπορεί να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ν. μίλια (8).  

Υπάρχουν και επικαλυπτόμενες περιπτώσεις όταν οι ακτές γειτονεύουν ή βρίσκονται απέναντι και ο μεταξύ τους χώρος είναι λιγότερος από 24 ν. μίλια. Σ’ αυτή την περίπτωση, η Σύμβαση του Δίκαιου της Θάλασσας προτείνει την εφαρμογή της αρχής της ίσης απόστασης εκτός εάν εμπλέκονται ιστορικοί τίτλοι ή ειδικές συνθήκες (9). Τέτοια είναι η περίπτωση των ελληνικών νησιών που αντικρίζουν τις τουρκικές ακτές, ιδιαίτερα η Λέσβος, η Σάμος, η Χίος, και τα Δωδεκάνησα συμπεριλαμβανομένης της Ρόδου, καθώς και – περισσότερο προς τα Ανατολικά – το νησί Μεγίστη (Καστελόριζο) που βρίσκεται μπροστά στην τουρκική πόλη Κας. Οι δυο χώρες φαίνεται να συμφωνούν πάνω σ’ αυτό το σημείο.

Καθορισμός της υφαλοκρηπίδας

Αυτή ξεκινά εκεί που τελειώνουν τα χωρικά ύδατα, έτσι η προέκτασή της βασίζεται στο εύρος των χωρικών υδάτων, είτε αυτά είναι 3, 6 είτε 12 ν. μίλια. Οι τουρκικές διεκδικήσεις (που έγιναν στα 1973 και 1974) ξεκινούν πέρα από τα 6 ν. μίλια των χωρικών υδάτων της Ελλάδας, αλλά από αυτή την ημερομηνία το διεθνές δίκαιο (Σύμβαση του Μοντέγκο Μπέυ) αποδέχεται ένα μέγιστο εύρος 12 ν. μιλίων χωρίς περιορισμό.

Υπάρχουν τέσσερις ζώνες, με διαφορετικά χαρακτηριστικά:

Βορράς του Αιγαίου: υπάρχει μια περιοχή ανοιχτής θάλασσας πέρα από τα 12 ν. μίλια που υπολογίζεται από τα νησιά Λήμνος, Άγιος Ευστράτιος, Λέσβος, Σκύρος και Ψαρά. Η Τουρκία θα μπορούσε να διεκδικήσει ολόκληρη τη ζώνη στη βάση της απόφασης του Ιούνη 1977 (οι Αγγλονορμανδικές Νήσοι «ένθετοι» μέσα στη γαλλική υφαλοκρηπίδα) αλλά η Ελλάδα μπορεί να ισχυριστεί ότι οι συνθήκες είναι διαφορετικές, καθώς ο χώρος είναι πολύ πιο περιορισμένος από όσο είναι στα Στενά ή στον Κόλπο Γκρανβίλ. Η δημιουργία μιας Περιοχής Κοινής Ανάπτυξης (10) θα μπορούσε εν μέρει να ικανοποιήσει τις διεκδικήσεις και των δύο μερών, με τον προσδιορισμό της διανομής των ωφελημάτων να είναι η πιο λεπτή πλευρά (11). Η δικαιοδοσία πάνω στην υφαλοκρηπίδα μπορεί να είναι διακριτή από τη δικαιοδοσία πάνω στη στήλη ύδατος (ΑΟΖ).  

Κεντρική Ζώνη (στα ανοιχτά του Κόλπου του Κουσάντασι): οι προτάσεις για τη Βόρεια Ζώνη θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην περιοχή πέρα από τα 12 ν. μίλια κάθε χώρας (δημιουργία μιας Περιοχής Κοινής Ανάπτυξης ).

Νότια Ζώνη (ανάμεσα στις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα): η Τουρκία διεκδικεί ένα στενό χώρο ξεκινώντας από τα 6 ν. μίλια από τις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα. Η εφαρμογή των 12 ν. μιλίων σ’ αυτή την περιοχή θα άφηνε μικρούς θύλακες μη εκμεταλλεύσιμης ανοιχτής θάλασσας που η αρχή της ισότητας φαίνεται να παραχωρεί στην Ελλάδα, με την πλήρη ελευθερία της ναυσιπλοΐας για πολεμικά πλοία να διασφαλίζεται σ’ αυτή τη ζώνη μέσα απ’ τη δημιουργία ενός διεθνούς διαδρόμου πλάτους 3 έως 5 μιλίων.

Περιοχή ανάμεσα στη Ρόδο και τη Μεγίστη: το δικαίωμα αυτών των δύο νησιών για χωρικά ύδατα 12 ν. μιλίων δε μπορεί να αμφισβητηθεί, ενώ ο θαλάσσιος χώρος είναι αρκετά μεγάλος. Η εκχώρηση δικαιοδοσίας στην υφαλοκρηπίδα και στη στήλη ύδατος (ΑΟΖ) είναι, ωστόσο, συζητήσιμη για τη Μεγίστη εξαιτίας του δυσανάλογου μήκους της ακτογραμμής (12). Αυτή η δυσαναλογία είναι λιγότερο εμφανής στην περίπτωση της Ρόδου όμως, εξαιτίας της θέσης της, η πλήρης εφαρμογή της μέσης γραμμής για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ θα ήταν άδικη για την Τουρκία και θα δικαιολογούσε μια περιορισμένη εφαρμογή για τη Ρόδο.

Η αποκλειστική οικονομική ζώνη

Η Ελλάδα θα μπορούσε να επεκτείνει ελεύθερα την ΑΟΖ της σε όλες τις άλλες περιοχές του Αιγαίου που βρίσκονται πέρα από τα 12 ν. μίλια. Μπορεί επίσης κανείς να εξετάσει το διαχωρισμό της άσκησης δικαιοδοσίας πάνω στην υφαλοκρηπίδα από εκείνη πάνω στην ΑΟΖ. Καθώς η νομολογία περί «φυσικής προέκτασης του εδάφους κάτω από τη θάλασσα» είναι εφαρμόσιμη μόνο στην υφαλοκρηπίδα, η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει δικαιοδοσία στη στήλη ύδατος πάνω από τις Περιοχές Κοινής Ανάπτυξης. Ωστόσο, η οριοθέτηση στη Μεσόγειο (νοτιοανατολικά της Ρόδου) πρέπει να ακολουθεί εκείνη της υφαλοκρηπίδας (13).

Στο διεθνή διάδρομο θα πρέπει να δοθεί διεθνές στάτους αλλά μερικές αρμοδιότητες όπως είναι ο αντιμολυσματικός έλεγχος των εμπορικών πλοίων θα μπορούσαν να δοθούν είτε στην Ελλάδα, αφού αυτός ο διάδρομος πιάνει τα 12 ν. μίλια της, είτε και στις δύο χώρες, είτε σε κάποια άλλη οντότητα που θα μπορούσε να προσδιοριστεί.

Η Συνορεύουσα Ζώνη

Ένα παράκτιο κράτος μπορεί να διενεργεί ελέγχους για να «αποτρέπει την παραβίαση των τελωνειακών, φορολογικών, μεταναστευτικών ή υγειονομικών του νόμων και ρυθμίσεων μέσα στο έδαφός του ή τη χωρική του θάλασσα» σε μια περιοχή 24 ν. μιλίων υπολογισμένη από τις βασικές του γραμμές, δηλ. μέχρι 12 ν. μίλια εκτός του εξωτερικού ορίου των χωρικών του υδάτων. Στο Αιγαίο τα δυο κράτη θα μπορούσαν να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα μέσα στα όρια που καθορίστηκαν παραπάνω, με εξαίρεση τις Περιοχές Κοινής Ανάπτυξης και το διάδρομο.

Στα 1993 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προσδιόρισε τα λεγόμενα «κριτήρια της Κοπεγχάγης», επιτρέποντας να αξιολογηθεί η πρόοδος της Τουρκίας στην προετοιμασία ένταξης. Αυτά τα κριτήρια περιλάμβαναν κυρίως «την αποφασιστικότητά της να λύσει την τελική συνοριακή διένεξη σε συμμόρφωση με την αρχή της ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών όπως προβλέπεται στη Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών, συμπεριλαμβάνοντας, αν είναι εφαρμόσιμη, την αναγνώριση της εξουσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης». Το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, καθορισμένο από τη Διακρατική Συνδιάσκεψη της 3 Οκτώβρη 2005, που συγκλήθηκε ακολουθώντας την απόφαση να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις το Δεκέμβρη του 2004, επιβεβαιώνει αυτά τα κριτήρια. Διευκρινίστηκε επίσης ότι κατά την περίοδο που προηγείται μιας πιθανής ένταξης, η Τουρκία πρέπει να ευθυγραμμίσει προοδευτικά τις θέσεις της με εκείνες της ΕΕ στους διεθνείς οργανισμούς, κάτι που λογικά συνεπάγεται την προσκόλλησή της στη Σύμβαση του Μοντέγκο Μπέι.  

Αυτό είναι ένα δύσκολο στοιχείο στις διαπραγματεύσεις των οποίων το αποτέλεσμα δε μπορούμε να προβλέψουμε. Η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ θα σήμαινε μια ριζική αλλαγή στη σύλληψή της σχετικά με το Δίκαιο της Θάλασσας και την αναγνώριση της εξουσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης. Η νομολογία του Δικαστηρίου δεν είναι αναγκαστικά ενάντια στις θέσεις της Άγκυρας, ιδιαίτερα πάνω στην υφαλοκρηπίδα, όμως η Τουρκία θα πρέπει να απορρίψει τις διεκδικήσεις της όσον αφορά το πλάτος των χωρικών υδάτων. Μια άλλη λύση θα περιλάμβανε εθελούσιες ρυθμίσεις αυτού του κανονισμού στο πλαίσιο μιας διμερούς συμφωνίας ή μιας adhoc διαιτησίας μετά τον προσδιορισμό των αμοιβαία συμφωνημένων παραμέτρων που θα μπορούσαν να λάβουν υπόψη τις προτάσεις αυτού του άρθρου.

 

  1. Το ζήτημα του μεγέθους των χωρικών υδάτων έχει συνέπειες στον εναέριο χώρο, που γενικά καλύπτει τα χωρικά ύδατα. Η Αθήνα θεωρεί ότι ο εναέριος χώρος της υπολογίζεται σε 10 ν. μίλια εύρους γύρω από το έδαφός της αλλά η Άγκυρα αναγνωρίζει μόνο 6 ν. μίλια. Μια σειρά επεισοδίων έχει λάβει χώρα στη διάρκεια επιχειρήσεων ελέγχου του εναέριου χώρου. Δύο ελληνικά και τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη συγκρούστηκαν το Μάη του 2006.
  2. Άρθρο 6.2 της Σύμβασης για την Υφαλοκρηπίδα της 29 Απρίλη 1958.
  3. Απόφαση της 19 Δεκέμβρη 1978: το Διεθνές Δικαστήριο της Δικαιοσύνης κηρύχθηκε αναρμόδιο λαμβάνοντας υπόψη τις επιφυλάξεις της Ελλάδας πάνω στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Μόνιμου Δικαστηρίου Δικαιοσύνης (που προηγήθηκε του ICJ) για τα «ζητήματα που σχετίζονται με την εδαφική κατάσταση της Ελλάδας».
  4. Η Τουρκία ισχυρίζεται ουσιαστικά ότι η Ελλάδα μπορεί να ασκήσει κυριαρχία μόνο στα νησιά που της έχουν παραχωρηθεί ονομαστικά από τις Συνθήκες και αμφισβητεί την κυριαρχία της Αθήνας στη νησίδα Ίμια/Καρντάκ και στο νησί Γαύδος. Αυτή η διεκδίκηση διατυπώθηκε μόνο στα 1995.
  5. Δες ιδιαίτερα στον Didier Ortolland και Jean-Pierre Pirat, Atlas Géopolitique des espaces maritimes (Courbevoie : Technip, 2008)
  6. Τέτοια είναι και η περίπτωση της Σουηδίας και της Δανίας για τα Δανέζικα στενά και της Χιλής για τα στενά Λε Μερ.
  7. Το εμπόριο υδρογονανθράκων αυξάνει τον κίνδυνο για το περιβάλλον: η σημασία διέλευσης μέσω Βοσπόρου (70 εκατομμύρια τόνοι ανά έτος) και το επικείμενο άνοιγμα του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, που θα επιτρέψει τη διαμετακόμιση 35 εκατομμυρίων τόνων επιπλέον ξεκινώντας από το 2009 και 50 εκατομμύρια τόνων από τότε και στο εξής.
  8. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τουρκία δεν είναι εναντίον της αρχής ενός πλάτους 12 ν. μιλίων, καθώς το εφαρμόζει στη Μεσόγειο, στα ανοιχτά της Κύπρου.
  9. Σύμβαση του Μοντέγκο Μπέι, Άρθρο 15.
  10. Η Τουρκία είχε προτείνει προσφυγή σ’ αυτό τον τύπο διευθέτησης τη δεκαετία του ’70.
  11. Δεν υπάρχει κανόνας σ’ αυτό το ζήτημα· πολλές συμφωνίες παρέχουν μιαν ισότιμη, άλλες μιαν ανισότιμη, μοιρασιά των εσόδων.
  12. Η επιφάνεια της Μεγίστης είναι μόλις 12 τ. χμ. και το νησί έχει 430 κατοίκους· η αναλογία μήκους της ακτογραμμής είναι ευνοϊκή για την Τουρκία.
  13. Η Τουρκία, που διαμαρτυρήθηκε το Μάρτη του 2004 ενάντια στη διαπραγμάτευση μιας συμφωνίας πάνω στη θαλάσσια οριοθέτηση ανάμεσα σε Αίγυπτο και Κύπρο, φαίνεται να διεκδικεί μια περιοχή που εκτείνεται πέρα από την ίση απόσταση στην περιοχή.