Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Η εκλογή αρχηγού στη ΝΔ η πιο κρίσιμη πολιτική μάχη μετά τις βουλευτικές εκλογές του 1990

Εδώ και πολύ καιρό έχουμε διαπιστώσει ότι η πολιτική διαμάχη στην Ελλάδα δεν διεξάγεται κυρίως ανάμεσα στα διαφορετικά κόμματα αλλά μέσα στα κόμματα.

Μόνο στα τρία μικρά ρωσόδουλα κόμματα το ψευτοΚΚΕ, το ΛΑΟΣ και τον ΣΥΝ η κύρια πλευρά της πάλης τους είναι η εξωτερική. Αντίθετα στα δύο δυτικόφιλα μη ρωσόδουλα κόμματα η κύρια πάλη είναι η εσωτερική. Αυτό οφείλεται στο ότι η ρωσόδουλη τάση αυτών των κομμάτων που είναι γενικά μειοψηφική προσπαθεί να εξοντώσει σταδιακά μέσω εκκαθαρίσεων όλους τους αντιπάλους της μέσα στο κάθε κόμμα.

 

Η οξύτερη και πιο καίρια πολιτική διαμάχη είναι η εσωκομματική της ΝΔ

Εδώ και μερικά χρόνια η οξύτερη εσωτερική διαμάχη είναι αυτή εντός της ΝΔ γιατί εκεί η ρωσόδουλη ηγετική ομάδα είναι πολύ αδύναμη ακόμα. Αντίθετα στο ΠΑΣΟΚ ο Α. Παπανδρέου, ο Κ. Σημίτης και ο Γ. Παπανδρέου μέσα από μια 20ετία εκκαθαρίσεων έχουν πια εγκαταστήσει μια αρκετά πολυπληθή ρωσόδουλη ηγετική κλίκα. Αυτή για πρώτη φορά κατάφερε να σχηματίσει μια κυβέρνηση στην οποία οι ρωσόδουλοι να κυριαρχούν. Πραγματικά είναι πρωτοφανές οι ρωσόδουλοι να ελέγχουν ταυτόχρονα τόσα πολλά και ισχυρά υπουργεία, όπως το Εξωτερικών, το Άμυνας, το Δημόσιας Τάξης, το Εσωτερικών, το Περιβάλλοντος-Ενέργειας και το Εργασίας για να αναφέρουμε μόνο αυτό στα οποία η πολιτική ταυτότητα των υπουργών είναι διευκρινισμένη.
Να λοιπόν γιατί σήμερα όλη η πολιτική ζωή έχει επικεντρωθεί γύρω από την εκλογή αρχηγού της ΝΔ. Τα ρωσόδουλα κόμματα και φράξιες δούλεψαν μεθοδικά και συντονισμένα για δεκαετίες ώστε να πετύχουν να ανεβάσουν στην ηγεσία της ΝΔ έναν δικό τους, τον Καραμανλή. Αυτή τους η επιτυχία είχε σαν αποτέλεσμα να δυναμώσει η ρώσικη αλλά και η κινέζικη διείσδυση στην Ελλάδα μέσα σε 5 χρόνια νεοδημοκρατικής διακυβέρνησης τόσο όσο δεν είχε δυναμώσει μέσα σε 24 χρόνια διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (με τη διακοπή Μητσοτάκη). Αυτό είναι φυσικό γιατί ο αρχηγός της ΝΔ δεν είναι απλά ο αρχηγός ενός μεγάλου κόμματος, είναι ταυτόχρονα ο αρχηγός του πιο ισχυρού, του πιο κλασικού, του πιο «υπεράνω υποψίας» δυτικόφιλου κόμματος της μεγαλοαστικής τάξης. Είναι με λίγα λόγια ο επίσημος αρχηγός της αστικής τάξης σε αντίθεση με τους Παπανδρέου που ήταν αρχηγοί του κόμματος των μικροαστών και των τυχοδιωκτών που έγιναν αστική ή μεγαλοαστική τάξη ακριβώς επειδή κατάχτησαν την κρατική εξουσία. Για να το πούμε κι αλλιώς: Η ΝΔ είναι η πολιτική έκφραση μιας μεγαλοαστικής τάξης που ήταν ήδη κυρίαρχη οικονομικά όταν αυτό το κόμμα σχηματίστηκε. Το ΠΑΣΟΚ αντίθετα είναι ένα κόμμα μικροαστών που με την εγγύηση του μεγαλοαστού ιδρυτή του και πράκτορα μιας υπερδύναμης μετέτρεψε σε αστική τάξη πολλούς από αυτούς τους μικροαστούς επειδή αυτό το κόμμα έγινε πολιτικά κυρίαρχο, δηλαδή κυρίαρχο στο κράτος. Δηλαδή το ΠΑΣΟΚ πρώτα απέσπασε την κρατική εξουσία και μέσα από αυτήν μια μερίδα στελεχών του κατάχτησε ένα μέρος της οικονομικής εξουσίας, είτε σαν κρατική γραφειοκρατία είτε σαν κρατικοδίαιτη ολιγαρχία. Γι αυτό το λόγο το ΠΑΣΟΚ έχει μια εξ αίματος συγγένεια με τα ΣΥΝ και ψευτοΚΚΕ. Όπως αυτό έτσι και εκείνα είναι κόμματα της αστικής τάξης νέου τύπου που δεν χρωστάνε την κοινωνική τους άνοδο στο χρήμα αλλά στο κόμμα ή καλύτερα στη νομή της κρατικής εξουσίας. Γι αυτό η μεγάλη μάζα των στελεχών του ΠΑΣΟΚ παθιάζεται να μην υπάρχουν αστοί βουλευτές και γενικά πετυχημένοι άνθρωποι με την αστική έννοια μέσα στο ΠΑΣΟΚ και να αποφασίζει το κόμμα, δηλαδή η ηγετική σοσιαλφασιστική γραφειοκρατία ποιος από τους υποτακτικούς του πληβείους θα γίνει βουλευτής, υπουργός, ολιγάρχης κλπ. Ένα τέτοιο κόμμα ο δυτικός ιμπεριαλισμός δεν το εμπιστεύεται τόσο εύκολα όσο εμπιστεύεται το κόμμα της κλασικής αστικής τάξης, της αστικής τάξης παλιού τύπου. Να γιατί το ΠΑΣΟΚ παρόλο που έχει κατασκευάσει την ολιγαρχία του θα είναι για καιρό ακόμα στα μάτια της Δύσης ένας αναξιόπιστος παίχτης της ελληνικής πολιτικής ζωής
Να γιατί ο Καραμανλής έκανε τόσο μεγάλη ζημιά στη Ελλάδα σε τόσο λίγο χρόνο.

Το ατύχημα για τη ρώσικη πολιτική είναι ότι ένας Καραμανλής δεν παράγεται κάθε μέρα. Δηλαδή δεν μπορεί να προκύπτει κάθε λίγο και λιγάκι ένας εξ αίματος συγγενής του γενάρχη του κόμματος, του μακαρίτη Καραμανλή, που να είναι ταυτόχρονα ταλαντούχος ραδιούργος, εύγλωτος διπρόσωπος και πράκτορας μιας υπερδύναμης που είναι σε μετωπική σύγκρουση με τα συμφέροντα που το συγκεκριμένο κόμμα εκπροσωπεί.

Η δυσκολία της διαδοχής Καραμανλή από έναν άλλο ρωσόδουλο

Τώρα λοιπόν πρέπει ο Καραμανλής να καταφέρει να παραδώσει την εξουσία σε έναν όμοιό του. Το ότι πρέπει να παραδώσει αυτήν την εξουσία είναι μια αναγκαιότητα. Όσο επιδέξιος κι αν ήταν αυτός ο τύπος δεν μπορούσε να πετύχει δύο πράγματα ταυτόχρονα: από τη μία να ρίξει τη κυβέρνησή του με τον πιο εσπευσμένο τρόπο γιατί αυθαδίαζε στην υπερδύναμη και από την άλλη να μείνει και δημοφιλής. Γιατί ως γνωστό στα αστικά κόμματα η δημοφιλία του αρχηγού διαρκεί όσο και η ικανότητά του να εξασφαλίζει γι αυτά την κρατική εξουσία.
Το ζήτημα είναι ότι οι ρωσόδουλοι ψηλού στελεχικού επιπέδου είναι μετρημένοι στα δάχτυλα μέσα στη ΝΔ ενώ το ΠΑΣΟΚ έχει πια συγκεντρώσει μπόλικους από δαύτους. Στη ΝΔ σε ψηλό επίπεδο μπορεί κανείς να διακρίνει το Σιούφα και το Σαμαρά ενώ η τελευταία θητεία του στο υπουργείο Παιδείας αποκαλύπτει έναν Σπηλιωτόπουλο εξαιρετικά φιλικό, για να μην πούμε απόλυτα υποτακτικό στο σοσιαλφασισμό. Ο Σιούφας είναι ελάχιστα γοητευτικός για αρχηγός και ο Σπηλιωτόπουλος πολύ νέος για να μπει στο παιχνίδι της διαδοχής εκτός αν φανεί ότι χάνει ο Σαμαράς.
Ο Σαμαράς δεν θα μπορούσε ποτέ να διεκδικήσει την αρχηγία αν το κόμμα αυτό δεν είχε σαπίσει εντελώς και κυρίως αν οι ομοϊδεάτες του δεν είχαν την εξουσία μέσα σε όλα τα άλλα κόμματα. Ο Σαμαράς είναι αυτός που αποστάτησε υπέρ του ΠΑΣΟΚ και έριξε τη ΝΔ από την εξουσία το 1993. Ένας τέτοιος τύπος δεν θα γινόταν ποτέ ξανά δεκτός σε ένα δημοκρατικό κόμμα. Κι όμως ο Καραμανλής όχι μόνο τον έφερε πίσω στη ΝΔ αλλά τον έκανε και υπουργό. Τώρα θέλει να τον κάνει αρχηγό όχι μόνο ο Καραμανλής αλλά ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα.
Η υποψηφιότητα Σαμαρά για την αρχηγία της ΝΔ αποδεικνύει ότι στη Ελλάδα υπάρχει μια μορφή κοινοβουλευτικής δικτατορίας. Πρόκειται για τη δικτατορία ενός κόμματος που διαπερνάει όλα τα κόμματα, που βρίσκεται μέσα σε όλα τα κόμματα και που έχει αυτή τη στιγμή την αρχηγία σε όλα τα κόμματα. Αυτό είναι το «ρώσικο κόμμα». Μόνο επειδή αυτό το κόμμα ελέγχει τη βασική γραμμή σε όλα τα δελτία ειδήσεων σε όλα τα μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια και τη γενική γραμμή όλων των μεγάλων εφημερίδων, μόνο γι αυτό το λόγο 20 μέρες αφότου άρχισε η προεκλογική μάχη στη ΝΔ δεν αναφέρεται κάθε δέκα λεπτά το σχόλιο ότι ο Σαμαράς είναι ένας αποστάτης και σαμποταριστής της ΝΔ που δεν έχει το πολιτικό δικαίωμα να κατεβαίνει σαν υποψήφιος αρχηγός της ΝΔ. Δηλαδή μέχρι σήμερα 20 μέρες αφότου άρχισε η προεκλογική μάχη στη ΝΔ δεν επιτρέπεται σε αυτή τη χώρα να ακουστεί το προφανές.
Το πιο πιθανό είναι ότι αυτή η ντεφάκτο απαγόρευση θα σπάσει όσο πλησιάζουμε στις εκλογές. Όμως ήδη αυτή η απαγόρευση έχει επηρεάσει αποφασιστικά τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει η εκλογή του αρχηγού και αυτός ο τρόπος ευνοεί το Σαμαρά ή τον όποιο όμοιό του διαλέξει το καθεστώς.

Η πραγματική αιτία και η πραγματική φύση της «εκλογής από τη βάση»

Για να εκλεγεί ο Σαμαράς ή όποιος όμοιός του δεν πρέπει κατ’ αρχήν να εκλεγεί το ισχυρότερο πολιτικά και οργανωτικά ηγετικό στέλεχος της ΝΔ που είναι η δυτικόφιλη Μπακογιάννη. Αν δεν εκλεγεί η Μπακογιάννη όλοι οι άλλοι δυτικόφιλοι υποψήφιοι, και εν προκειμένω ο Αβραμόπουλος, είναι ένα απλό μπρέκφαστ για τους ρωσόδουλους.
Μια πολύ σημαντική μάχη για τη μη εκλογή της Μπακογιάννη ήδη δόθηκε και ήταν νικηφόρα για τους ρωσόδουλους. Ήταν η μάχη να μη γίνει η εκλογή του αρχηγού από ένα έκτακτο Συνέδριο της ΝΔ αλλά από τους ψηφοφόρους και τους φίλους. Στο Συνέδριο ψηφίζει ο οργανωμένος πυρήνας ενός κόμματος στη βάση των πρακτικών κομματικών και πολιτικών επιδόσεων, των βαθύτερων θέσεων και των καθοδηγητικών και οργανωτικών ικανοτήτων του κάθε υποψήφιου. Μέσα σε αυτές τις ικανότητες είναι και η ικανότητά του να συσπειρώνει και να εμπνέει έναν κύκλο στελεχών που μπορούν να διοικήσουν και να ασκήσουν κυβερνητικά καθήκοντα. Αυτές τις επιδόσεις κανένας δεν τις ξέρει τόσο καλά όσο τα οργανωμένα μέλη. Σε μια τέτοια εκλογή θα ήταν πολύ δύσκολο έως αδύνατο να κερδίσει ο αποστάτης Σαμαράς που μόλις τελευταία επέστρεψε στη ΝΔ ή και οποιοδήποτε νεώτερο στέλεχος. Συνέδριο σήμαινε σίγουρα Μπακογιάννη.
Αντίθετα με το Συνέδριο η εκλογή «από τη βάση» ή καλύτερα η εκλογή από όσους δηλώσουν μέλη και φίλοι της Νέας Δημοκρατίας είναι εκείνη που ευνοεί τον όποιο εκλεκτό των ΜΜΕ και βασικά της τηλεόρασης. Γιατί εδώ δεν είναι η εσωκομματική εμπειρία των στελεχών και ενεργητικών μελών ενός κόμματος που καθορίζει τις συμπάθειες αλλά είναι η γενική συμπάθεια της κοινωνίας εκείνη που προσδιορίζει τον εκλεκτό του κομματικού πλήθους. Ή αλλιώς είναι εκείνος που όλη η κοινωνία συμπαθεί που θα μπορεί να είναι αρχηγός γιατί μόνο εκείνος μπορεί να νικήσει τον αντίπαλο αρχηγό, τώρα τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, και να φέρει στην εξουσία τη ΝΔ. Αυτή η γενική συμπάθεια αποτυπώνεται κάθε στιγμή στα γκάλοπ. Τα ΜΜΕ με εργαλείο μέτρησης τα γκάλοπ κρίνουν σε μεγάλο βαθμό το νικητή. Άρα τον νικητή τον κρίνει σε μεγάλο βαθμό αυτός που ελέγχει την κυρίαρχη γραμμή στα ΜΜΕ. Στη χώρα μας την κυρίαρχη γραμμή στα ΜΜΕ τη διαμορφώνει το πεντακομματικό συντονιστικό κορυφής, δηλαδή οι ηγέτες των 5 κομμάτων, δηλαδή οι ρώσόδουλοι. Είναι αυτοί που ελέγχουν τους καναλάρχες μέσω των προστίμων της δήθεν Ανεξάρτητης αρχής που λέγεται Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο, μέσω του εκβιασμού των κρατικών διαφημίσεων που κατανέμονται από τις κυβερνήσεις στα κανάλια και μέσω των αδειών λειτουργίας των καναλιών που πάντα μπορούν να αφαιρεθούν ή να ανανεωθούν. Μπορεί από τα παραπάνω να καταλάβει κανείς πόσο μεγάλη θα είναι η επίδραση της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ στη γραμμή των ΜΜΕ στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για την ανάδειξη αρχηγού της ΝΔ «από τη βάση».
Εκλογή σήμερα από τη βάση σημαίνει εκλογή όχι από το συγκεκριμένο κόμμα αλλά γενικότερα από όλα τα κόμματα και από όλες τις πολιτικές ηγεσίες και από όλους τους μηχανισμούς διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρεου εγκαινίασε αυτού του τύπου την εκλογή την οποία τότε είχαμε καταγγείλει σαν εκλογή φασιστικού τύπου, εκλογή που ουσιαστικά διαλύει όλα τα κόμματα μέσα σε έναν καυτό καθεστωτικό χυλό. Βέβαια όλοι όσοι ήθελαν τέτοιες εκλογές στη ΝΔ επικαλούνταν το «φωτεινό» προηγούμενο του ΠΑΣΟΚ
Ένα καλό παράδειγμα του τι σημαίνει αυτού του είδους η προεκλογική μάχη είναι μια εκπομπή που έκανε πρόσφατα ο Λαζόπουλος, ο πολιτικός σχολιαστής με το μεγαλύτερο κοινό που εμφανίζεται σαν εθνικός γελωτοποιός για να περνάει την πολιτική γραμμή του ΣΥΝ. Αυτός στην εκπομπή του της 13/10 ανέλαβε να δώσει ένα διεξοδικό πολιτικό χτύπημα στην Μπακογιάννη και να ελαχιστοποιήσει κάθε χτύπημα σε Σαμαρά και Αβραμόπουλο. Μπορεί κανείς να υποθέσει πόσο δυσανάλογα θα μοιραστεί το δηλητήριο στους διαφορετικούς υποψήφιους σε όλες τις τηλεοπτικές εκπομπές, σε όλα τα τραπέζια, σε όλα τα πάνελ και σε όλα τα παράθυρα που θα μεσολαβήσουν ως τις εκλογές. Μπορεί κανείς όταν η μάχη ανάψει να υποθέσει πόση πολλή αρνητική έμφαση θα πέσει στην «υποψήφια του αστικού καθεστώτος και των ΗΠΑ» Μπακογιάννη και πόσο πολύ θα μετριαστεί το «ελάττωμα» του Σαμαρά να έχει προδώσει τη ΝΔ επειδή απλά δεν ήθελε να γίνει προδότης της «Μακεδονίας μας» υπέρ των ΗΠΑ και της ΕΕ.
Με την ψηφοφορία «από τη βάση» των κομματικών φίλων και όσων δηλώνουν φίλοι δεν συντελείται μόνο η κατάργηση της πραγματικής κομματικής βάσης των ενεργών μελών αλλά σε ένα ποσοστό αντικαθίσταται αυτή η βάση από τη βάση άλλων εχθρικών κομμάτων όπως είναι το ΛΑΟΣ ή το ΠΑΣΟΚ. Στην περίπτωση της ΝΔ η εκλογή από όλους όσους δηλώσουν φίλοι της ΝΔ θα θεσμοθετήσει και μια εκτεταμένη νοθεία αφού η ηγεσία του ΛΑΟΣ δεν θα παραλείψει να ρίξει τη γραμμή της μαζικής συμμετοχής των ψηφοφόρων του στην εκλογή του αρχηγού της ΝΔ. Αυτό είναι σχεδόν προφανές από την ώρα που το ΛΑΟΣ θεωρεί τον εαυτό του μέρος της ευρύτερης παράταξης της ΝΔ και το σημερινό διαχωρισμό μια προσωρινή διάσπαση με ευθύνη των δυτικόφιλων μελών της ΝΔ.
Να λοιπόν με ποιον τρόπο η εκλογή «από τη βάση» μπορεί να αντιστρέψει την εκλογή από το Συνέδριο. Να γιατί τελικά η τριάδα Καραμανλή - Σιούφα - Σαμαρά δούλεψε από την πρώτη στιγμή την κατάργηση της εκλογής από το Συνέδριο.
Αυτή δεν ήταν καθόλου μια εύκολη επιχείρηση. Γιατί αντίθετα με αυτό που έγινε στο ΠΑΣΟΚ το 2007 στη ΝΔ δεν υπήρχε καταστατική πρόβλεψη για εκλογή «από τη βάση». Το καταστατικό πρόβλεπε την εκλογή αρχηγού από το Συνέδριο και μάλιστα από έκτακτο Συνέδριο εφόσον υπήρχε παραίτηση του προηγούμενου αρχηγού. Για να γίνει η εκλογή από τη βάση έπρεπε λοιπόν το καταστατικό να ποδοπατηθεί. Και ποδοπατήθηκε.

Η μεθόδευση για την «εκλογή από τη βάση»

Την καμπάνια για την ποδοπάτηση του καταστατικού την άρχισε ο κούφιος και καιροσκόπος Αβραμόπουλος επειδή δεν είχε δυνατά ερείσματα στο Συνέδριο και ακολούθησε ακόμα πιο έτοιμος αποφασιστικά και δηκτικά κατά της Μπακογιάννη ο Σαμαράς. Αμέσως προστέθηκε στους δύο αυτούς η γελοία φιγούρα του φασίστα Ψωμιάδη που μπήκε στη μάχη χωρίς ελπίδα μόνο και μόνο για να γίνουν 3 οι «λαϊκοί» υποψήφιοι που ήθελαν εκλογή από τη «βάση» και έτσι να μείνει μόνη της η «από τζάκι» Μπακογιάννη να ζητάει εκλογή από το Συνέδριο.
Η ανατροπή του καταστατικού επειδή αυτό το ζητάνε 3 υποψήφιοι θα ήταν αδύνατη χωρίς τη δραστήρια σύμπραξη του Σιούφα και του Καραμανλή. Ο πρώτος ήταν πρόεδρος μιας Οργανωτικής Επιτροπής για το Συνέδριο που είχε διοριστεί από τον Καραμανλή. Μόλις έπεσε η πρόταση για εκλογή «από τη βάση» ο Καραμανλής αντί να σηκώσει ψηλά το καταστατικό του κόμματος, πράγμα απαραίτητο μέσα στις πάντα διαλυτικές συνθήκες μιας μεγάλης ήττας, δήλωσε ότι θα συμφωνήσει για αλλαγή του τρόπου εκλογής αρκεί να το θέλουν αυτό και να συμφωνήσουν όλοι οι «ενδιαφερόμενοι» υποψήφιοι. Πρόκειται για πρωτοφανή κίνηση. Είναι η πρώτη φορά που τους όρους μιας εκλογής δεν τους διαμορφώνει το καταστατικό ή οποιοδήποτε συλλογικό σώμα αλλά οι «υποψήφιοι». Για την ακρίβεια δεν τους διαμορφώνουν καν οι υποψήφιοι καθώς αυτοί δεν μπορούν να ονομαστούν υποψήφιοι από την ώρα που δεν έχει οριστεί η διαδικασία εκλογής τους, αλλά οι «ενδιαφερόμενοι» για υποψήφιοι. Δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση καταργήθηκαν οι κανόνες του παιχνιδιού που προϋπήρχαν των υποψηφίων και μπήκαν νέοι κανόνες από κάποιους «ενδιαφερόμενους» υποψήφιους σε βάρος κάποιων άλλων. Δηλαδή οι κανόνες εκλογής έγιναν μέρος του ανταγωνισμού και της πολιτικής πλατφόρμας των υποψηφίων. Τελικά μάλιστα τους όρους του εκλογικού παιχνιδιού τους κρίνουν όχι μόνο οι «ενδιαφερόμενοι» υποψήφιοι αλλά οι πολιτικοί συσχετισμοί μεταξύ των υποψηφίων ή αλλιώς οι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί των υποψηφίων και οι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί όλων των άλλων κομμάτων μέσω των ΜΜΕ. Μιλάμε για ένα πραξικόπημα που διεκπεραιώθηκε με εργαλείο και πρόσχημα μια τυχάρπαστη μη συλλογική, μη καταστατική δήθεν πλειοψηφία, την πλειοψηφία των «ενδιαφερομένων» υποψηφίων και με τη βοήθεια της πλειοψηφίας των γκάλοπ, δηλαδή των ΜΜΕ που διατράνωσαν σχεδόν σύσσωμα τη θέση ότι ο λαός της ΝΔ θέλει καταπάτηση του καταστατικού της και εκλογές από τη βάση.
Σύμφωνα με την τηλεοπτική δημοκρατία αφού 3 «ενδιαφερόμενοι» θέλανε «δημοκρατία της βάσης» και μόνο ένας ήθελε «δικτατορία των μηχανισμών» αυτός ο ένας έπρεπε να υποχωρήσει. Αν η Μπακογιάννη επέμενε ως το τέλος στην άρνησή της θα σήμαινε ότι είναι αντίθετη με τη «βάση» του κόμματος, αντίθετη με τη δημοκρατία, χειραγωγός του κόμματος της μέσω του κομματικού μηχανισμού που σαν τέτοιος περιφρονεί τις μάζες, αντίθετη με όλο το πολιτικό καθεστώς που φώναζε εκείνη την ώρα «να μιλήσει η βάση» και ήδη κάποια τσιράκια του Καραμανλή και του Σαμαρά σαν τον Μανώλη είχαν αρχίσει να την ξεσηκώνουν.
Στην πραγματικότητα αν η Μπακογιάννη έλεγε «όχι» θα έπρεπε να έρθει σε σύγκρουση με όλη τη φασιστική δημοψηφισματική λογική που δουλεύεται όλα αυτά τα χρόνια από τους σοσιαλφασίστες και λαϊκιστές. Αλλά πώς να έρθει σε σύγκρουση αφού και η ίδια είναι μια φιλόδοξη λαϊκίστρια και ήταν αυτή η ίδια που υποστήριζε και πρότεινε και στο κόμμα της να υιοθετήσει σε ένα Συνέδριο το 2002 την εκλογή από τη βάση;
Σύμφωνα με τη λογική «της βάσης» το μόνο αγνό πράγμα σε ένα κόμμα είναι η βάση του που μόνη αυτή απερίσπαστη και χωρίς μεσολαβητές έχει το δικαίωμα να εκλέγει αρχηγό. Αυτός με τη σειρά του μπορεί ελεύθερα μετά από αυτήν την εκλογή και χάρη σε αυτήν να είναι ένας δικτάτορας αφού θα μπορεί να περιφρονεί τους όποιους κομματικούς μηχανισμούς και τα όποια εκλεγμένα κομματικά σώματα και τα όποια εκλεγμένα κομματικά στελέχη ακριβώς επειδή αυτός έχει εκλεγεί «από τη βάση» ενώ εκείνα από «παρακατιανά» σώματα όπως οι τοπικές οργανώσεις, τα συνέδρια, οι κομματικές συνδιασκέψεις κλπ. Σε αυτό το μοντέλο «δημοκρατίας» δεν υπάρχει συντεταγμένο κόμμα αλλά μόνο οι ανοργάνωτες μάζες των ψηφοφόρων και των πιο παθητικών μελών που επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω του αρχηγού στον οποίο έχουν παραχωρήσει δικτατορικές εξουσίες. Αυτό είναι ένα μεγάλο βήμα προς μια χιτλερικού τύπου δικτατορία του αρχηγού. Οι σοσιαλφασίστες ισχυρίζονται ότι έχουν αντιγράψει τη μέθοδο εκλογής του αρχηγού από τη βάση από τα αμερικάνικα κόμματα. Όμως εκεί, όπως και στις όποιες αστικές μισοδημοκρατίες, οι όποιοι αρχηγοί δεν κάνουν ότι θέλουν γιατί λειτουργεί η δημοκρατία μέσα στα κόμματα και μέσα στις Βουλές, λειτουργούν οι τάσεις μέσα στα κόμματα, λειτουργούν οι κοινοβουλευτικές ομάδες ελέγχου, λειτουργούν αρκετά δημοκρατικά οι εκλογές κομματικών πολιτικών ηγετών των ομόσπονδων κρατών που λέγονται γερουσιαστές, λειτουργούν τα υψηλότατου κύρους και τρομακτικής ισχύος παλιά στελέχη ενός κόμματος την ώρα που εδώ πετιούνται σαν στυμμένες λεμονόκουπες, λειτουργεί μια αρκετά ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Κοντολογής σε αυτές τις χώρες λειτουργεί ένα σύστημα που δεν επιτρέπει στον οποιονδήποτε αρχηγό κόμματος και οποιονδήποτε πρωθυπουργό-πρόεδρο της χώρας να γίνει ένας αρχηγός δούλων βουλευτών και υπουργών και έτσι μιας σχεδόν δουλικής Βουλής.
Ποια Μπακογιάννη λοιπόν θα ερχόταν σε σύγκρουση με αυτό το «παλλαϊκό» κάλεσμα υπέρ του σεβασμού της βάσης; Έτσι αυτή αφού αρχικά μίλησε για κανονική εκλογή από το συνέδριο και είδε ότι θα βυθιζόταν πήγε να κάνει κάποιον ελιγμό. Ζήτησε λοιπόν εκλογή προέδρου, έστω προσωρινού, από ένα Συνέδριο και μετά νέα εκλογή του ίδιου ή κάποιου άλλου προέδρου από τη βάση αφού πρώτα το Συνέδριο θα αποφάσιζε αλλαγή του τρόπου εκλογής. Κάνοντας αυτήν την πρόταση η Μπακογιάννη ήρθε σε σύγκρουση με τον Σιούφα και την οργανωτική Επιτροπή του Συνεδρίου που συνεδρίαζε με τους Σαμαρά και Αβραμόπουλο αναζητώντας οπωσδήποτε εκλογή σκέτα από τη βάση.
Την πρόταση της η Μπακογιάννη τη στήριζε κυρίως σε έναν τεχνικό ρεαλιστικό λόγο, δηλαδή στο ότι ο Καραμανλής είχε δηλώσει ότι θα παραιτιόταν από πρόεδρος οπωσδήποτε στις 7 του Νοέμβρη οπότε η ΝΔ αν δεν έκλεγε πρόεδρο από το συνέδριο θα έμενε χωρίς αρχηγό για όσο διάστημα θα παρατεινόταν η διαδικασία ώστε αυτός να εκλεγεί από τη βάση. Αλλά εκεί που η Μπακογιάννη είχε βρει αυτή τη φόρμουλα ήρθε ο Καραμανλής και είπε ότι τελικά θα μείνει όσο χρειαστεί για να ψηφίσει η βάση αφού όλοι οι «ενδιαφερόμενοι» υποψήφιοι αυτό θέλουν. Έτσι αυτός άδειασε για μια ακόμα φορά την Μπακογιάννη που ως τώρα τουλάχιστον υπεράσπιζε σθεναρά το Καραμανλή. Μάλλον τον θεωρούσε σταθερό πάτημα γι αυτήν νομίζοντας ότι την έχει ανάγκη μέσα στην ήττα του. Όμως αυτός σα ρωσόδουλος είναι «αθάνατος» και δεν την έχει ανάγκη ενώ σαν προβοκάτορας αποτελεί μια κινούμενη άμμο που καταπίνει και πνίγει όσους κατά καιρούς τον εμπιστεύονται χωρίς να ανήκουν στην ίδια στρατηγική συμμορία.
Ο μόνος άνθρωπος μέσα στη ΝΔ που έμεινε σταθερός από την αρχή ως το τέλος στο να καταγγέλλει όλη αυτή τη διαδικασία σαν αντικαταστατική και αυθαίρετη ήταν ο Μεϊμαράκης που τόνιζε ότι έπρεπε να γίνουν σεβαστά το καταστατικό και τα επίσημα κομματικά όργανα όπως το Συνέδριο, τακτικό και έκτακτο, η Κεντρική Επιτροπή και η Κοινοβουλευτική Ομάδα και ότι η Οργανωτική Επιτροπή Συνεδρίου δεν είχε καμιά από τις αρμοδιότητες που πραξικοπηματικά της ανέθεσαν οι Καραμανλής και Σιούφας. Όμως έτσι ήρθε σε σύγκρουση σχεδόν με τους πάντες και πολύ δύσκολα θα μπορούσε να είναι υποψήφιος με πιθανότητες επιτυχίας. Το να ζητάει κανείς εφαρμογή των καταστατικών και σεβασμό των εκλεγμένων κομματικών οργάνων, της κοινοβουλευτικής ομάδας, της Κεντρικής Επιτροπής δηλαδή στοιχειώδεις δημοκρατικούς κανόνες σε αυτή τη χώρα θεωρείται μια γραφική, ίσως και ιδιοτελής παραξενιά.
Με αυτή τη νοοτροπία του σταδιακού και αδιόρατου για τους πολλούς εκφασισμού βαδίζουμε στην εκλογή προέδρου της ΝΔ και αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αν δεν εκλεγεί άνθρωπος του «ρώσικου κόμματος» τότε θα σπάσει το πεντακέφαλο συντονιστικό κορυφής σε έναν καίριο κρίκο του και όλο το ως τώρα εύθραυστο πολιτικό σκηνικό που έχει στήσει αυτό το κόμμα θα κινδυνεύσει με κατάρρευση. Μια πραγματική αντιπολίτευση από τη ΝΔ θα αποσταθεροποιήσει το ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνησή του που είναι μια κυβέρνηση του ΣΥΝ, μια κυβέρνηση καμαρίλας που ανίκανη οπωσδήποτε να τιθασεύσει τη βαθιά οικονομική κρίση σύντομα θα απελευθερώσει μια μεγάλη καταπιεσμένη αντιπολίτευση μέσα στο ΠΑΣΟΚ και θα δώσει μια απότομη και μεγάλη ώθηση στη ΝΔ. Μπορεί να φανταστεί κανείς τι θα σημαίνει αυτό το τελευταίο για την πολιτική σκηνή συνολικά αν ο αρχηγός αυτής της ΝΔ προέρχεται από ένα φιλοευρωπαϊκό-οσοδήποτε δειλό, ασυνεπές και οππορτουνιστικό- πολιτικό ρεύμα.

Γι αυτό το λόγο η εκλογή προέδρου της ΝΔ είναι μια εκλογή πολύ πιο σημαντική από τις βουλευτικές εκλογές, ίσως η πιο κρίσιμη πολιτική εκλογή μετά από τις αλλεπάλληλες βουλευτικές του 1989-1990 που έφεραν έστω και για λίγα χρόνια και για τελευταία ως τώρα φορά μια δυτικόφιλη ηγεσία της αστικής τάξης στην εξουσία. Πραγματικά θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι για ένα μπαράζ πολιτικής προβοκάτσιας, βίας και νοθείας στις εκλογές της ΝΔ αν τα πράγματα δεν έρθουν έτσι όπως τα έχει σχεδιάσει το σοσιαλφασιστικό «ρώσικο κόμμα».
Αλλά όπως και να έρθουν τα πράγματα δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ένα πράγμα. Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα θα κριθούν κύρια από το αν υπάρξει ένας ισχυρός και συνειδητός αριστερός πόλος που θα αντισταθεί με συνέπεια στο σοσιαλφασισμό. Χωρίς έναν τέτοιο πόλο δεν υπάρχει καμιά ΝΔ, κανένα ΠΑΣΟΚ, κανείς ανεξάρτητος δημοκράτης που να μπορούν να αντισταθούν πραγματικά και για καιρό σε αυτή την πανούκλα. Απέναντι στον ψεύτικο σοσιαλισμό και την ψεύτικη λαϊκότητα των σοσιαλφασιστών δεν μπορεί να σταθεί σαν μαζικό και σταθερό ρεύμα παρά μόνο ο πραγματικός σοσιαλισμός και το λαϊκό αντιφασιστικό μέτωπο επικεφαλής όλης της πολιτικής δημοκρατίας.
Με λίγα λόγια το κλειδί κάθε ουσιαστικής πολιτικής προόδου σήμερα είναι μια δυνατή ΟΑΚΚΕ.

-Δημοσιεύτηκε στο φ 449 της Νέας Ανατολής, Σεπτέμβρης 2009-