Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΟΙ ΒΑΘΥΤΕΡΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΑΥΞΑΝΟΜΕΝΗΣ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ Η ΔΗΜΑΓΩΓΙΑ ΓΙΑ ΤΑ 1400 ΕΥΡΩ

Tο αίτημα της ΔΟΕ και της ΟΛΜΕ για 1400 ευρώ κατώτατο μισθό είναι μια απάτη που έχει στόχο να σύρει το λαό πίσω από τους σκοτεινούς πολιτικούς στόχους του σοσιαλφασισμού και της κρατικο-συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.

Αυτοί ισχυρίζονται ότι το αίτημα για 1400 ευρώ μπορεί να πραγματοποιηθεί για όλους τους εργαζόμενους αν αφαιρεθούν κάποια υπερκέρδη του κεφαλαίου. Επομένως υποστηρίζει ότι αυτό είναι ένα γενικό δημοκρατικό αίτημα για την εκπλήρωση του οποίου απλά οι εκπαιδευτικοί μπορούν να γίνουν η αγωνιστική πρωτοπορία.
Αυτή η θέση όμως έρχεται σε σύγκρουση με την κοινή αντίληψη των εργαζομένων και της κοινωνίας για το δυνατό ύψος των μισθών στη χώρα μας. Γι’ αυτό και οι εργαζόμενοι δεν υποστηρίζουν αυτό το κίνημα και το θεωρούν απλά ένα κίνημα ενός κομματιού της κρατικής γραφειοκρατίας που θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τους υπόλοιπους μισθωτούς. Ο σοσιαλφασισμός επιμένει με την προπαγάνδα του να ισχυρίζεται ότι αυτή η αντίληψη των εργαζομένων είναι απατηλή και ότι την έχει δημιουργήσει το κεφάλαιο για να τους αποκοιμίζει και έτσι να εξασφαλίζει τα υπερκέρδη του. Την απάτη αυτού του συνθήματος την αποδείξαμε στο αντίστοιχο άρθρο. Αν μοιραστούν όλα τα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου στους μισθωτούς και στους συνταξιούχους αντιστοιχούν στον καθένα το μήνα 33,89 ευρώ! Για να φτάσουμε από τα 100 στα 1400 ευρώ χωρίς την ασφάλιση η απόσταση είναι τεράστια.
Στην ουσία πίσω από τους ισχυρισμούς του φαιοκόκκινου μετώπου κρύβεται η θεωρία ότι το κόστος της εργασίας δεν διαμορφώνεται σύμφωνα με τους νόμους της οικονομίας και της πολιτικής που τους αντιλαμβάνεται, ή έστω τους διαισθάνεται όλη η κοινωνία, αλλά ότι διαμορφώνεται τάχα από τις συνομωσίες του κεφαλαίου που κατεβάζει τους μισθούς και τους μετατρέπει σε μισθούς πείνας. Η θεωρία αυτή αντικαθιστά τους νόμους της οικονομίας και των ταξικών και πολιτικών συσχετισμών κεφαλαίου-εργασίας που καθορίζουν το ύψος του μισθού, με τη θεωρία μιας συνομωσίας που υποτίθεται διαμορφώνει τις τιμές της εργασίας. Την ίδια θεωρία της συνωμοσίας χρησιμοποιεί ο σοσιαλφασισμός εκτός από τη διαμόρφωση της τιμής της εργατικής δύναμης και για τη διαμόρφωση των τιμών όλων των άλλων εμπορευμάτων.
Η οικονομία της χώρας μας σύμφωνα με το σοσιαλφασισμό δεν έχει πρόβλημα παραγωγής. Ο όγκος της αξίας που παράγεται είναι σύμφωνα με αυτόν ικανοποιητικός και είναι αρκετός για να ζήσουν οι εργαζόμενοι με πολλαπλάσιους μισθούς. Όμως το κεφάλαιο κατορθώνει να τους ρίχνει στη φτώχεια αποκομίζοντας ασύλληπτα υπερκέρδη. Το πως το πετυχαίνει αυτό το κεφάλαιο δεν μας το εξηγούν ακριβώς. Η θεωρία της συνομωσίας είναι μαγική. Δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με λογικό τρόπο. Απλά υπάρχει ένα “απόλυτο Κακό” που είναι η ΕΕ και οι ΗΠΑ το οποίο Κακό οργανώνει τη δυστυχία στη χώρα μας και σε όλο τον κόσμο. Ιστορικά μόνο ο εβραίος κατηγορήθηκε σαν το απόλυτο Κακό, που συνωμοτεί και χειρίζεται τις σκοτεινές δυνάμεις του καπιταλισμού που συσσωρεύουν τη δυστυχία και καταστρέφουν τα έθνη. Γι’ αυτό και η θεωρία του σοσιαλφασισμού για τη διαμόρφωση των τιμών είναι στην πιο «παράνομη» έκδοσή της ο αντισημιτισμός, που κρύβεται προς το παρόν πίσω από ένα δήθεν αντισιωνισμό, γιατί δεν άφησαν παρά ελάχιστους πια εβραίους στη χώρα.
Το αίτημα για τα 1400 ευρώ το απορρίπτει και ο Καραμανλής. Αλλά χωρίς να το καταγγέλλει. Λέει μάλιστα το πελώριο ψέμα, νομιμοποιώντας έτσι το αίτημα, ότι πιθανόν σε πέντε ή σε εφτά χρόνια να δοθούν αυτές οι αυξήσεις στους εκπαιδευτικούς μέσα από το μισθολόγιο των δημόσιων υπαλλήλων. Περιορίζει σκόπιμα το ζήτημα στα λεφτά, στο λογιστικό μέρος, φροντίζοντας να μην ξεσκεπάσει όλη τη βρωμιά που κρύβεται πίσω από αυτό το σύνθημα. Γιατί τότε θα αποκαλυφθεί ότι και ο ίδιος και το ανατολικού τύπου πολιτικό σύστημα που υπηρετεί προωθούν τη διάλυση της οικονομίας και της εκπαίδευσης και ότι φασιστικοποιούν με τον ίδιο ζήλο και τις συνειδήσεις, για να παραδώσουν διαλυμένη τη χώρα, αδύναμη και χωρίς αντιστάσεις υποχείριο στη Ρωσία του Πούτιν.
Το αίτημα για τα 1400 διασπά τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα τους, διαλύει τις συνειδήσεις και τις φασιστικοποιεί, και φέρνει μέσα του την καταστροφή της οικονομίας και της κοινωνίας. Τόσα λεφτά για μισθούς δεν μπορεί να δοθούν από αυτή την οικονομία σήμερα ούτε στο δημόσιο αλλά ούτε και στον ιδιωτικό τομέα παρά μόνο αν λεηλατηθούν οι πάγιες εγκαταστάσεις και όλη η επένδυση δημόσια και ιδιωτική. Μόνο με ένα κίνημα λεηλασίας όπως αυτό στην περίοδο του Μπερίσα που θα αρπάζει ο καθένας ότι βρεθεί μπροστά του, μια πόρτα του δημόσιου κτιρίου ή μια καρέκλα, ή θα ληστεύει τις κρατικές αποθήκες και το σπίτι του διπλανού του, ή θα λεηλατεί και θα πουλάει τις μηχανές των εργοστασίων θα μπορεί να εισπράξει ο πληθυσμός τέτοια ποσά για ένα-δυο μήνες.
Το αίτημα για τα 1400 ευρώ είναι στην καλύτερη περίπτωση δημαγωγικό και στη χειρότερη καλεί τον λαό να κατασπαράξει τις ζωντανές δυνάμεις του έθνους, υλικές και πνευματικές. Είναι ένα αίτημα που απαξιώνει και δυσφημεί στο λαό την ίδια την απεργία και την ίδια την κατάληψη σα μέσο πάλης. Είναι ένα αίτημα που διαπαιδαγωγεί τον λαό να ταυτίζει την αντιδραστική απεργία με τη δημοκρατική απεργία και την αντιδραστική κατάληψη με τη δημοκρατική κατάληψη και να τις μισεί το ίδιο.
Το κεφάλαιο, ισχυρίζεται ο σοσιαλφασισμός, κρατικό και ιδιωτικό, έχει τα λεφτά για αυτές τις αυξήσεις. Και μάλιστα λένε ότι το κεφάλαιο στην Ελλάδα έχει μεγαλύτερα κέρδη από ότι τα άλλα κεφάλαια στις άλλες χώρες. Δηλαδή ότι το ποσοστό του κέρδους του είναι μεγαλύτερο. Γι’ αυτό λένε ότι και η πάλη για να αποσπάσει τα 1400 ευρώ είναι μια ταξική πάλη. Όπως είπαμε και πιο πάνω και όπως δείχνουμε με στοιχεία σε άλλο άρθρο όπου παρουσιάζονται τα συνολικά κέρδη του κεφάλαιου, το μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο όχι μόνο δεν έχει τόσα κέρδη για να πληρώσει αυτούς τους μισθούς αλλά ακόμα και αν μοιραστούν υποθετικά με μια διαίρεση όλα τα κέρδη του κεφαλαίου στον πληθυσμό θα αντιστοιχούν μερικές δεκάδες ευρώ κάθε μήνα στον κάθε πολίτη. Το αίτημα για τα 1400 Ευρώ μέσα του κρύβει τον απόλυτο αποπροσανατολισμό των εργαζομένων από την εργασιακή και κοινωνική πραγματικότητα, και πρώτα απ’ όλα τη διάσπαση της εργατικής τάξης και των εργαζομένων. Κρύβει επίσης μέσα του μια οικονομική και πολιτική επίθεση ενάντια στους δυτικόφιλους ιδιώτες κεφαλαιοκράτες, βασικά της ελαφριάς βιομηχανίας, υπέρ των ανατολικών κρατικών ολιγαρχών και υπέρ των διεφθαρμένων κρατικών καπιταλιστών γραφειοκρατών. Αυτό μας ενδιαφέρει πολύ γιατί από την πείρα του ναζισμού γνωρίζουμε ότι μετά την αντικαπιταλιστική δημαγωγία για το ιδιωτικό καταναλωτικό κεφάλαιο ακολουθεί ένα πολιτικό πογκρόμ ενάντια στους δημοκράτες και σε όλο το λαό.
Όμως το ψευτοΚΚΕ έχει «απαντήσεις» σε όλα τα ζητήματα. Παρουσιάσαμε στο αντίστοιχο άρθρο τα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου από 25143 επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις σύμφωνα με τις στατιστικές του ψευτοΚΚΕ είναι περίπου ένα εκατομμύριο. Αυτό μπορεί να είναι και μια νομική αλήθεια. Όμως πρόκειται για τις εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις του μικρού κεφαλαίου που λειτουργούν είτε με αυτοαπασχόληση, είτε είναι οικογενειακές, είτε λειτουργούν με ελάχιστο αριθμό υπαλλήλων. Είναι οι μικρές καπιταλιστικές επιχειρήσεις που λατρεύει ο σοσιαλφασισμός, και το πολιτικό σύστημα, γιατί από το μικρό κεφάλαιο δεν μπορεί να προέλθει καμιά πολιτική αντίσταση σε αυτόν. Ο σοσιαλφασισμός όταν απαιτεί να δοθούν τα κέρδη του κεφαλαίου στους εργαζόμενους δεν απευθύνεται βέβαια στην μάζα των μικροεπειχειρηματιών και στους περιπτεράδες, αλλά στο μεγάλο κεφάλαιο. Και αυτό όπως είδαμε καρπώνεται την υπεραξία που του αναλογεί με τη συμμετοχή του και τον όγκο του στη διεθνή αγορά. Και τα κέρδη του είναι αποσπασμένη υπεραξία από τους εργαζόμενους αντίστοιχου μεγέθους με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας και το μέσο ποσοστό του κέρδους του ανάλογο γενικά με αυτό του παγκόσμιου κεφαλαίου. Ο νόμος του μέσου ποσοστού του κέρδους που εξισώνει σε μεγάλα χρονικά διαστήματα όλα τα ποσοστά δρα με την ισχύ φυσικού νόμου και είναι ανεξάρτητος από τη βούληση. Κέρδη που ξεφεύγουν από το μέσο ποσοστό του κέρδους σε ορισμένα χρονικά διαστήματα υπάρχουν βέβαια σ’ αυτή τη χώρα εξαιτίας του δουλεμπορίου. Όμως αυτά δεν τα αποκομίζει κυρίως το μεγάλο κεφάλαιο. Οι μισθοί στη μεγάλη βιομηχανία είναι περίπου διπλάσιοι από τη μικρή που προσπαθεί να ισοφαρίζει το παραγωγικό της έλλειμμα το οποίο οφείλεται στη χαμηλού επιπέδου τεχνολογική της διάρθρωση με το δουλεμπόριο των μεταναστών.
Οι μισθοί πείνας στη χώρα και η ανεργία οφείλονται στο παραγωγικό έλλειμμα της οικονομίας όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω και που το κρύβει το ανατολικού τύπου πολιτικό καθεστώς.

ΤΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ

Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει ένα τεράστιο βιομηχανικό κενό, μια ασύλληπτη εμπορική ψαλίδα, μοναδική στην Ευρώπη, που στην ουσία καθορίζει και όλα τα ελλείμματα του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με την τράπεζα της Ελλάδος το εμπορικό έλλειμμα της χώρας για το 2005 ήταν 27,54 δις ευρώ! Για το 2006 θα ξεπεράσει κατά πολύ τα 30 δις. Η έκρηξη αυτή του ελλείμματος πρακτικά σημαίνει ότι ένα όλο και πιο τεράστιο μέρος του ΑΕΠ θα διοχετεύεται στο εξωτερικό για να πληρωθούν προϊόντα. Η χώρα επομένως χωρίς βιομηχανία δεν μπορεί να διατηρήσει ούτε το σημερινό επίπεδο της ζωής, πόσο μάλλον να αναπτυχθεί. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο το φιλορώσικο-ξενόδουλο καθεστώς με τον Καραμανλή επικεφαλής σαμποτάρουν τη βιομηχανία γιατί είναι η ραχοκοκαλιά της οικονομίας. Χωρίς ανεπτυγμένη εργατική τάξη και βιομηχανία το έθνος δεν μπορεί ούτε να ζήσει όπως ζει, πόσο μάλλον και να ανεβάσει το βιοτικό του επίπεδο, αλλά ούτε και να είναι ανεξάρτητο.
Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι το έλλειμμα της παραγωγής. Παράγεται μικρός όγκος προϊόντων που δε φτάνει για να συντηρήσει ούτε καν το σημερινό μέσο βιοτικό επίπεδο.
Η οικονομία διασώζεται από τις υπηρεσίες στον τουρισμό και από το ευρωπαϊκό χρήμα. Για το 2005 η Τράπεζα της Ελλάδος δίνει τα εξής στοιχεία. Εμπορικό έλλειμμα -27546,7 εκατ, υπηρεσίες πλεόνασμα 15698,1 εισοδήματα έλλειμμα -5376,1 τρέχουσες μεταβιβάσεις +3177,4 (ΕΕ). Το άθροισμά τους, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, είναι -14047,5. Αν προστεθούν οι μεταβιβάσεις κεφαλαίου +2048,6 εκατ το συνολικό έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών είναι -11998,9 εκατ.
Το εμπορικό έλλειμμα που φέτος θα ξεπεράσει τα 30 δις ευρώ δεν οφείλεται στα υπερκέρδη του κεφαλαίου αλλά στο παραγωγικό σαμποτάζ. Έλλειμμα 30 δις στη βιομηχανία σημαίνει ότι λείπει επενδυμένο κεφάλαιο, ότι δεν υπάρχουν τα αντίστοιχα κέρδη, ότι δεν υπάρχουν οι αντίστοιχοι μισθοί, ότι δεν μειώνεται η ανεργία, ότι λείπει κοινωνικός πλούτος, ότι δίπλα στο κεφάλαιο που καταδικάζεται από την ανατολική πολιτική σε μαρασμό αργοπεθαίνει και η εργατική τάξη.
Η αύξηση του ΑΕΠ κατά 4,1% το πρώτο εξάμηνο του 2006 για την οποία καυχάται η κυβέρνηση και η οποία εξαπατά τον λαό επιδεικνύοντας την όπως έκαναν και οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ είναι μια απάτη.
Ο Καραμανλής έχει ακυρώσει μέχρι στιγμής όλες τις μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις. Τα 17 περίπου δις των εφοπλιστών από την έκρηξη του θαλάσσιου εμπόριου κυρίως της Κίνας, τα 3 περίπου δις των Ελλήνων του εξωτερικού και τα 3 περίπου δις των επενδύσεων στη βιομηχανία, ξενοδοχεία κλπ που με τόσο θόρυβο είχε ανακοινώσει ο Καραμανλής στο υπουργικό του συμβούλιο ότι θα προωθήσει, δεν επενδύθηκαν. Την ίδια στιγμή στην οποία το παραγωγικό έλλειμμα φτάνει σε αυτά τα ύψη, υπάρχουν τεράστια ανεκμετάλλευτα κεφάλαια για επενδύσεις που ωστόσο εμποδίζονται να γίνουν και υπάρχει και ένα μορφωμένο εργατικό δυναμικό για να δουλέψει πολλαπλάσια μέσα παραγωγής από όσα έχει μπροστά του. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας θα ήταν μια πολύ εύκολη υπόθεση αν δεν υπονομευόταν από το ρώσικο σοσιαλμπεριαλισμό και τους ντόπιους λακέδες του. Όμως αυτοί κρατούν αλυσοδεμένη τη χώρα εδώ και δεκαετίες.
Στην Ελλάδα χτίζονται σπίτια που μένουν πια ανοίκιαστα και άλλες οικοδομές. Αυτό σημαίνει ότι επενδύονται κεφάλαια σε τομείς που όχι μόνο δεν παράγουν μέσα παραγωγής, αλλά παράγουν μέσα κατανάλωσης που είναι φορτωμένα με τα τεράστια βάρη της γαιοπροσόδου και επιπλέον παράγονται με όρους χαμηλής οργανικής και τεχνικής σύνθεσης. Στην Ελλάδα επιτράπηκε από τους ρωσόφιλους η οικοδομή σαν κινητήρας της βιομηχανικής παραγωγής γιατί μόνη αυτή εξαιτίας της κατάτμησης της γης δεν μπορεί να δώσει συγκεντρωμένη, μεγάλης κλίμακας βιομηχανική δόμηση αλλά μόνο χαμηλής παραγωγικότητας βιοτεχνική δόμηση η οποία είναι επιπλέον φορτωμένη με μια παραφουσκωμένη γαιοπρόσοδο. Αυτή η τελευταία δίνει στο μικροαστό ιδιοκτήτη της πόλης και των παραλίων την ψευδαίσθηση μιας οικονομικής ασφάλειας ενώ πρόκειται για ένα εισόδημα που τον μετατρέπει σε μικροβδέλλα μόνο για όσο θα υπάρχει δανεικό αίμα να ρέει στις φλέβες αυτής της εύθραυστης οικονομίας.
To μικρότερο κατά κεφαλή ΑΕΠ, οι χαμηλοί μισθοί, τα κρατικά ελλείμματα και η πορεία της χώρας προς τη χρεωκοπία οφείλονται στο παραγωγικό έλλειμμα και στη συνειδητή πολιτική της υπανάπτυξης. Αυτά δεν είναι αποτελέσματα μιας αυθόρμητης διαδικασίας αλλά προϊόντα ενός συνειδητού σαμποτάζ της παραγωγής από το πιο αντιδραστικό πολιτικό μπλοκ στο οποίο ηγείται η ψευτοαριστερά. To ψευτοΚΚΕ και ο ΣΥΝ με την «ταξική» τους γραμμή ισχυρίζονται ότι οι ελληνικοί μισθοί, οι χαμηλότεροι στην ΕΕ οφείλονται στα υπερκέρδη του ιδιωτικού κεφαλαίου και ότι τα κρατικά ελλείμματα οφείλονται στο ότι το κεφάλαιο αυτό δεν πληρώνει ουσιαστικά φόρους.
Την ίδια στιγμή που το καθεστώς διώχνει το τεράστιο ιδιωτικό κεφάλαιο που συσσωρεύτηκε συγκυριακά από τη ναυτιλία, αρχίζει να αποδίδει την κρίση σε ένα πολύ πρόσφατο φαινόμενο που από συνέπεια του παραγωγικού σαμποτάζ το μετατρέπει σε αιτία του. Πρόκειται για το γεγονός ότι τα παλιότερα επενδυμένα κεφάλαια φεύγουν από τη χώρα και επενδύονται στις ανατολικές χώρες. Το ότι αυτό είναι ένας γενικός νόμος της κίνησης του κεφαλαίου, να αναζητά σε όλο τον πλανήτη τη μεγιστοποίηση των κερδών του με τους χαμηλότερους μισθούς ο σοσιαλφασισμός το γνωρίζει πάρα πολύ καλά. Τα κομματικά του μέλη άνοιξαν όλες αυτές τις αγορές και τα δύο κόμματα πάντα υποστήριξαν και υποστηρίζουν τις μπίζνες με την κομματική διεφθαρμένη γραφειοκρατία των νέων καπιταλιστικών πρώην σοσιαλιστικών χωρών που τη γνωρίζουν προσωπικά από τους κοινούς τους αγώνες ενάντια στο σοσιαλισμό. Όμως και εδώ υπάρχει μια μεγάλη απάτη με την οποία οι ψευτοαριστεροί υπνωτίζουν τους απολυμένους εργάτες, ιδιαίτερα τους εργάτες της κλωστοϋφαντουργίας και ένδυσης. Σε όλο το βιομηχανικό βορρά η κλωστοϋφαντουργία έχει δεχτεί χτύπημα από τα χαμηλά μεροκάματα του τρίτου κόσμου και έχει είτε μετακινηθεί σε αυτόν, είτε έχει εκσυγχρονιστεί στρεφόμενη σε προϊόντα πολυτελείας, καινούργιες ίνες, υφάσματα και τεχνικές, είτε κρατώντας στις χώρες του βορρά τη σχεδίαση της ένδυσης και το επιτελικό και εμπορικό τμήμα των δραστηριοτήτων της. Στο σύνολό της πάντως παντού στο βορρά η κλωστοϋφαντουργία και η ένδυση έχουν χτυπηθεί. Όμως πουθενά στο βορρά η βιομηχανία δεν στηρίχθηκε στους κλάδους ψηλής έντασης εργασίας για να επιβιώσει και να αναπτυχθεί, αλλά στους κλάδους υψηλής έντασης κεφαλαίου, με λίγα λόγια στον ασταμάτητο τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της βαριάς βιομηχανίας ιδιαίτερα της βιομηχανίας των τεχνολογιών αιχμής, και κυρίως της βιομηχανίας παραγωγής έρευνας και τεχνολογίας, δηλαδή της βιομηχανίας παραγωγής γνώσης. Αυτός είναι ο λόγος που οι συντριπτικά μεγαλύτερες σήμερα βιομηχανικές επενδύσεις δεν γίνονται από τον βορρά στις χώρες χαμηλού μεροκάματου αλλά στις χώρες του ψηλού μεροκάματου. Άλλωστε αυτές έχουν τα δικά τους ευρύτερα στρατηγικά πλεονεκτήματα: Σύγχρονες υλικές, διοικητικές και ερευνητικές υποδομές, ψηλά ειδικευμένο έμψυχο παραγωγικό δυναμικό, κοινωνικοπολιτική αντίσταση στις φασιστικές εκτροπές και τις πολεμικές περιπέτειες.
Σε ότι αφορά τις αυξήσεις των εργαζομένων το πραγματικά ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα που οφείλει να υπολογίζει τα πιο μακροπρόθεσμα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του λαού οφείλει να παλεύει για την καλυτέρευση της κατάστασης όλων των εργαζομένων υποστηρίζοντας ταυτόχρονα την παραγωγική βάση της χώρας, τις παραγωγικές δυνάμεις. Αυξήσεις μπορούν να διεκδικηθούν μόνο εκεί που αποδειγμένα μπορεί να δοθούν. Ένας απεργιακός αγώνας που θα αποσπάσει αυξήσεις και στο τέλος θα κλείσει το εργοστάσιο είναι για το κακό των εργαζομένων και όχι για το καλό τους. Οι αυξήσεις εκεί που μπορούν να δοθούν δεν είναι δυνατό να διεκδικούνται χωρίς την απαίτηση για επενδύσεις. Αυτό είναι το μακροπρόθεσμο συμφέρον όλων των εργαζομένων.

-Δημοσιεύτηκε στη Νέα Ανατολή φ. 417, Σεπτέμβρης 2006-