Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΛΑΘΕΜΕΝΗ ΜΑΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗ ΨΗΦΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΕΝΤΑΞΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜ. ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΤΟ ΝΑΤΟ- Πρώτες σκέψεις και εκτιμήσεις για την εξέλιξη και τη φύση αυτής της ένταξης

Η ψήφιση στην ελληνική Βουλή του πρωτοκόλλου ένταξης της Δημοκρατίας της Μακεδονίας δεν σημαίνει την αυτόματη ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ σαν κανονικού μέλους με δικαίωμα ψήφου. Για να γίνει αυτό πρέπει το πρωτόκολλο ένταξης να ψηφιστεί στη συνέχεια από τα κοινοβούλια και των υπόλοιπων 28 χωρών του ΝΑΤΟ σε μια διαδικασία που εκτιμάται ότι θα διαρκέσει πάνω από ένα χρόνο. Ως τώρα η μόνη χώρα του ΝΑΤΟ που έχει εκφράσει αντιρρήσεις στη συμφωνία των Πρεσπών επειδή δεν αναγνωρίζει μακεδονική γλώσσα, αλλά έχει ωστόσο δώσει με το μόνιμο αντιπρόσωπό της στο ΝΑΤΟ μια πρώτη έγκριση στο πρωτόκολλο ένταξης είναι η Βουλγαρία. Επίσης η Αλβανία μπορεί να ασκήσει εκβιασμούς για την κοινοβουλευτική έγκριση του πρωτοκόλλου ζητώντας ανταλλάγματα στο μειονοτικό. Όμως από την ώρα που οι ίδιες οι δυο ενδιαφερόμενες χώρες, Ελλάδα και Δημ. της Μακεδονίας έχουν ψηφίσει τη συμφωνία κάθε τρίτη χώρα που θα πρόβαλε βέτο σε αυτήν θα δεχόταν μια τεράστια πολιτική πίεση από τις υπόλοιπες χώρες του ΝΑΤΟ και θα απομονωνόταν επικίνδυνα. Επίσης και μόνο η προσωρινή ένταξη της γειτονικής χώρας σημαίνει συμμετοχή της σε όλες τις εσωτερικές διαδικασίες του ΝΑΤΟ πράγμα που από μόνο του δυναμώνει τη θέση της σε αυτό καθώς και τις πιθανότητές της να γίνει πλήρες μέλος. Έτσι παρόλο που ένα τέτοιο βέτο για την πλήρη ένταξη δεν είναι αδύνατο να συμβεί από ένα κοινοβούλιο στα ταραγμένα Βαλκάνια είμαστε υποχρεωμένοι να βάλουμε για πρώτη φορά σε σοβαρή αμφισβήτηση τη βεβαιότητά που εκφράσαμε από την πρώτη στιγμή της υπογραφής της συμφωνίας των Πρεσπών ότι η γειτονική χώρα δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και γι αυτό προβλέπαμε ότι αφού ψήφισε τη συμφωνία η Μακεδονία δεν θα την ψήφιζε η Ελλάδα, τουλάχιστον δεν θα ψήφιζε το πρωτόκολλο.

 

Αυτή τη βεβαιότητά μας τη στηρίζαμε στην εκτίμηση μας ότι η Ρωσία, που ελέγχει συντριπτικά και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και την καραμανλική στην ηγεσία της ΝΔ και το λαλιωτικό στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και βέβαια τα εντελώς πρακτόρικα στην ηγεσία τους ψευτοΚΚΕ και «Χρ. Αυγή», δεν θέλει σε καμιά περίπτωση να μπει η γειτονική χώρα στο ΝΑΤΟ και ότι απλά οι αφοσιωμένοι φίλοι της Τσίπρας και Ζάεφ χρησιμοποίησαν τις Πρέσπες, για να στείλουν τους δυσαρεστημένους εθνικιστές της του VMRΟ πιο σφιχτά στην αγκαλιά της Ρωσίας, αλλά και να στείλουν στην αγκαλιά των ναζί και των χειρότερων σοβινιστών μια τεράστια μάζα του πληθυσμού στην Ελλάδα. Πραγματικά αυτοί οι δύο πέτυχαν τους δύο παραπάνω στόχους ιδίως ο προβοκάτορας και πραξικοπηματίας Τσίπρας που ποτέ πριν τις Πρέσπες, δεν είχε προετοιμάσει ούτε στο ελάχιστο τις μάζες για την ύπαρξη κάποιων άλλων Μακεδόνων, και μάλιστα εθνικά Μακεδόνων πλην των Ελλήνων της ελληνικής Μακεδονίας.

Η βεβαιότητα μας ότι η Ρωσία θα ήταν αντίθετη στην είσοδο της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ στηρίχθηκε στο επανειλημμένα επιβεβαιωμένο από την εμπειρία 27 ολόκληρων χρόνων γεγονός ότι όλες οι φιλορώσικες δυνάμεις στην Ελλάδα, αρχίζοντας από την παπανδρεϊκή ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, η καραμανλοσαμαρική ΝΔ (εννοούμε αυτή του Καραμανλή του Β και στη συνέχεια εκείνη του διορισμένου από αυτόν διαδόχου του Σαμαρά), το ψευτοΚΚΕ, η ναζιστική συμμορία, ακόμα και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ όταν αυτό χρειάστηκε το 1992, έκαναν τα πάντα για να μην μπει αυτή η μικρή χώρα στο ΝΑΤΟ. Η πιο χαρακτηριστική στιγμή ήταν αυτή στα 2008 όταν ο Καραμανλής ο Β έβαλε βέτο στην ένταξη στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι παρόλο που ήταν υποχρέωση της Ελλάδας να τη δεχτεί στη βάση της ενδιάμεσης συμφωνίας του 1995 που αναγνώριζε το δικαίωμα αυτής της χώρας να μπει ως ΦΥΡΟΜ σε οποιονδήποτε διεθνή οργανισμό. Τότε δεν υπήρξε κανένα ελληνικό κόμμα και κανένας «διεθνιστής» ΣΥΡΙΖΑ που να καταγγείλει τον Καραμανλή για αθέτηση συμφωνίας που είχε υπογράψει η χώρα, ακόμα και όταν το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης καταδίκασε την Ελλάδα γι αυτήν την αθέτηση.

Αλλά κάτι που ισχύει για 27 χρόνια δεν σημαίνει ότι θα ισχύει οπωσδήποτε και στο 28ο. Στην περίπτωση λοιπόν που δεν υπάρξει ένα οποιοδήποτε κοινοβουλευτικό βέτο, και η γειτονική χώρα γίνει τελικά πλήρες μέλος του ΝΑΤΟ, το λάθος που σε μια τέτοια περίπτωση θα έχουμε διαπράξει θα είναι ότι δεν μελετήσαμε το ενδεχόμενο να έχουν τόσο πολύ αλλάξει τα τελευταία χρόνια οι παγκόσμιοι και οι τοπικοί συσχετισμοί υπέρ του κύριου εχθρού ώστε αυτός να έχει περισσότερο συμφέρον να μπει η μισοδιαμελισμένη Μακεδονία στο ΝΑΤΟ από το να μην μπει. Κάτι ανάλογο αλλά με την ΕΕ το είχε κάνει η Ρωσία όταν οι άνθρωποί της σε Ελλάδα και Κύπρο έβαζαν το διαμελισμένο νησί στην ΕΕ ξέροντας ότι η τελευταία ήταν αρκετά διαβρωμένη από πράκτορές τους και αρκετά διασπασμένη και αποπροσανατολισμένη πολιτικά ώστε να δεχτεί μια βόμβα μέσα της. Γι αυτό το λόγο άλλωστε η ΟΑΚΚΕ ήταν σε αντίθεση με όλους τους φιλοευρωπαίους στην Ελλάδα ενάντια στην είσοδο της Κύπρου στην ΕΕ.

Έπρεπε λοιπόν να αναρωτηθούμε μήπως ήταν πλέον δυνατό η γειτονική χώρα να μπει όχι μόνο στη διασπασμένη, χωρίς πυξίδα και φιλορώσικη στη γραφειοκρατική ηγεσία της ΕΕ, όπως ήδη αναγνωρίσαμε ότι μπορούσε, αλλά ακόμα και στο ΝΑΤΟ. Μήπως δηλαδή ισχύει και για το ΝΑΤΟ σε ένα βαθμό αυτό που αναγνωρίζουμε ότι ισχύει για την ΕΕ; Είναι δηλαδή δυνατό να έχει συμβεί ή σύντομα να συμβεί και στο ΝΑΤΟ, αυτό που έχει ήδη συμβεί στην ΕΕ όπου οι διαλυτικές δυνάμεις έχουν τόσο πολύ δυναμώσει μέσα της, οι εσωτερικές οικονομικοπολιτικές αντιθέσεις της έχουν τόσο πολύ οξυνθεί, και πάνω απ όλα η εσωτερική διείσδυση του κύριου εχθρού στους ανώτατους πολιτικούς και γραφειοκρατικούς μηχανισμούς της έχει τόσο πολύ προχωρήσει που η είσοδος στην ΕΕ μιας προβληματικής χώρας, πολιτικά και εθνοτικά διασπασμένης με ισχυρή τη ρώσικη επιρροή είναι δυνατό να βοηθήσει στην παραπέρα αποσάθρωση και της χώρας που μπαίνει και της ΕΕ που τη δέχεται;

Η συμφωνία των Πρεσπών και κυρίως το ενσωματωμένο σε αυτήν πρωτόκολλο μας υποχρεώνουν τώρα να σκεφτούμε με δεδομένα την άνοδο ενός φιλορώσου και φασίστα προέδρου στην ηγεσία των ΗΠΑ, τις αδιάκοπα αυξανόμενες αντιθέσεις μεταξύ των κρατών που αποτελούν το ΝΑΤΟ, τη διείσδυση του κύριου εχθρού του μέσα του, δηλαδή της Ρωσίας μέσω των κυβερνήσεων και των αντιπολιτεύσεων των χωρών μελών του, αλλά και τον πολύπλοκο, γραφειοκρατικό, εξαιρετικά αργό τρόπο λήψης των αποφάσεων αυτού του οργανισμού (https://apps.dtic.mil/dtic/tr/fulltext/u2/a467165.pdf) μήπως τελικά η ένταξη στο ΝΑΤΟ μιας εσωτερικά διασπασμένης χώρας, εξαιτίας κυρίως του αλβανικού σοβινισμού που τον στήριξε το 2001 και ακόμα τον στηρίζει η χωρίς αρχές Δύση σε βάρος των εθνικά Μακεδόνων και της ενότητας της χώρας, είναι κάτι θετικό και όχι αρνητικό για τη Ρωσία; Μήπως δηλαδή θέλει η Ρωσία την ένταξη της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, ή έστω τη διαδικασία ένταξης, οπότε όλη η αντίθεση που αυτή εκδηλώνει τελευταία θορυβωδώς ενάντια σε αυτήν την τελευταία, είναι μόνο και μόνο για να δυναμώσει τον αντιδυτικισμό και τη ρωσοφιλία μέσα σε αυτήν ιδιαίτερα από την ώρα που η ΕΕ και το ΝΑΤΟ πίεσαν απευθείας και μέσω των εσωτερικών στηριγμάτων τους με τον πιο άθλιο και ωμό τρόπο το λαό της χώρας να δεχθεί τη συμφωνία των Πρεσπών για αυτήν την ένταξη; Μήπως δηλαδή με αυτήν την ένταξη και ιδίως με τον τρόπο που επιχειρείται η μικρή γειτονική μας χώρα κινδυνεύει να αποσυντεθεί βαθύτερα και, το σημαντικότερο για τη Ρωσία, μήπως μια μεγάλη βόμβα μπαίνει στην κοιλιά του ΝΑΤΟ;

Πάντως ήδη εκείνο το ΝΑΤΟ στο οποίο ετοιμάζεται να μπει η Δημ. της Μακεδονίας δεν είναι καν η δευτερεύουσα τις τελευταίες δεκαετίες θετική πλευρά αυτού του οργανισμού, δηλαδή η άμυνα των ευρωπαϊκών μελών του απέναντι στη Ρωσία, το λεγόμενο «Βόρειο ΝΑΤΟ», που αποτελεί την έσχατη άμυνα μιας στρατιωτικά και πολιτικά διασπασμένης ΕΕ, αλλά το ΝΑΤΟ στο οποίο θέλει να τη βάλει ο ρωσόδουλος ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή το λεγόμενο Νότιο ΝΑΤΟ που επιτέθηκε από τη Σούδα και την Ιταλία στον αραβομουσουλμανικό τρίτο κόσμο και έτσι οδήγησε όλες τις χώρες που δέχτηκαν αυτήν την άδικη ιμπεριαλιστική επίθεση στο νεοχιτλερικό ρωσοκινεζικό άξονα.

Στο παραπάνω ερώτημα το αν η δηλαδή η ένταξη της Δημ. της Μακεδονίας συμφέρει ή όχι τη Ρωσία, δεν είμαστε σε θέση σήμερα να απαντήσουμε πριν μελετήσουμε περισσότερο αυτό το ζήτημα κάτω από το παραπάνω πρίσμα. Μετά από μια λάθος βεβαιότητα συνήθως δεν είναι ούτε συνετό, ούτε εύκολο να περάσει κανείς σε μια βεβαιότητα για το αντίθετο. Εκείνο που μπορούμε ωστόσο να κάνουμε προς το παρόν είναι να συγκεντρώσουμε ξανά τα στοιχεία που ήδη έχουμε επισημάνει για τις δραματικές αλλαγές που έχουν σημειωθεί στους διεθνείς και ειδικά στους ενδονατοϊκούς συσχετισμούς δύναμης τα τελευταία χρόνια, οι οποίοι δείχνουν ότι πραγματικά αυτό που ήταν αυτονόητο ως χθες δεν είναι πλέον σήμερα. Αναλογιζόμαστε πόσο ήταν κάποτε αυτονόητο ότι δεν συνέφερε το ρώσικο σοσιαλιμπεριαλισμό (που κρυβόταν πίσω από την ΕΣΣΔ) να μπει η Ελλάδα στην ΕΕ και πόσο αργότερα οι πράκτορές του (Α. Παπανδρέου, Σημίτης) θέλησαν όχι μόνο να την αφήσουν σε αυτήν αλλά να τη βάλουν και στο Ευρώ ενώ οι πράκτορές του μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ έχουν μετατραπεί σε φανατικούς της ΕΕ για να τη διαλύσουν. Είναι τόσο προφανές πόσο συμφέρει τη Ρωσία μια Ελλάδα στην ΕΕ και όχι έξω, ώστε ακόμα και το πιο πιστό πρακτορείο της στην Ελλάδα, το ψευτοΚΚΕ, έχει σήμερα τη θέση ότι (μιας και δεν υπάρχει ακόμα λαϊκή εξουσία) δεν πρέπει να φύγει η Ελλάδα από την ΕΕ. Είδαμε μόλις χθες για ακόμα μια φορά πόσο αποτελεσματική μπορεί να γίνει μια σπείρα πρακτόρων που διοικεί μια μικρή χρεωκοπημένη χώρα σαν την Ελλάδα μέσα σε μια ασπόνδυλη ΕΕ, όταν κατάφερε να βάλει βέτο μαζί με την Ιταλία στην απόπειρα της τελευταίας να καταγγείλει τον Μαδούρο και της επέβαλε να αντικαταστήσει αυτή την πολιτική με μια άλλη συναλλαγής ανάμεσα σε αυτόν και την αντιπολίτευση, ακριβώς όπως είχε προτείνει η Μόσχα.

Το πρώτο λοιπόν και πιο βασικό στοιχείο των αλλαγών στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ είναι ότι στην εξουσία του ως χθες πολιτικού και στρατιωτικού ηγέτη του, της αμερικάνικης υπερδύναμης, βρίσκεται ένας ανοιχτά φιλορώσος πρόεδρος σαν τον Τραμπ, ενώ την αφύπνιση του Δημοκρατικού κόμματος των ΗΠΑ για τον πουτινικό κίνδυνο που αντιπροσωπεύει ο Τραμπ, την υπονομεύουν οι ρωσόφιλες φράξιες των Σάντερς και Ομπάμα. Τώρα μόνο παρατηρούμε ότι η διαδικασία ένταξης της Δημ. της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ ξεκίνησε από εκείνη τη στιγμή κατά την οποία ο νέος ρωσόφιλος πρόεδρος των ΗΠΑ άρχισε να κάνει τα πάντα για να προκαλέσει ρήγμα στις αμερικανο-ευρωπαϊκές και τις αμερικανο-νατοϊκές σχέσεις, δηλαδή να αποδεσμεύσει τις ΗΠΑ από τις υποχρεώσεις της απέναντι στους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ. Ούτε είναι χωρίς ενδιαφέρον το γεγονός ότι η συμφωνία των Πρεσπών περνάει από την Αθήνα αφού έχουν καθαιρεθεί από τον Τραμπ οι αντιπουτινικοί πρωτεργάτες της, οι υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας (ο Τίλερσον που ξεκίνησε στο υπουργείο σαν υφεσιακός και ο εξ αρχής αντιπουτινικός Μάτις). Έτσι το ΝΑΤΟ έχει μείνει για πρώτη φορά στην ιστορία του πρακτικά δίχως το αμερικάνικο κεφάλι του και με έναν ευρωπαϊκό κορμό σε πορεία πολιτικής παράλυσης. Αυτή η παράλυση πρόκειται να δυναμώσει αφού ήδη για να αντιμετωπίσουν την αντίθεση της προεδρίας Τραμπ στις ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ, οι τελευταίες ετοιμάζονται να σχηματίσουν ευρωπαϊκό στρατό που ουσιαστικά θα είναι ένα πρακτικό αντίβαρο στη στρατιωτική και πολιτική ηγεμονία των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ και τελικά στο ΝΑΤΟ το ίδιο.

Η δεύτερη μεγάλη πρόσφατη αλλαγή στους νατοϊκούς συσχετισμούς είναι η αυξανόμενη συνεργασία με τη Ρωσία της Τουρκίας (που προβοκατόρικα έχει απομονωθεί από τoυς ρωσόφιλους Μέρκελ, Σταϊνμάγερ, Κουρτς, Γιουνκέρ, Μογκερίνι, Τουσκ και Σία). Η Τουρκία μένει μέσα στο ΝΑΤΟ αλλά η συνεργασία της με τη Ρωσία αποκτάει όλο και πιο στρατηγικά και αντιδυτικά χαρακτηριστικά πράγμα που αποδείχτηκε με τον πιο τρανταχτό τρόπο στην υποστήριξη της φασιστικής δικτατορίας Μαδούρο από τη μεριά της. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες οι κάποτε στενές σχέσεις της ερντογανικής Τουρκίας με τη Δημ. της Μακεδονίας, αλλά και οι προνομιακοί δεσμοί του Ερντογάν με τον Τσίπρα, μπορούν να διαβαστούν λιγότερο κάτω από το φως του φιλοδυτικισμού της και περισσότερο του φιλορώσικου αντιδυτικισμού της.

Η τρίτη πρόσφατη μεγάλη αλλαγή είναι η έξοδος από την ΕΕ της δεύτερης πιο ισχυρής στρατιωτικά και πιο αντιπουτινικής χώρας του ΝΑΤΟ, της Αγγλίας η οποία, εξαιτίας αυτής της εξόδου, οδηγείται από τους ρωσόφιλους του νησιού και κυρίως αυτούς της ηπειρωτικής Ευρώπης σε διαρκή όξυνση των σχέσεων της με τους παλιούς Νατοϊκούς συμμάχους της και έτσι δυναμώνει η θέση των πιο φιλικών ή υφεσιακών απέναντι στον Πούτιν δυνάμεων μέσα και στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ.

Η τέταρτη μεγάλη πρόσφατη αλλαγή είναι η άνοδος των φαιο-«κόκκινων» στη διακυβέρνηση της τέταρτης μεγαλύτερης χώρας του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, της Ιταλίας σε συνδυασμό με την άνοδο του φαιο-«κόκκινου» μετώπου Λεπέν-Μελανσόν στη Γαλλία το οποίο με τα κίτρινα γιλέκα έχει ήδη μισοπαραλύσει τη διπλωματία του δυτικόφιλου αν και υφεσιακού απέναντι στη Μόσχα, Μακρόν.

Κάτω από αυτές τις δραματικά αλλαγμένες συνθήκες μέσα στα δυο μόλις τελευταία χρόνια μπορεί κανείς να υποθέσει πόσο καίριο μπορεί να αποδειχθεί ένα βέτο ή μια άλλη γραμμή δράσης, ή έστω μια σοβαρή ταλάντευση από έναν αρκετά σημαντικό αριθμό χωρών σε μια κρίσιμη στιγμή σε ένα στρατιωτικό οργανισμό σαν το ΝΑΤΟ, πολιτικά ακέφαλο, διασπασμένο στο πιο ζωτικό ζήτημα, αυτό του κύριου εχθρού και στον οποίο οι αποφάσεις παίρνονται με αργές, δαιδαλώδεις, συνομοσπονδιακού και γραφειοκρατικού τύπου διαδικασίες.

Σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχουν ήδη 7 τουλάχιστον νατοϊκές πολιτικές ηγεσίες που είναι ρωσόφιλες ή έχουν πολύ προωθημένες σχέσεις με τη Ρωσία: η Ουγγαρία, η Ιταλία, η Ελλάδα, η Τσεχία, η Βουλγαρία, το Μαυροβούνι και η Κροατία (που συναλλάσσεται τελευταία ξεδιάντροπα με τη Ρωσία για να αποσπάσει την Ερζεγοβίνη από τη Βοσνία), εκ των οποίων οι 4 είναι στα Βαλκάνια. Αυτές οι χώρες μπορούν να δημιουργήσουν πολύ μεγάλα προβλήματα στο ΝΑΤΟ σε μια ντεφάκτο συμμαχία με τη Σερβία. Σημειώνουμε ότι το Μαυροβούνιο μπήκε στο ΝΑΤΟ και μετράει στα μάτια των δυτικών σαν αντιρώσικο κυρίως χάρη σε ένα αποτυχημένο πραξικόπημα οπερέτα που σχεδόν ανοιχτά οργάνωσε η ίδια η Ρωσία τάχα για να εμποδίσει την είσοδό του στο ΝΑΤΟ. Αυτό το πραξικόπημα απλά έκρυψε το γεγονός ότι αυτός που έβαλε το Μαυροβούνι στο ΝΑΤΟ ο πρωθυπουργός του Τζουκάνοβιτς είναι ο πιο μεγάλος μαφιόζος και πιο αφοσιωμένος συνέταιρος των Σέρβων νεοναζί στους γενοκτονικούς τους πόλεμους, οπότε και φίλος της Ρωσίας σε όλη αυτήν την περίοδο. Πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα πιο περίεργο από το ότι βάζει τη χώρα του στο ΝΑΤΟ ένας πρωθυπουργός που πριν 18 χρόνια τον βομβάρδισε το ΝΑΤΟ για τη συνεργασία του με τη Σερβία. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να σκεφτεί ότι όπως η Ρωσία έβαλε την Κύπρο στην ΕΕ όταν η πρώτη είχε τσακίσει τους φιλοευρωπαίους της, έτσι θα μπορούσε να σπρώξει κάποια ακόμα πιο δικιά της όπως το Μαυροβούνιο, να μπει στο ΝΑΤΟ. Όμως η Κύπρος και το Μαυροβούνι ήταν φιλορώσικα στην πολιτική τους ηγεσία πριν μπουν στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ αντίστοιχα ενώ η Μακεδονία δεν είναι. Αυτή ήταν η σκέψη στην οποία στηριχθήκαμε (https://www.oakke.gr/global/2013-02-16-19-25-28/βαλκάνια/item/971-) για να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο μια ρωσόδουλη κυβέρνηση, σαν αυτή του ΣΥΡΙΖΑ να ανοίξει ποτέ το δρόμο του ΝΑΤΟ σε μια Δημ. της Μακεδονίας που ήταν ως πρόσφατα στην πλειοψηφία του λαού της φιλοδυτική. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος για τον οποίο συνεχίζουμε να δίνουμε ακόμα κάποιες πιθανότητες στο να μην ολοκληρωθεί η ένταξή της στο ΝΑΤΟ.

Το ερώτημα λοιπόν στο οποίο πρέπει να αναζητήσουμε μια απάντηση είναι το εξής: Ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους η Μακεδονία, που δεν είναι τόσο φιλορώσικη στην πολιτική ηγεσία της σαν το Μαυροβούνι, θα μπορούσε να μπει στο ΝΑΤΟ με την έγκριση της Ρωσίας; Νομίζουμε ότι τέτοιοι λόγοι θα μπορούν να αναζητηθούν στο γεγονός ότι η Δημ. της Μακεδονίας είναι μια περίκλειστη χώρα, πολιτικοστρατιωτικά εντελώς περικυκλωμένη από τέσσερις επιθετικές χώρες που είναι σύμμαχοι ή δυνητικοί σύμμαχοι της Ρωσίας. Σύμμαχοι είναι ήδη η Ελλάδα, η Βουλγαρία, και η Σερβία ενώ δυνητικός σύμμαχος είναι η Αλβανία.

Για τους τρεις πρώτους δεν χρειάζεται να πούμε πολλά, καθώς ο μαδουρικός Τσίπρας, και οι ανοιχτά ρωσόφιλοι Ράντεφ και Βούσιτς δεν βρίσκονται τυχαία στην ηγεσία τους. Ονομάζουμε όμως δυνητικό σύμμαχο της Ρωσίας και την ως τώρα κύρια αμερικανόφιλη Αλβανία, που είναι τέτοια επειδή οι ΗΠΑ της έδωσαν το Κόσοβο διαμελίζοντας την κατά τα άλλα τραμπούκικη Σερβία των Μιλόσεβιτς και Σέσελι. Όμως ο αλβανικός επεκτατισμός είναι άρρωστα λαίμαργος, οπότε παθιασμένος για αλλαγή συνόρων, και όποιος θέλει αλλαγή συνόρων σήμερα μόνο στη Ρωσία μπορεί να βρει έναν αξιόπιστο σύμμαχο, όπως μόνο μπορούσε να βρει στον Χίτλερ πριν τον β Παγκόσμιο πόλεμο. Ήδη η Ρωσία ενθαρρύνει τη Σερβία και την Αλβανία να διαμελίσουν και να καταλάβουν το ως σήμερα κρατικά ανεξάρτητο Κόσοβο για να ξεκινήσουν τη διαδικασία της Μεγάλης Αλβανίας και της Μεγάλης Σερβίας αντίστοιχα. Αν ο μεγαλοαλβανικός σοβινισμός ικανοποιηθεί στο Κόσοβο, τότε θα του ανοίξει η όρεξη και για το Τέτοβο της Δημ. της Μακεδονίας, μια όρεξη που την ικανοποίησαν σε ένα πρώτο στάδιο οι Μπους και Ομπάμα, και αυτή είναι ως τώρα μια σταθερά της αμερικάνικης διπλωματίας στη Μακεδονία και τίποτα δεν δείχνει ότι αυτό θα αλλάξει με μια ενδεχόμενη πλήρη ένταξη της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Σε αυτήν την περίπτωση η Ρωσία θα συνεχίσει να εμφανίζεται σαν υπερασπιστής των «ορθόδοξων αδελφών Μακεδόνων», απέναντι στην αρπακτική Δύση με τη βοήθεια της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας, ενώ θα συνωμοτεί με όλους αυτούς και με τους αλβανούς σοβινιστές για το διαμελισμό της Δημ. της Μακεδονίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ένα ΝΑΤΟ που δεν έχει πρόβλημα να συμμετέχει σε ντεφάκτο διαμελισμούς χωρών ακολουθώντας τη Ρωσία (Βοσνία, Κόσοβο, Συρία) και που βρίσκεται σε μια τέτοια φάση αποδυνάμωσης δύσκολα δεν θα ακολουθήσει το ενεργητικό παιχνίδι της ρώσικης διπλωματίας που θα έχει τρία πιόνια και έναν δυνητικό σύμμαχο γύρω από μια εθνοτικά και πολιτικά διασπασμένη Μακεδονία. Το αποτέλεσμα θα είναι να κινδυνέψει με παράλυση και γιατί όχι και διάσπαση το ίδιο το ΝΑΤΟ.

Μόνο με ένα τέτοιο σκεπτικό μπορούμε προς το παρόν να εξηγήσουμε τη διάψευση της ανάλυσής μας για το σκέλος της συμφωνίας των Πρεσπών που αφορά το ΝΑΤΟ ενώ σε τίποτα δεν αλλάζουν οι θέσεις μας ότι 1ον η συμφωνία των Πρεσπών είναι μια αντιδραστική και άδικη συμφωνία, όχι επειδή αδικείται η Ελλάδα αλλά επειδή αδικείται κατάφωρα και ταπεινώνεται από τον ελληνικό σοβινισμό, τον ιμπεριαλισμό και το σοσιαλιμπεριαλισμό μια μικρή, σχεδόν άοπλη, δημοκρατική και ως τα σήμερα φιλειρηνική χώρα 2ον εκτός από το περιεχόμενο της είναι ο βρώμικος, εκβιαστικός τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε αυτή η συμφωνία από τους δυτικούς ιμπεριαλιστές «προστάτες» η αιτία που δυνάμωσε στις δύο χώρες, ιδιαίτερα στην Ελλάδα ο φιλορώσικος αντιδυτικισμός και ο φασισμός, ενώ 3ον επαληθεύτηκε η θέση που έχουμε κατ επανάληψη διατυπώσει από το 1992 ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εκείνο το ελληνικό κόμμα που έχει αναλάβει τη στρατηγική υποχρέωση να απορροφήσει για λογαριασμό της Ρωσίας και μάλιστα με φιλελεύθερο αντιεθνικιστικό μανδύα, τη Δημ. της Μακεδονίας στο ρώσικο «ορθόδοξο τόξο». Η συμφωνία των Πρεσπών σαν τέτοια είναι η μεγαλύτερη ως τώρα επαλήθευση της ορθότητας αυτής της στρατηγικής εκτίμησης.

Σε ότι αφορά τα αυτοκριτικά συμπεράσματα που βγάζουμε σαν κόμμα σε σχέση με το λαθεμένο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίσαμε το ζήτημα του πρωτοκόλλου ένταξης, μπορούμε να δούμε αυτό το λάθος από άποψη ουσίας σαν συνέχεια εκείνων που κάναμε το 2015 και το 2016 αντίστοιχα όταν θεωρούσαμε ότι δεν ήταν δυνατό ο ΣΥΡΙΖΑ να επιδιώξει εκλογές πριν βγει η Ελλάδα από τα μνημόνια γιατί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα έβλεπε απέναντί της μια ΕΕ που θα την υποχρέωνε σε πολιτική συντριβή, και αργότερα ότι η Ρωσία δεν ήθελε την εκλογή ενός ανοιχτού ρωσόφιλου σαν τον Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ γιατί αυτό θα αφύπνιζε πρόωρα την αμερικάνικη αστική τάξη απέναντι στη Ρωσία

Από αυτές τις λαθεμένες μας προβλέψεις μπορούμε να βγάλουμε δύο συμπεράσματα: Το πρώτο αφορά την πολιτική εκτίμηση της σημερινής πολιτικής φάσης και το δεύτερο ένα λάθος στάσης στο ζήτημα ορισμένων πολιτικών εκτιμήσεων και κυρίως προβλέψεων μας για τακτικά πολιτικά ζητήματα.

Σε ότι αφορά το πρώτο συμπέρασμα. Φαίνεται μετά τις Πρέσπες ότι είναι καιρός να κατανοήσουμε ότι ο νεοχιτλερικός άξονας προχωράει τα τελευταία χρόνια και μήνες με γιγαντιαία επιταχυνόμενα βήματα, που έχουν αλλάξει δραματικά υπέρ του την παγκόσμια και ιδιαίτερα την ευρωπαϊκή κατάσταση, φέρνουν πολύ κοντά το φαιο-«κόκκινο» φασισμό και τον παγκόσμιο πόλεμο και ποδοπατούν κάθε προσκόλληση μας σε προηγούμενες φάσεις των πολιτικών εξελίξεων.

Δηλαδή το 2015 και το 2016 (και είναι πια πολύ πιθανό το ίδιο να συμβεί και για τις Πρέσπες το 2019) οι εκτιμήσεις της ΟΑΚΚΕ που αφορούσαν τακτικά ζητήματα διαψεύστηκαν την ώρα ακριβώς που κόντρα στους πάντες επαληθεύονταν οι αναλύσεις οι εκτιμήσεις και οι προβλέψεις μας σε στρατηγικό επίπεδο. Έτσι την ώρα που επαληθευόταν παταγωδώς το 2015 η επί δύο δεκαετίες σταθερή εκτίμηση της ΟΑΚΚΕ ότι ο ΣΥΝ (αργότερα ΣΥΡΙΖΑ) ήταν το φασιστικό ρωσόφιλο κόμμα που βγαλμένο από τα σπλάχνα του πρακτόρικου ψευτοΚΚΕ προοριζόταν να διεισδύσει στην παλιά αστική τάξη και να αρπάξει την πολιτική εξουσία, η ΟΑΚΚΕ υποχρεωνόταν να δίνει εξηγήσεις για μια λαθεμένη, αλλά διατυπωμένη με βεβαιότητα, εκτίμησή της για το εντελώς τακτικό ζήτημα του αν ο ΣΥΡΙΖΑ γινόταν κυβέρνηση το 2015 ή το 2016 (παρόλο που και πάλι ήταν σωστή η εκτίμηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα καιγόταν σε μεγάλο βαθμό πολιτικά αν έπαιρνε την εξουσία το 2015). Αντίστοιχα την ώρα που επαληθεύονταν παταγωδώς οι αναλύσεις δεκαετιών της ΟΑΚΚΕ σύμφωνα με τις οποίες με τις προεδρίες Κλίντον και Ομπάμα η Ρωσία εισόδιζε μέσα στα ηγετικά κλιμάκια της αμερικάνικης αστικής τάξης και οργάνωνε τη στρατηγική της άνοδο στην εξουσία των ΗΠΑ, και ότι ο Τραμπ ήταν η κλιμάκωση αυτού του εισοδισμού, που έγινε πιο σαφής και πιο νικηφόρος από κάθε άλλη φορά, η ΟΑΚΚΕ έπρεπε να απολογηθεί για τη λαθεμένη τακτική πρόβλεψή της ότι ο Τραμπ δεν θα γινόταν πρόεδρος των ΗΠΑ εκείνη τη στιγμή αλλά η υφεσιακή Κλίντον.

Πραγματικά το 2015 και το 2016 το λάθος της ΟΑΚΚΕ από πολιτική άποψη ήταν ότι δεν μπορούσε να εκτιμήσει σωστά τους νέους διεθνείς συσχετισμούς δύναμης. Δηλαδή αποδείχτηκε ότι η Ρωσία τόσο με την άνοδο των κνιτοσυριζαίων στην Ελλάδα, όσο και με την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ, είχε σωστά εκτιμήσει ότι και η ΕΕ και οι ΗΠΑ ήταν τόσο παρακμασμένες και τόσο καλά διαβρωμένες σε επίπεδο κορυφής από τους πράκτορές της και κυρίως ότι οι μονοπωλιστές που τις διοικούν ήταν τόσο σάπιοι και τόσο οικονομικά και πολιτικά κοντόφθαλμοι και δίχως χαρακτήρα, ώστε να μπορούν οι άνθρωποι της να καταλάβουν την ανώτατη κρατική εξουσία όχι μόνο σε μια χώρα της ΕΕ αλλά και στην ίδια την αντίπαλη της υπερδύναμη. Έτσι ο Τσίπρας παρόλο που κάηκε αρκετά μες τη χώρα με τις κωλοτούμπες του όχι μόνο επιβίωσε, αλλά έχει γίνει ο κατ εξοχήν ήρωας της διαβρωμένης από πράκτορες και παραλυμένης εξαιτίας του οικονομισμού των μονοπωλιστών της Ευρώπης που το διευκολύνουν με μανία να σταθεί στην εξουσία. Ταυτόχρονα παρά την πτώση του στις μάζες ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε να αλώσει σε ασύλληπτο βαθμό τον κρατικο μηχανισμό για λογαριασμό του φιλορώσικου μπλοκ, ιδίως το δικαστικό, αστυνομικό, και στρατιωτικό μηχανισμό καθώς και την τηλεόραση ενώ προβοκάρισε και φασιστικοποίησε, χάρη στις δίχως προετοιμασία των συνειδήσεων Πρέσπες, καθώς και χάρη στην υπόθαλψη του αναρχοφασισμού, ένα τεράστιο τμήμα του λαού. Με ανάλογο τρόπο αποδείχτηκε ότι ο Τραμπ διατήρησε και εκφάσισε παραπέρα την πολιτική του βάση ενώ έχει καταφέρει να εξολοθρεύσει μέσα σε δύο μόλις χρόνια με μικρές ως τώρα πολιτικές απώλειες το μισό στρατιωτικό, διπλωματικό και κατασκοπευτικό επιτελείο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και να δώσει τόσο βαθειά πλήγματα στους δυτικούς στρατιωτικούς και οικονομικούς μηχανισμούς συνεργασίας όσο δεν δώσανε δεκαετίες ρώσικου εισοδισμού, διπλωματικής παραπλάνησης και μαζικής δολοφονικής προβοκάτσιας.

Είναι λοιπόν πολύ πιθανό η ρώσικη διπλωματία να νοιώθει πια τόσο ισχυρή σε μια τόσο διασπασμένη ΕΕ και σε ένα τόσο διασπασμένο και πολιτικά παραλυμένο στον πυρήνα του ΝΑΤΟ που η είσοδος σε αυτό μιας ακόμα βαριά τραυματισμένης βαλκανικής χώρας σαν την Δημ. της Μακεδονίας να είναι ότι το καλύτερο γι αυτή τη διπλωματία.

Το δεύτερο αυτοκριτικό μας συμπέρασμα, είναι ότι χειρότερο από μια λαθεμένη τακτική πολιτική εκτίμηση και πρόβλεψη μπορεί να είναι η βεβαιότητα με την οποία κανείς την διατυπώνει και, κυρίως την ακολουθεί στις συνέπειές της. Πρόκειται για το ότι δεν πρέπει κανείς να προσξοφλεί με σιγουριά γεγονότα που εξαρτιούνται από δράσεις, προθέσεις και κυρίως συσχετισμούς δύναμης που δεν είναι σε θέση να γνωρίζει με ακρίβεια, παρόλο που τις συντριπτικά περισσότερες φορές που εμείς επιχειρήσαμε τέτοιες εκτιμήσεις και προβλέψεις κόντρα στο γενικό ρεύμα, όχι μόνο τακτικές αλλά και στρατηγικές, αυτές δικαιώθηκαν. Εκείνο που δικαιούμαστε και πρέπει να κάνουμε σαν μαρξιστές, αφού μελετήσουμε με ψύχραιμο και διαλεκτικό μάτι την διεθνή και εσωτερική πραγματικότητα, είναι σε όσο βαθμό μπορούμε να κατανοήσουμε την πραγματικότητα για να την αλλάξουμε, να βρούμε δηλαδή πολιτικές γραμμές και συνθήματα που προκύπτουν από αυτήν την κατανόηση. Γι αυτές τις ανάγκες μπορούμε και να πιθανολογούμε εξελίξεις και γεονόταν τοποθετώντας μόνο τις γενικές τάσεις της κίνησης των αντιμαχομένων δυνάμεων, ακριβώς γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε καλά ούτε τους πραγματικούς συσχετισμούς δύναμης, ούτε ακόμα τα συγκεκριμένα τακτικά σχέδια κάθε μιας από αυτές τις δυνάμεις, παρόλο που μπορούμε να καταλαβαίνουμε τις γενικές στρατηγικές τάσεις τους.

Πάντως πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι ποτέ ως τώρα δεν έχουμε κάνει οποιεσδήποτε προβλέψεις για να κερδίσουμε από την επαλήθευσή τους, αλλά πάντα για να ερμηνεύσουμε, δηλαδή να κατανοήσουμε γεγονότα και καταστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση για παράδειγμα προσπαθήσαμε να αναλύσουμε ένα αναπάντεχο για μας γεγονός, τη συμφωνία των Πρεσπών, που βλέπαμε ότι αν πραγματοποιούταν ως το τέλος σε όλη της την έκταση της θα αναιρούσε φαινομενικά (αλλά για μας εκείνη τη στιγμή πραγματικά) μια ανάλυση που είχε επαληθευτεί επί 27 ολόκληρα χρόνια, ότι δηλαδή το ονοματολογικό ήταν μόνο ένα πρόσχημα των ρωσόδουλων της χώρας μας, κατ εντολήν του ξένου αφεντικού τους, για να μην μπει η γειτονική χώρα στο ΝΑΤΟ. Έτσι, αντί να βάλουμε σε έρευνα το ενδεχόμενο να έχουν αλλάξει εκείνες οι συνθήκες που έκαναν επί 27 χρόνια αδύνατη την ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ, συμπεράναμε ότι τα οφέλη αυτής της συμφωνίας για τη Ρωσία, που σωστά εντοπίσαμε ότι ήταν ήδη πελώρια με την ανάπτυξη του φιλορωσισμού και του ορθόδοξου σοβινοφασισμού στη γειτονική χώρα, δεν θα μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να φτάνουν ως την ένταξη, ούτε καν ως την προσωρινή ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ. Ετσι φτάσαμε στη βεβαιότητα ότι ακόμα και όταν ψηφίζονταν οι Πρέσπες, το πρωτόκολλο ένταξης δεν θα περνούσε από την ελληνική Βουλή. Πηγαίνοντας αυτήν την ανάλυση ως τις τελικές της συνέπειες φτάσαμε στο συμπέρασμα ότι το πρωτόκολλο θα μπορούσε να καταψηφιστεί μόνο με ένα μαζικό κίνημα για δημοψήφισμα. Αυτό το τελευταίο όχι μόνο δεν έγινε, αλλά αντίθετα κάθε κινητοποίηση των σοβινιστών αλλά και του αντινατοϊκού (από την αντίθετη ιμπεριαλιστική πλευρά) ψευτοΚΚΕ σταμάτησε με το μαχαίρι στο διάστημα μετά την κύρωση της συμφωνίας μέχρι την ψήφιση του πρωτοκόλλου, πράγμα που έδειξε πόσο λίγο αυτό τους ενοχλούσε πραγματικά. Έτσι οδηγηθήκαμε σε ένα μεγαλύτερο και πιο χτυπητό λάθος τακτικής εκτίμησης που θα μπορούσε να πλήξει την πειστικότητα της γενικής μας στρατηγικής ανάλυσης σε όσους δεν παρακολουθούν συστηματικά την ΟΑΚΚΕ.

Όμως οι άνθρωποι που παρακολουθούν την ΟΑΚΚΕ την εμπιστεύονται με μια ένταση και με μια σταθερότητα που δεν θα μπορούσαν ούτε να ονειρευτούν τα κλασικά αστικά και τα ψευτοαριστερά κόμματα, γιατί βλέπουν να επαληθεύονται ξανά και ξανά και με σκανδαλώδη τρόπο, συχνά κόντρα στους πάντες οι χοντρές γραμμές των αναλύσεων της και των προβλέψεών της τόσο για τις εσωτερικές όσο και για τι διεθνείς εξελίξεις στην ίδια ακριβώς αναλογία που γελοιοποιούν ασταμάτητα τις αναλύσεις και τις προβλέψεις του κλασικού και ιδιαίτερα του ψευτοαριστερού αστισμού και οπορτουνισμού, αναλύσεις και προβλέψεις του τύπου ότι πέθανε ο ρώσικος ιμπεριαλισμός και έμεινε πανίσχυρη και δίχως αντίπαλό στον κόσμο η αμερικάνικη μοναδική «αυτοκρατορία».

Για μας, για τα σωστά και για τα λάθη μας, πιστεύουμε ότι ισχύει η διαπίστωση του Λένιν ότι το επαναστατικό προλεταριάτο κάνει λάθη του τύπου ένα και ένα κάνουν τρία, δηλαδή λάθη ποσοτικά ενώ η αστική τάξη κάνει λάθη του τύπου ένα και ένα ίσον ένα σπερματσέτο, δηλαδή λάθη ποιοτικά, λάθη λογικής. Γι αυτό τα προλεταριακά κόμματα και ρεύματα λάμπουν και δίνουν έμπνευση ακόμα και όταν είναι αριθμητικά αδύναμα ή ακόμα και όταν δεν ζουν χτυπημένα από το χέρι της προδοσίας, ενώ τα δεύτερα όσο μεγάλα και φανταχτερά και αν είναι μένουν πάντα δίχως κύρος ή χάνονται στην αιώνια λήθη.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « ΓΙΑΤΙ ΕΝΟΧΛΗΘΗΚΕ Ο ΤΡΑΜΠ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟ