Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΩΝ ΦΤΗΝΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΕΞΟΝΤΩΝΟΥΝ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ

Αν παρακολουθήσει κανείς όλες τις αντιπαραθέσεις για την οικονομία τον τελευταίο καιρό, θα διαπιστώσει ότι εκτυλίσσονται πάνω σε ένα μοτίβο: την υπεράσπιση  της κατανάλωσης των φτωχών με τη μείωση της τιμής των προϊόντων που καταναλώνουν.
Οι μάχες δίνονται για φτηνό ρεύμα για τους φτωχούς, για τo μη πλειστηριασμό της πρώτης κατοικίας των φτωχών και για φτηνά φάρμακα για τους φτωχούς.
 
Η συμφωνία πάνω σε αυτό το ζήτημα είναι τούτο τον καιρό τόσο πλατειά, τόσο αυτονόητη και τόσο φανατική που κανείς βουλευτής δεν διανοείται να την αμφισβητήσει. Θα έλεγε κανείς ότι η Ελλάδα είναι ένα κράτος όπου οι φτωχοί πήρανε την πολιτική εξουσία και σύσσωμοι αμύνονται με το κράτος τους απέναντι στους πλούσιους καθώς και στους ξένους δανειστές που θέλουν να τους φτωχύνουν  κι άλλο. 
Βέβαια κανένα κράτος των φτωχών δεν μπορούσε να υπάρχει σε μια τόσο ταξικά άνιση κοινωνία όσο είναι η ελληνική και κυρίως κανένα κράτος των φτωχών δεν θα σπαταλούσε τόσο πολύ το προϊόν της εργασίας τους ώστε να  χρεωκοπήσει με τόσο πάταγο. Στην πραγματικότητα η  μόνη εξήγηση γι αυτό το ξαφνικό διακομματικό και πανεθνικό πάθος για την προστασία της καταναλωτικής δύναμης των φτωχών βρίσκεται στο πάθος των πολιτικών ηγεσιών για την κλιμάκωση της παραγωγικής απογύμνωσης και καταστροφής της χώρας ώστε να παραδοθεί στα συμφέροντα των επελαυνόντων στο σκοτάδι ρωσοκινέζων εντολέων τους. Το τελικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτού του είδους της «προστασίας των φτωχών» είναι η απόλυτη καταστροφή των φτωχών.
 
Ας δούμε τι σημαίνει σε γενικές γραμμές αυτή η πολιτική για τη μείωση των τιμών ή και το μηδενισμό της τιμής ορισμένων βασικών προϊόντων κατανάλωσης όπως του ρεύματος, της στέγης και των φαρμάκων. 
Η ελάφρυνση των φτωχών με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να είναι κάτι το πολύ θετικό αν είχε εξασφαλιστεί ότι θα πλήρωνε γι αυτήν η υπόλοιπη κοινωνία και μάλιστα το πιο εύπορο μέρος της κοινωνίας, δηλαδή αν γινόταν με τέτοιο τρόπο ώστε να μη μειωθεί η συνολική παραγωγική ικανότητα της κοινωνίας. Αν δηλαδή το κράτος επιδοτούσε το ρεύμα, την ενυπόθηκη στέγη, και τα φάρμακα των φτωχών με λεφτά που είχε μαζέψει φορολογώντας πραγματικά υπερκέρδη της ΔΕΗ, πραγματικά υπερκέρδη των τραπεζών, και  πραγματικά υπερκέρδη των φαρμακευτικών εταιριών τότε η βελτίωση της καταναλωτικής ικανότητας των φτωχών νοικοκυριών δεν θα είχε αρνητική επίπτωση στην παραγωγική ικανότητα αυτών των βιομηχανιών και στην πιστωτική δύναμη των τραπεζών. Αν πάλι τέτοια υπερκέρδη δεν υπήρχαν, όπως συμβαίνει σήμερα στις περισσότερες βιομηχανικές αλλά και τραπεζικές επιχειρήσεις που αντίθετα έχουν συντριπτικές ζημιές, και η επιδότηση της στέγης, των φαρμάκων και του ρεύματος των φτωχών γινόταν με χρήματα που θα έβγαιναν από τη φορολογία όλων των μεσαίων και ακόμα περισσότερο μεγάλων εισοδημάτων, πάλι αυτό θα ήταν κάτι το εξαιρετικό.
 
Το ζήτημα είναι ποιον βαραίνουν τα λεφτά της επιδότησης των φτωχών. Το φτηνό φάρμακο για το λαό
 
Όμως το καθεστώς των σαμποταριστών των 6 κομμάτων και της ναζιστικής συμμορίας δεν έχει διαλέξει τη μέθοδο της επιδότησης των φτωχών από όλη την κοινωνία αλλά την πρωτοφανή μέθοδο της επιδότησης τους από τις ίδιες τις επιχειρήσεις που είναι ήδη παραφορτωμένες με πελώρια χρέη. Αντί δηλαδή το κράτος να μαζέψει πόρους από τον όποιο αποθησαυρισμένο πλούτο ή από την πολυτελή κατανάλωση των πιο πλούσιων, των φοροφυγάδων, ή έστω από  την πιο σχετικά άνετη κατανάλωση των μεσαίων αστών και να τους ανακατανείμει στους πιο φτωχούς, τους μαζεύει λεηλατώντας το όλο και πιο περιορισμένο παραγωγικό κεφάλαιο  της χώρας, δηλαδή αυτό που έχει επιζήσει από το σαμποτάζ πριν από την κρίση και κυρίως από το σαμποτάζ μέσα στην κρίση. Αυτή τη μέθοδο του σαμποτάζ τη χρησιμοποίησε με το «φτηνό φάρμακο για το λαό» πρώτος ο ρωσόδουλος Χρυσοχοΐδης σαν υπουργός εμπορίου, πολύ πριν από την κρίση, αποφασίζοντας ότι η τιμή των φαρμάκων που παράγονταν στην Ελλάδα έπρεπε να είναι φτηνότερη από κάθε άλλη στην Ευρώπη. Αυτό το απαίτησε ανεξάρτητα από το πως διαμορφώνονται τα κόστη παραγωγής και το πόσο ψηλή είναι η παραγωγικότητα της εργασίας σε κάθε χώρα. Έτσι ξεπάστρεψε περίπου τη μισή ελληνική φαρμακοβιομηχανία αφού ευνόησε τα φτηνότερα εισαγόμενα φάρμακα. Κάτι το παραπλήσιο έκανε τώρα η κυβέρνηση καθ υπόδειξη μάλιστα της Τρόικας με τα γενόσημα, δηλαδή επέβαλε απότομα τη χρήση του πιο φθηνού γενόσημου χωρίς καν μεταβατικές διατάξεις για την προσαρμογή της ελληνικής βιομηχανίας στον ανταγωνισμό. Βέβαια αυτή τη φορά βγήκε ο αρχηγός του βιομηχανικού σαμποτάζ ΣΥΡΙΖΑ να υποστηρίξει τη φαρμακοβιομηχανία. Αλλά αυτό έγινε αφού εξασφαλίστηκε ότι η απόφαση για το νομοθετικό πλήγμα ήταν οριστική, οπότε ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε με το αζημίωτο  σαν υπεύθυνο εθνικό κόμμα εξουσίας, πόσο μάλλον που ο βιομήχανος που κυρίως ήθελε να υποστηρίξει ήταν ο Γιαννακόπουλος που τελευταία άρχισε να εξαρτάται από την κινέζικη αγορά και ήδη ανταμοίφθηκε γι αυτό με την ιδιοκτησία του Παναθηναϊκού.
 
Μπορεί κανείς βέβαια να αντιτείνει εδώ, και αυτό κάνει η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση , ότι για το φτηνότερο ρεύμα δεν υπάρχει ανάλογο πρόβλημα επειδή η ΔΕΗ ορίζει τις τιμές του ρεύματος οπότε μπορεί να βρει τα λεφτά αυξάνοντας την τιμή του ρεύματος για τους πιο μεγάλους καταναλωτές. Επίσης  για το τραπεζικό κεφάλαιο λένε ότι δεν είναι παραγωγικό αλλά τοκογλυφικό, ότι  έχει βγάλει υπερκέρδη στη χρυσή εποχή, ή ότι έχει στηριχθεί από το κράτος, την ΕΕ κλπ.  Επίσης η κυβέρνηση λέει για τις τράπεζες ότι δεν διαμαρτύρονται για τη ματαίωση των περισσότερων πλειστηριασμών αρκεί που παίρνουν έστω και λίγα λεφτά με τις μικρές δόσεις.   
 
Το φτηνό ρεύμα για το λαό
 
Πραγματικά η ΔΕΗ μπορεί να μετακυλίσει την τιμή του ρεύματος με το οποίο επιδοτεί τους φτωχούς στους πιο μεγάλους καταναλωτές αλλά σε αυτούς πάγια συγκαταλέγει και μάλιστα κατά προτεραιότητα του βιομηχανικούς και μάλιστα τους πιο ενεργοβόρους βιομηχανικούς καταναλωτές. Ήδη αυτούς τους έχει φορτώσει η ΔΕΗ με πελώριες τιμές για να ξεφορτώσει από πάνω της δύο άλλες προστασίες «υπέρ του λαού» που τις πλήρωσε αρχικά η ίδια η ΔΕΗ. Η μία «προστασία» ήταν η  μη πληρωμή λογαριασμών όταν η ΔΕΗ υποχρεώθηκε από την κυβέρνηση και τα κινήματα των  ΣΥΡΙΖΑ-ψευτοΚΚΕ να γίνει εισπράκτορας του ΕΕΤΗΔΕ, δηλαδή των φόρων κυρίως των φτωχών και μεσαίων, τους οποίους αυτοί δεν μπορούσαν να πληρώσουν οπότε δεν πλήρωναν και τους λογαριασμούς. Το νόημα της «αντίστασης» του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων αυτοσχέδιων «ρομπέν των δασών» στην πληρωμή του ΕΕΤΗΔΕ, ήταν η υπερχρέωση της ΔΕΗ και μετά το ξεφόρτωμα αυτής της υπερχρέωσης στη βιομηχανία.
 
 Μια άλλη «προστασία» είχε σαν αποτέλεσμα την  αύξηση του κόστους παραγωγής του ρεύματος επειδή οι σαμποταριστές έκριναν ξαφνικά με τον Γ. Παπανδρέου ότι η ενέργεια πρέπει να «πρασινίσει» , δηλαδή να μετατραπεί σε ανανεώσιμη που σε μια πρώτη περίοδο είναι πανάκριβη. Έγιναν έτσι δις επενδύσεις στις ΑΠΕ, κυρίως στα φωτοβολταϊκά, που ήταν από πριν κανονισμένο να πουλάνε πανάκριβα το ρεύμα στη ΔΕΗ.  Αυτήν την πράσινη ενέργεια η ΔΕΗ τη μετακύλισε στο βιομηχανικό ρεύμα και έτσι επιβάρυνε θανάσιμα όλη τη βαρειά βιομηχανία. Λίγο μετά και χωρίς να μειώσει την τιμή του βιομηχανικού ρεύματος, η κυβέρνηση αποφάσισε ξαφνικά να μειώσει την τιμή στην οποία πούλαγαν οι ΑΠΕ το ρεύμα στη ΔΕΗ και να αυξήσει τη φορολογία τους. Έτσι  οδήγησε αυτές τις επενδύσεις σε καταστροφή πριν καν αποσβέσουν τα έξοδά τους! 
Δηλαδή η τέτοιου είδους επιδότηση των φτωχών από τη ΔΕΗ με ή χωρίς το πρόσχημα του ΕΕΤΗΔΕ (χαρατσιού) συν την παγιδευμένη  «πράσινη ενέργεια» έγινε ένα εργαλείο τρομακτικού βιομηχανικού σαμποτάζ.
 
Η φτηνή στέγη για το λαό, οι πλειστηριασμοί
 
Σε ότι αφορά το τραπεζικό κεφάλαιο μόνο οι ηγέτες των ΣΥΡΙΖΑ-ψευτοΚΚΕ (και η εξωκοινοβουλευτική ουρά τους), οι ομόλογοί τους ακροδεξιοί του ΑΝΕΛ και οι ναζί ισχυρίζονται ότι δεν είναι παραγωγικό με την έννοια του παρασιτικού και τοκογλυφικού από τη φύση του. Το τραπεζικό κεφάλαιο, όπως και το εμπορικό, δεν παράγει αξία γιατί δεν μετασχηματίζει  ούτε μεταφέρει την ύλη, όπως το βιομηχανικό κεφάλαιο. Όμως μέσα στον καπιταλισμό, ακόμα και μέσα στις πρώτες φάσεις του σοσιαλισμού, κάνουν και τα δύο, σύμφωνα με το μαρξισμό, μια πολύ χρήσιμη δουλειά για το καθαυτό παραγωγικό κεφάλαιο: μειώνουν τα έξοδα λειτουργίας του, οπότε εξοικονομούν εργασία, δηλαδή είναι έμμεσα παραγωγικά. Το τραπεζικό κεφάλαιο δανείζεται χρήμα, δηλαδή μαζεύει όλο το σκόρπιο κεφάλαιο-χρήμα και το μετατρέπει σε συγκεντρωμένο χρηματικό κεφάλαιο που με τη σειρά του το δανείζει στη βιομηχανία και στο εμπόριο οπότε  άμεσα ή έμμεσα το μετατρέπει σε παραγωγικό κεφάλαιο. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχει μεγάλης κλίμακας καπιταλιστική καθ αυτό παραγωγή χωρίς τραπεζικό κεφάλαιο. Αν αυτή τη στιγμή η χώρα καταστρέφεται βιομηχανικά, αυτό εκτός από το σαμποτάζ στην τιμή της ενέργειας (πανάκριβο ηλεκτρικό, το πιο ακριβό ρώσικο φυσικό αέριο στην Ευρώπη, υπερύψωση του φόρου πετρελαίου θέρμανσης τάχα για να χτυπηθεί το λαθρεμπόριο ) οφείλεται στη μισο-διακοπή του τραπεζικού δανεισμού. Μια μορφή αυτού του δανεισμού είναι και οι εξαγωγικές πιστώσεις και οι κάθε λογής εξαγωγικές εγγυήσεις, που αποτελούν το οξυγόνο της μόνης διεξόδου από την κρίση που είναι οι εξαγωγές. Αυτή είναι η λεγόμενη πιστωτική ασφυξία. 
 
Οι μικροαστοί  -και οι φασίστες πολιτικοί που εκμεταλλεύονται την άγνοια των πρώτων γύρω από τα  στοιχειώδη οικονομικά-  μένουν στο γεγονός ότι οι τράπεζες αγοράζουν το χρήμα φτηνά και το δανείζουν ακριβά, ιδιαίτερα στους μικροπαραγωγούς και στους καταναλωτές, και αυτό ακόμα περισσότερο στις εποχές της κρίσης και έτσι βαφτίζουν το τραπεζικό κεφάλαιο σε κάθε περίπτωση τοκογλυφικό-παρασιτικό. Αυτό ισχύει κυρίως στα παγκόσμια κερδοσκοπικά και τυχοδιωκτικά παιχνίδια του μεγάλου χρηματιστικού κεφάλαιου, όμως οι μικροαστοί δεν βλέπουν ότι η κλασική τραπεζική λειτουργία  να αγοράζει κανείς χρήμα και να το πουλάει σε άλλους  με μικρό ή μεγάλο ρίσκο, πρέπει να αφήνει κέρδος  όσο και κάθε άλλη παραγωγική καπιταλιστική λειτουργία.  Επίσης οι σοσιαλφασίστες και οι φασίστες κρύψανε από το λαό ότι το ελληνικό τραπεζικό κεφάλαιο, επειδή είχε πραγματικές εξασφαλίσεις  στα ενυπόθηκα δάνεια κατοικιών, δεν χρεωκόπησε όπως οι ισλανδικές ,οι ιρλανδικές και ισπανικές τράπεζες. Εκείνες  χρεωκόπησαν εσωτερικά, λειτουργικά κερδοσκοπώντας με τοξικά ομόλογα και φούσκες ακινήτων, ενώ οι ελληνικές χρεωκόπησαν εξωτερικά, πολιτικά επειδή οι κυβερνήσεις των ρωσόδουλων σαμποταριστών τους έσπρωχναν όπως έσπρωχναν και τα ασφαλιστικά ταμεία, να αγοράσουν κρατικά ομόλογα μιας αποβιομηχανοποιημένης χώρας με μια σάπια διοίκηση  που οι ίδιοι κυρίως κατασκεύασαν. Η ευθύνη του ελληνικού τραπεζικού κεφάλαιου βρίσκεται από τη μια στην υποτίμηση του ρόλου της βιομηχανικής παραγωγής, υποτίμηση που την είχε και συνεχίζει να την έχει παρά την κρίση σχεδόν όλη η αστική τάξη, και από την άλλη στην ιστορική πολιτική κοντοθωριά του, κυρίως στη δουλικότητά του απέναντι  στις κυβερνήσεις και βαθύτερα στον ιμπεριαλισμό που κατά κανόνα τις κατασκευάζει.
 
Το ενυπόθηκο δάνειο, δηλαδή ο δανεισμός με εγγύηση το σπίτι που χτίζει ή αγοράζει ο  οφειλέτης,  έχει σαν αποτέλεσμα να πέφτει στο ελάχιστό  το επιτόκιο δανεισμού, καθώς μικραίνει το ρίσκο του δανεισμού και αυτός ήταν ένας βασικός λόγος που εκτινάχτηκε στην Ελλάδα η βιομηχανία ή μάλλον η βιοτεχνία της οικοδομικής κατασκευής. Τώρα οι σαμποταριστές καταργούν σε μεγάλο βαθμό αυτές τις εγγυήσεις παρέχοντας αλλεπάλληλες αναστολές πλειστηριασμών. Οι τράπεζες δέχονται αυτές τις αναστολές, ιδίως αυτήν με τον τελευταίο νόμο πρώτον γιατί έχουν χρεωκοπήσει οπότε ουσιαστικά οι νέες διοικήσεις είναι στα χέρια της κυβέρνησης,  και δεύτερον γιατί παίρνουν ένα πολύ μικρό ποσό αποπληρωμής από τον οφειλέτη πράγμα που τους δίνει τη δυνατότητα να μην εμφανίζουν στα βιβλία τους σαν χαμένο όλο το δάνειο που έχουν δώσει. Έτσι μπορούν να ισχυρίζονται ότι έχουν κεφαλαιική επάρκεια, οπότε συνεχίζουν να δανείζονται με μικρά επιτόκια. Αλλά η ουσία είναι μία: ότι με την αυξανόμενη κεφαλαιική του ανεπάρκεια το ήδη βαρειά τραυματισμένο ελληνικό τραπεζικό κεφάλαιο δανείζει τους άλλους καπιταλιστές όλο και λιγότερο, και κυρίως δεν δανείζει το  παραγωγικό κεφάλαιο που κινδυνεύει και που διψάει για πιστώσεις, ακόμα και για να εξασφαλίσει τα κεφάλαια κίνησης. Εννοείται ότι  οι τράπεζες δεν δανείζουν δραχμή στους κατασκευαστές κατοικιών. Τελικά για να εξουδετερώσουν τις όποιες επισφάλειες τους, οι τράπεζες αυξάνουν και τα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων και έτσι ρίχνουν  παραπέρα την κατανάλωση των μαζών, δυναμώνοντας τους παράγοντες της κρίσης. Το αποτέλεσμα λοιπόν μιας τέτοιας «προστασίας» κατά των πλειστηριασμών είναι η αύξηση των ζημιών σε όλο το φάσμα των παραγωγικών δραστηριοτήτων, η αύξηση των χρεωκοπιών και η κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας. Με λίγα λόγια οι  πιο φτωχοί ιδιοκτήτες σπιτιών τα κρατάνε για ένα διάστημα, αλλά έχουν  βάλει σοβαρή υποθήκη για να μετατραπούν οι ίδιοι σε ανέργους. 
Το ότι αυτό το μέτρο της μικρής ή της μεγαλύτερης απαγόρευσης των πλειστηριασμών δεν έχει σαν κίνητρο την ελάφρυνση της στέγης των φτωχών, αλλά το παραγωγικό σαμποτάζ,  αποδεικνύεται από το ότι δεν υπάρχει καμιά πολιτική «επιδότησης» ενοικίου σε βάρος των ιδιοκτητών, μικρών ή και μεγάλων, που νοικιάζουν τα σπίτια τους. Όταν οι φαιο-κόκκινοι φασίστες φωνάζουν: κανένας πλειστηριασμός, ισχυρίζονται ότι το κάνουν για να μην χάσει ο κόσμος την στέγη του. Όμως την ίδια στιγμή οι πιο φτωχοί άνθρωποι που δεν έχουν καμιά ιδιόκτητη στέγη είναι οι φτωχοί ενοικιαστές. Αυτοί όμως πληρώνουν όλο το νοίκι στους ιδιοκτήτες τους, ακόμα και όταν είναι άνεργοι, και όταν δεν το έχουν συνήθως διώχνονται με τις κλωτσιές από αυτούς. Στους ιδιοκτήτες όμως των ενοικιαζομένων κατοικιών δεν θέλουν οι σαμποταριστές να επιβάλουν ένα ελάχιστο μηδαμινό μικρό μίσθωμα, αντί για το ολόκληρο νοίκι που παίρνουν  από τους  φτωχούς νοικάρηδές τους. Και τούτο γιατί η ραντιέρικη γαιοκτησία, μικρή ή μεγάλη, δεν αποτελεί τμήμα του παραγωγικού κεφάλαιου, αλλά του πιο παρασιτικού και γι αυτό δεν θέλουν να την χτυπήσουν πέρα από όσο την χτυπάνε με την φορολογία των ακινήτων τους. Άλλωστε και αν τη χτυπούσαν ορίζοντας ένα ενοικιοστασιακό ασήμαντο μίσθωμα το αποτέλεσμα θα ήταν τελικά μια τρύπα στο νερό για τους φτωχούς γιατί σύντομα τα σπίτια για νοίκιασμα θα εξαφανίζονταν, και οι τιμές των ενοικίων θα εκσφενδονίζονταν στην μαύρη αγορά, πράγμα που έχει ξανασυμβεί.
 
Επιδότηση όλων ανεξαίρετα των ανέργων, αυτό πρέπει να είναι το βασικό αίτημα των φτωχών
 
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει παρά μόνος ένας τρόπος με τον οποίο μπορεί να αυξηθεί η κατανάλωση των φτωχών, σε μια χώρα που βομβαρδίζονται οι παραγωγικές της δυνάμεις από έναν ιμπεριαλισμό. Αυτός ο τρόπος είναι ο τερματισμός των βομβαρδισμών  των μέσων παραγωγής  από αυτόν τον ιμπεριαλισμό ή αλλιώς η διατήρηση και η διάθεση νέων μέσων παραγωγής και η άδεια στους άμεσους παραγωγούς, εργάτες και εργαζόμενους να έρθουν σε επαφή με αυτά τα μέσα παραγωγής, δηλαδή να τα  δουλέψουν. Όσο αυτός ο τρόπος δεν έχει επιβληθεί πάνω στο πολιτικό σύστημα, ή για την ακρίβεια όσο οι πολιτικοί σαμποτέρ δεν έχουν ανατραπεί μέσα από ένα μεγάλο ταξικό, δημοκρατικό και πατριωτικό κίνημα, η αύξηση ή μάλλον η συντήρηση σε ένα ελάχιστο επίπεδο της καταναλωτικής δύναμης της φτωχολογιάς και τελικά της πλειοψηφίας του έθνους, θα είναι δυνατή μόνο μέσα από την επιδότηση των φτωχών από το ίδιο το κράτος. Εννοούμε με αυτό ότι θα γίνει με  πόρους που θα έχει μαζέψει το κράτος από όλη την κοινωνία και μάλιστα από την κατανάλωση των πιο εύπορων κομματιών της κοινωνίας και όχι από ορισμένες στρατηγικές επιχειρήσεις, που μάλιστα η παραγωγή τους, αν και κρίσιμη, είναι ένα μικρό μέρος της συνολικής παραγωγής της χώρας. Εννοούμε ότι ο καλύτερος τρόπος σήμερα, πέρα από το ξεμπλοκάρισμα της παραγωγής, για να επιβιώσει η φτωχολογιά είναι να υποχρεωθεί το κράτος να επιδοτήσει όλους ανεξαίρετα τους ανέργους, πρώην μισθωτούς ή όχι, όποτε και αυτοί να πέσανε στην ανεργία και για όσο διάστημα θα μείνουν σε αυτήν. Το ντόπιο πολιτικό καθεστώς, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, είναι αυτό που φταίει για το παραγωγικό σαμποτάζ δηλαδή για την τερατώδη αποβιομηχάνιση και ανεργία και αυτό το καθεστώς πρέπει να βρει τα λεφτά για να θρέψει κυρίως τα θύματα που δημιούργησε με όλους τους τρόπους που αναλύουμε στην τελευταία μας προκήρυξη και που με μεγάλη απήχηση αρχίσαμε να τη μοιράζουμε στις 20 του Δεκέμβρη.
Για μας μάλιστα, όπως αναφέρουμε σε αυτήν την προκήρυξη η επιδότηση πρέπει να δίνεται κύρια στα βασικά θύματα της κρίσης που είναι οι άνεργοι . Πιστεύουμε μάλιστα ότι αυτό δεν είναι ζήτημα απλά επιβίωσης των ίδιων, ούτε βέβαια ζήτημα φιλανθρωπίας. Είναι θεμελιώδες ζήτημα δημοκρατίας, ζήτημα δικαιοσύνης και ζήτημα ύπαρξης για τη χώρα όχι μόνο από θέση αρχής αλλά πρακτικά επειδή κύρια οι άνεργοι καθώς και οι βιομηχανικοί εργάτες, πρέπει να γίνουν η κύρια δύναμη ανατροπής των σαμποταριστών και αλλαγής της σημερινής κατάστασης. Με αυτούς μπροστά  μπορούμε να τσακίσουμε τους σαμποταριστές και να αποκαλύψουμε τους εξωτερικούς εντολείς τους, τους κινέζους και κυρίως τους ρώσους νεοαποικιοκράτες. Αν όλη η κοινωνία με επικεφαλής τους ανέργους και τους εργάτες εξασφαλίσει για όλους τους ανέργους σε πρώτη φάση έστω το πολύ μικρό, έστω το ατομικά ανεπαρκές επίδομα ανεργίας των περίπου 360 Ευρώ, τότε αυτόματα τα νοικοκυριά που έχουν μέσα τους τουλάχιστον έναν άνεργο και τον στηρίζουνε με το αίμα τους, θα ανασάνουν όχι μόνο γιατί ο ίδιος θα διαθέτει 360 Ευρώ για να σταθεί με κάποια αξιοπρέπεια, αλλά γιατί θα ανέβουν και τα υπόλοιπα μεροκάματα, ιδίως αυτά τα μαύρα της ταπείνωσης και της εξάντλησης που λόγω της τερατώδους ανεργίας όλο και ξαπλώνονται και μας πάνε έναν αιώνα πίσω. Μόνο έτσι θα έχουν νόημα και οι διευκολύνσεις στα πιο φτωχά νοικοκυριά για φτηνότερο ρεύμα, φτηνότερα φάρμακα,  φτηνότερη στέγη που όμως και αυτές θα πρέπει να πληρώνονται από το κράτος και όχι από τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, όταν αυτές δεν έχουν μεγάλα κέρδη. Αυτό δεν σημαίνει ότι και αυτές οι επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να κυνηγιούνται από το κράτος και από τους πολίτες, όποτε και όταν  ασκούν πολιτικές μονοπωλιακού ελέγχου των τιμών, αισχροκέρδειας κλπ. Άλλωστε αυτά τα φαινόμενα υπάρχουν παράλληλα με το σαμποτάζ και μάλιστα αποτελούν την ανάποδη όψη του. Δηλαδή την ίδια ώρα που το κράτος των σαμποταριστών κλείνει ντόπιες ή δυτικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεις καθηλώνοντας πχ τις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών τους, την ίδια ώρα το ίδιο αυτό κράτος χρηματοδοτεί σκανδαλωδώς τις επιχειρήσεις των ανατολικών ολιγαρχών αυξάνοντας στα ύψη τις τιμές των δικών τους προϊόντων, όπως όταν αυξάνει τα διόδια που πλουτίζουν τον Μπόμπολα (πχ Αττική οδός, Ρίο Αντίρριο, νέοι αυτοκινητόδρομοι), ή μειώνοντας τις τιμές παραγωγής τους, όπως  το φτηνό ρεύμα που αγοράζει ο Μυτιληναίος από τη ΔΕΗ, ή όπως τις μεσαιωνικές συνθήκες δουλειάς, δηλαδή το υπερφθηνό μεροκάματο  που το καθεστώς σύσσωμο, κυβέρνηση και «αριστερή» αντιπολίτευση εξασφαλίζουν για τον δουλοκτήτη ΚΟΣΚΟ. Το ίδιο κάνουν όταν δίνουν δωρεάν σε κάποιες διασωσμένες  τράπεζες κάποιες άλλες διασωσμένες τράπεζες (πχ την Κύπρου στην Πειραιώς) επειδή ξέρουν ότι σε λίγο θα τις βάλουν στο χέρι οι ρώσοι ολιγάρχες που αγοράσανε μεγάλα κομμάτια τους.
Όσο τις συνέπειες του σαμποτάζ θα καλούνται να την πληρώσουν οι σχετικά πιο παραγωγικές επιχειρήσεις, το σαμποτάζ θα μεγαλώνει και η ανεργία θα μεγαλώνει.