Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σχετικά με την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα «κομμουνιστικά ολοκληρωτικά καθεστώτα» ή για τη στάση και τις θέσεις της επαναστατικής εργατικής τάξης μπροστά στη διαμάχη των φιλελεύθερων αστών με το σοσιαλφασισμό

Στις 25 του Γενάρη συζητιέται στην Ολομέλεια της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης μια πρόταση που εισηγείται μία από τις επιτροπές του, η Πολιτική Επιτροπή της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης. Αυτή η Επιτροπή

αποφάσισε στις 14 του Δεκέμβρη με πολύ μεγάλη πλειοψηφία να προτείνει προς την Ολομέλεια να καταδικάσει τα «κομμουνιστικά ολοκληρωτικά καθεστώτα» σαν εγκληματικά. Επίσης αποφάσισε να προτείνει να γίνει διεθνής καμπάνια ενάντια στα κομμουνιστικά ολοκληρωτικά καθεστώτα, να καταδικαστούν ηθικά τα σύμβολά τους και να αλλάξουν τα σχολικά βιβλία σχετικά με τις αναφορές σε αυτά τα καθεστώτα, να αποκατασταθούν ηθικά τα θύματα των εγκλημάτων αυτών των καθεστώτων και να ενθαρρυνθούν τα υπάρχοντα κομμουνιστικά κόμματα να καταδικάσουν αυτά τα εγκλήματα. Παρόλο που στην εισήγηση αυτής της απόφασης υπήρξε η θέση ότι πρέπει να καταδικαστεί και ο κομμουνισμός σαν ιδεολογία, αυτή η θέση δεν έγινε δεκτή. 

 

Αυτή την απόφαση-σχέδιο την ψήφισαν οι εκπρόσωποι όλων των ευρωπαϊκών χωρών με εξαίρεση τους εκπροσώπους της Ρωσίας και της Ελλάδας που σύσσωμοι και εκ μέρους όλων των κομμάτων αυτών των δύο χωρών (δηλαδή, και του κόμματος του Ζιρινόφσκι) την καταψήφισαν. Μαζί τους την καταψήφισε και ένας εκπρόσωπος από τη Φινλανδία. Η Ελλάδα είχε δύο εκπροσώπους, έναν από τη ΝΔ και έναν από το ΠΑΣΟΚ. 
Τα κείμενα που δημοσιεύτηκαν τα σχετικά με αυτή την απόφαση είναι τρία: Το πρώτο, το βασικό, είναι το κυρίως σχέδιο απόφασης που προτείνεται για ψήφιση από την Ολομέλεια. Το δεύτερο κείμενο είναι ένα σχέδιο που επίσης προτείνεται για απόφαση και περιέχει συστάσεις προς τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Το τρίτο είναι ένα επεξηγηματικό υπόμνημα που απηχεί τις θέσεις και τις απόψεις του εισηγητή, του σουηδού χριστιανοδημοκράτη Λίντμπλαντ, αλλά το οποίο δεν έχει ψηφιστεί. Το ψευτοΚΚΕ δημοσίευσε σαν απόφαση αυτό ακριβώς το υπόμνημα και κρύβει όσο μπορεί τις δύο πραγματικές αποφάσεις γιατί στο υπόμνημα ο εισηγητής διατυπώνει τη θέση που απορρίφθηκε ότι δηλαδή πρέπει να καταδικαστεί ο κομμουνισμός γενικά σαν ιδεολογία. Ενάντια στο υπόμνημα και μάλιστα αποκλειστικά και μόνο ενάντια σε αυτό το υπόμνημα και όχι ενάντια στα δύο άλλα κείμενα στρέφεται και η σύμπραξη των σοσιαλφασιστικών κομμάτων της ΕΕ που ονομάζεται «Κόμμα της Ενωτικής Ευρωπαϊκής Αριστεράς». Δημοσιεύουμε παρακάτω τα δύο βασικά κείμενα. Το τρίτο, το υπόμνημα, έχει κι αυτό το βάρος του και θα αναφερθούμε και σ’ αυτό γιατί δείχνει τις βαθύτερες διαθέσεις του πολιτικού ρεύματος που αποτελεί τον εισηγητικό κορμό των δύο κειμένων που προορίζονται για αποφάσεις. Μπορεί κανείς να το βρει στην ιστοσελίδα της ΟΑΚΚΕ www.oakke.gr μαζί με τα δύο άλλα σχέδια αποφάσεων. Ακολουθεί η ανάλυσή μας για αυτά τα κείμενα καθώς και η θέση της ΟΑΚΚΕ απέναντι στο κίνημα των ευρωπαίων σοσιαλφασιστών ενάντιά του.

Τα δύο κείμενα που προτείνονται για αποφάσεις από την Πολιτική Επιτροπής προς την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης
<<Ι. Σχέδιο Απόφασης

1. Η Συνέλευση αναφέρεται στην απόφασή της 1096 (1996) πάνω σε μέτρα για τη διάλυση κομμουνιστικών ολοκληρωτικών συστημάτων 
2. Τα ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα που άσκησαν εξουσία στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη τον περασμένο αιώνα, και τα οποία εξακολουθούν να είναι στην εξουσία σε αρκετές χώρες του κόσμου, έχουν χαρακτηριστεί, χωρίς εξαιρέσεις, από τη μαζική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι παραβιάσεις ποικίλουν ανάλογα με την κουλτούρα, τη χώρα και την ιστορική περίοδο και περιλαμβάνουν ατομικές και συλλογικές δολοφονίες και εκτελέσεις, θανάτους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, πείνα, εκτοπίσεις, βασανιστήρια, δουλική εργασία, και άλλες μορφές μαζικού φυσικού τρόμου. 
3. Τα εγκλήματα δικαιολογήθηκαν στο όνομα της θεωρίας της πάλης των τάξεων και της αρχής της δικτατορίας του προλεταριάτου. Η ερμηνεία και των δύο αρχών νομιμοποίησε την «εξάλειψη» ανθρώπων που θεωρούνταν επιζήμιοι στην οικοδόμηση μια νέας κοινωνίας και, κατά συνέπεια, εχθροί των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων. Ένας τεράστιος αριθμός των θυμάτων σε κάθε χώρα αφορούσε πολίτες τους. Αυτή ήταν ιδιαίτερα η περίπτωση της πρώην ΕΣΣΔ που κατά πολύ ξεπέρασαν τους άλλους λαούς σε αριθμό θυμάτων. 
4. Η Συνέλευση αναγνωρίζει πως παρά τα εγκλήματα των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων, κάποια Ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα έχουν συμβάλλει στην επίτευξη της δημοκρατίας. 
5. Την πτώση των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη δεν έχει ακολουθήσει σε όλες τις περιπτώσεις μια διεθνής έρευνα πάνω στα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από αυτά. Επιπλέον, οι πρωτεργάτες αυτών των εγκλημάτων δεν έχουν υποχρεωθεί σε δίκη από τη διεθνή κοινότητα όπως ήταν η περίπτωση με τα φρικτά εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο όνομα του Εθνικού Σοσιαλισμού (Ναζισμού). 
6. Κατά συνέπεια, η δημόσια συνείδηση για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα είναι πολύ πενιχρή. Κομμουνιστικά κόμματα είναι νόμιμα και δραστήρια σε ορισμένες χώρες, ακόμα και αν σε ορισμένες περιπτώσεις δεν έχουν πάρει αποστάσεις από τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τα ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα στο παρελθόν. 
7. Η Συνέλευση είναι πεισμένη πως η συνείδηση της ιστορίας είναι μιας από της προϋποθέσεις για την αποφυγή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Ακόμα, η ηθική εκτίμηση και καταδίκη εγκλημάτων που διαπράχθηκαν παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση των νέων γενεών. Η καθαρή θέση της διεθνούς κοινότητας πάνω στο παρελθόν μπορεί να αποτελέσει μια αναφορά για τις μελλοντικές τους πράξεις. 
8. Επιπρόσθετα, η Συνέλευση πιστεύει πως αυτά τα θύματα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα τα οποία είναι ακόμα ζωντανά ή οι οικογένειές τους, δικαιούνται συμπάθεια, κατανόηση και αναγνώριση για τα βάσανά τους. 
9. Ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα εξακολουθούν να υπάρχουν σε ορισμένες χώρες του κόσμου και εγκλήματα συνεχίζουν να διαπράττονται. Η αίσθηση των εθνικών συμφερόντων δεν θα πρέπει να αποτρέψει χώρες από επαρκή κριτική των σημερινών ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων. Η Συνέλευση καταδικάζει ισχυρά όλες τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων 
10. Οι συζητήσεις και οι καταδίκες που έχουν λάβει χώρα μέχρι σήμερα σε εθνικό επίπεδο σε κάποιες χώρες μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν μπορούν να δώσουν άφεση στην διεθνή κοινότητα από το να πάρει μια καθαρή θέση για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τα ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα. Έχει μια ηθική υποχρέωση να το πράξει δίχως καθυστέρηση 
11. Το Συμβούλιο της Ευρώπης είναι καλά προετοιμασμένο για μια τέτοια συζήτηση σε διεθνές επίπεδο. Όλες οι πρώην Ευρωπαϊκές κομμουνιστικές χώρες, με την εξαίρεση της Λευκορωσίας, είναι τώρα μέλη του, και η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το κράτος δικαίου είναι βασικές αρχές που υποστηρίζει. 
12. Κατά συνέπεια, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση καταδικάζει ισχυρά τις μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχθηκαν από τα ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα και εκφράζει συμπάθεια, κατανόηση και αναγνώριση στα θύματα των εγκλημάτων 
13. Ακόμα, καλεί όλα τα κομμουνιστικά ή μετά-κομμουνιστικά κόμματα στις χώρες μέλη του που δεν το έχουν κάνει ακόμα, να επανεκτιμήσουν την ιστορία του κομμουνισμού και το ίδιο τους το παρελθόν, να πάρουν καθαρές αποστάσεις από τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα και να τα καταδικάσουν δίχως ταλάντευση. 
14. Η Συνέλευση πιστεύει πως αυτή η καθαρή θέση της διεθνούς κοινότητας θα ανοίξει το δρόμο για την παραπέρα συμφιλίωση. Ακόμα, ευελπιστούμε πως θα ενθαρύννει τους ιστορικούς σε όλο τον κόσμο να συνεχίσουν την έρευνά τους που αποσκοπεί στον καθορισμό και την αντικειμενική επαλήθευση για το τι έλαβε χώρα. 
II. ΣχέδιοσύστασηςΣχέδιο σύστασης Σχέδιοσύστασης
Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση αναφέρεται στην Απόφασή της 1096 (1996) πάνω σε μέτρα για τη διάλυση κομμουνιστικών ολοκληρωτικών συστημάτων, και στην Απόφαση … για την ανάγκη για διεθνή καταδίκη των εγκλημάτων των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων
Η Συνέλευση έχει τη γνώμη πως υπάρχει μια επείγουσα ανάγκη για μια σε βάθος και εξαντλητική διεθνή συζήτηση για τα εγκλήματα που διεπράχθησαν από ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα αποβλέποντας στο να δώσει συμπάθεια, κατανόηση και αναγνώριση σε όλους εκείνους που επηρεάστηκαν από αυτά τα εγκλήματα
Είναι πεπεισμένη πως το Συμβούλιο της Ευρώπης, όντας μια οργάνωση που υπερασπίζεται το κράτος δικαίου και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα πρέπει να πάρει μια καθαρή θέση για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα
Έτσι, η Συνέλευση παροτρύνει την Επιτροπή των υπουργών: 
Α) Να συστήσει μια επιτροπή που θα συνίσταται από ανεξάρτητους ειδικούς με καθήκον τη συγκέντρωση και αξιολόγηση πληροφοριών και νομοθετημάτων σχετικά με παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό διαφορετικά ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα 
Β) να υιοθετήσει μια επίσημη διακήρυξη για τη διεθνή καταδίκη των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα, και να αποδώσει φόρο τιμής στα θύματά τους ανεξάρτητα από τη εθνικότητά τους 
Γ) Να εξαπολύσει μια καμπάνια δημόσιας ενημέρωσης για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα σε Ευρωπαϊκό επίπεδο
Δ) Να οργανώσει μια διεθνή διάσκεψη για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα με συμμετοχή εκπροσώπων κυβερνήσεων, βουλευτών, ακαδημαϊκών, ειδικών και ΜΚΟ
Ε) Να παροτρύνει τα κράτη μέλη του Συμβουλίου που είχαν κυβερνηθεί από ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα: 
Να δημιουργήσουν επιτροπές που θα συνίσταται από ανεξάρτητους ειδικούς με καθήκον τη συγκέντρωση και αξιολόγηση πληροφοριών και νομοθετημάτων σχετικά με παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό το ολοκληρωτικό κομμουνιστικό καθεστώς σε εθνικό επίπεδο αποβλέποντας στη στενή συνεργασία με την επιτροπή ειδικών του Συμβουλίου της Ευρώπης
Να αναθεωρήσουν την εθνική νομοθεσία αποβλέποντας να την κάνουν πλήρως συμβατή με την Σύσταση του Συμβουλίου των Υπουργών (2003) 13 για μια Ευρωπαϊκή πολιτική σχετικά με την πρόσβαση σε αρχεία.
Να εξαπολύσουν μια καμπάνια εθνικής ενημέρωσης για εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο όνομα της κομμουνιστικής ιδεολογίας, συμπεριλαμβανομένης της αναθεώρησης των σχολικών βιβλίων και την εισαγωγή μιας μέρας μνήμης για θύματα του κομμουνισμού και την δημιουργία μουσείων
Να ενθαρρύνουν τις τοπικές αρχές να αναγείρουν μνημεία ως φόρο τιμής στα θύματα των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων

Η γενική τοποθέτηση μας για το ζήτημα

Η διπλή αυτή πρόταση της Πολιτικής Επιτροπής της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προς την Ολομέλεια της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης είναι μια σημαντική απόφαση και η θέση που θα πάρουν οι πραγματικοί κομμουνιστές απέναντί της θα πρέπει πολύ να ζυγιστεί και να μελετηθεί. Θα πρέπει να μελετηθεί το πνεύμα της πρότασης αυτής, οι στόχοι της, η ταξική της προέλευση και κυρίως οι πολιτικές και ιστορικές συνθήκες κάτω από τις οποίες παίρνεται. Το τι θα αποφασιστεί τελικά στις 25 του Γενάρη θα έχει αρκετά σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις και στην ευρωπαϊκή ήπειρο και παγκόσμια. Εκεί στην ουσία θα αναμετρηθούν δύο στρατόπεδα: Το στρατόπεδο της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης αστικής τάξης και το στρατόπεδο της ρωσοκινεζικής σοσιαλφασιστικής αστικής τάξης. Στο πρώτο στρατόπεδο επικεφαλής βρίσκονται οι αστικές τάξεις και στη μεγάλη τους πλειοψηφία τις ακολουθούν και οι λαοί των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης που βρέθηκαν κάτω από ρώσικη κατοχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι την πιο μεγάλη επιμονή όλα αυτά τα χρόνια για την ψήφιση αυτού του σχεδίου έχουν δείξει ακριβώς οι νέες πρώην ανατολικές χώρες της ΕΕ, ιδιαίτερα οι Βαλτικές.

Από γενική τακτική πολιτική άποψη είμαστε πολύ πιο κοντά στο κείμενο της Επιτροπής παρά στην πλατφόρμα των ψευτοκομμουνιστων που εκστρατευουν εναντίον του. Όμως από ιδεολογική στρατηγική άποψη δεν μπορούμε να υποστηριξουμε το κείμενο αυτό γιατί διαφωνούμε με καίριες πλευρές της παραπάνω πλατφόρμας γιατί συγκρούονται με τα στρατηγικά συμφέροντα του προλεταριάτου. Πρέπει δηλαδή να κρατήσουμε την ανεξαρτησία μας από αυτό το αστικό στρατόπεδο σαν εκπρόσωποι έστω απειροελάχιστα μειοψηφικοί του ευρωπαϊκού επαναστατικού προλεταριακού στρατοπέδου για να πετύχουμε δύο πράγματα ταυτόχρονα: πρώτο, να ενισχύσουμε και να μην αδυνατίσουμε τη δύναμη του παγκόσμιου αντισοσιαλφασιστικού μετώπου και κατά συνέπεια τη γενική τακτική θέση της τάξης μας και δεύτερο να μην αδυνατίσουμε τη στρατηγική θέση της τάξης μας δηλαδή την προετοιμασία της και την διαπαιδαγώγησή της για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. 
Το ζήτημα στο οποίο πρέπει να διαχωριστούμε με το αστοφιλελεύθερο στρατόπεδο είναι η ταύτιση που επιχειρεί του κομμουνισμού με το σοσιαλφασισμό. Την ίδια ακριβώς ταύτιση από αντίθετη πλευρά επιχειρεί και το σοσιαλφασιστικό στρατόπεδο. Δηλαδή ενώ οι σοσιαλφασίστες εκθειάζουν τον ψεύτικο κομμουνισμό τους της εποχής μετά το 1956 στη Ρωσία και μετά το 1980 στην Κίνα ταυτίζοντάς τον με το αληθινό κομμουνιστικό κίνημα της προηγούμενης εποχής, οι αστοφιλελεύθεροι, σαν πολιτικοί εκπρόσωποι μιας ηγεμονικής σήμερα μερίδας του δυτικού ιμπεριαλισμού, δαιμονοποιούν το αληθινό κομμουνιστικό κίνημα ταυτίζοντάς το με το ψεύτικο. Ακόμα χειρότερα θεωρούν το πραγματικό κομμουνιστικό κίνημα πριν το 1956 στη Ρωσία και εκείνο πριν τα 1980 στην Κίνα χειρότερο και από το ψεύτικο, δηλαδή την προλεταριακή εξουσία χειρότερη και από τη σοσιαλφασιστική. Και όχι μόνο χειρότερη, αλλά σε μεγάλο βαθμό τη θεωρούν ισοδύναμη της ναζιστικής. Σε αυτούς τους ισχυρισμούς πρέπει να απαντήσουμε αν δεν θέλουμε η τάξη μας να χαθεί μέσα στο αντισοσιαλφασιστικό μέτωπο και να συντριβεί κάτω από τη σημαία των αντιπρολεταριακών τάξεων.
Πρέπει πάντως πριν από τις ιδεολογικές κριτικές να συλλάβουμε το πολιτικό περιεχόμενο της πρότασης της Πολιτικής Επιτροπής, και να δούμε ποιο είναι το πνεύμα της. Οι ψευτοκομμουνιστές παρουσιάζουν σαν πρόθεση της απόφασης να βγει εκτός νόμου παντού ο κομμουνισμός και τα κομμουνιστικά κόμματα. Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά και τα δύο κείμενα αλλά και το υπόμνημα, και αν μελετήσει το χρονικό των αποφάσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης, θα διαπιστώσει ότι πρόκειται από πολιτική και ιδεολογική άποψη για μια απάντηση των δυτικών φιλελεύθερων στο σοσιαλφασισμό και όχι για μια όψιμη επίθεση τους στην πραγματική κομμουνιστική επανάσταση. Κυρίως πρόκειται για μια απάντηση των αστικών τάξεων των πρώην υπό ρώσικη κατοχή ανατολικών χωρών στο απροσδόκητο γι αυτούς δυνάμωμα του σοσιαλφασισμού στη Ρωσία, στην καθεστωτική υλική και ιδεολογική του ενίσχυση στην Κίνα και στη σχετική ενδυνάμωσή του στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ίδια αυτή Πολιτική Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει προτείνει επίσης για απόφαση στην Ολομέλεια ένα πολύ καλό κείμενο όπου καταγγέλλεται η κτηνωδία των ρωσικών στρατευμάτων κατοχής στην Τσετσενία, ενώ ο ίδιος ο Λίντμπλαντ έχει καταγγείλει την παραβίαση κάθε δημοκρατισμού στην Κίνα. Η γενική κίνηση του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι αστοδημοκρατική και είναι αυτό που ενοχλεί τους σοσιαλφασίστες. Αυτή η φροντίδα των φιλελεύθερων να συγκρουστούν πολιτικά τώρα με τον ανατολικό σοσιαλφασιστικό άξονα φαίνεται καθαρά στο σημείο 9 του σχεδίου απόφασης όπου γράφεται:

«Ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα εξακολουθούν να υπάρχουν σε ορισμένες χώρες του κόσμου και εγκλήματα συνεχίζουν να διαπράττονται. Η αίσθηση των εθνικών συμφερόντων δεν θα πρέπει να αποτρέψει χώρες από επαρκή κριτική των σημερινών ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων. Η Συνέλευση καταδικάζει ισχυρά όλες τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Ακόμα πιο καθαρά αυτό γράφεται στο σημείο 9 του υπομνήματος:

«Τέλος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό είναι το γεγονός ότι κομμουνιστικά καθεστώτα εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα σε ορισμένες χώρες του κόσμου ενώ συνεχίζονται τα εγκλήματα στο όνομα της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Κατά την άποψη μου το Συμβούλιο της Ευρώπης, η οργάνωση που υπερασπίζεται τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν έχει το δικαίωμα να μένει αδιάφορη και να σιωπά ακόμα και εάν τα κράτη αυτά δεν είναι μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η διεθνής καταδίκη θα ενισχύσει την αξιοπιστία και νέα επιχειρήματα στην εσωτερική αντιπολίτευση που δρα στο εσωτερικό των χορών αυτών και μπορεί να συμβάλει σε θετικές εξελίξεις. Αυτό είναι και το λιγότερο που μπορεί να προσφέρει στις χώρες αυτές η Ευρώπη που αποτελεί το λίκνο της κομμουνιστικής ιδεολογίας».

Αυτό το πνεύμα διαπιστώνεται με πιο μεγάλη σαφήνεια στο σημείο 7 του υπομνήματος όπου αναφέρεται σα «νοσταλγία του κομμουνισμού». Συγκεκριμένα, αναφέρονται εκεί τα εξής: «Φαίνεται ότι σε ορισμένες χώρες είναι ζωντανό ακόμα ένα είδους νοσταλγίας για τον κομμουνισμό. Αυτό το γεγονός δημιουργεί τον κίνδυνο ο κομμουνισμός να κερδίσει την εξουσία στην μια η στην άλλη χώρα. Σκοπός της παρούσας έκθεσης είναι να συμβάλει στη γενική ενημέρωση για την ιστορική διαδρομή αυτής της ιδεολογίας». Αυτόν τον κίνδυνο της «νοσταλγίας» οι αστοφιλελεύθεροι, αλλά στην πλειοψηφία τους και οι λαοί της ανατολικής Ευρώπης δεν τον είχανε φανταστεί στα 89 γιατί τότε νόμισαν ότι ο σοσιαλφασισμός, δηλαδή ο κομμουνισμός γι αυτούς, είχε παραιτηθεί από την εξουσία του κάτω από την πίεση της αστοφιλελεύθερης ιδεολογίας τους. Στην πραγματικότητα, όπως θα δούμε και πιο αναλυτικά παρακάτω ο ψευτοκομμουνισμός, ιδιαίτερα στη Ρωσία είχε κρατήσει αλώβητη τη βαθιά υλική εξουσία του, την εξουσία της μεγαλοαστικής τάξης νέου τύπου και είχε αποσυρθεί προσωρινά στο δεύτερο πλάνο της πολιτικής και ιδεολογικής ζωής για να εκθέσει τους αστούς φιλελεύθερους αντιπάλους του και μετά να επανέλθει δριμύτερος επικεφαλής ενός πανεθνικού αντιφιλελεύθερου ρώσικου αλλά και παγκόσμιου μετώπου. Το 1989 οι ψευτοκομμουνιστές μεγαλοαστοί στη Ρωσία ήταν μια αντιπαθητική μειοψηφία μέσα στις ρώσικες μάζες. Το 2003 επανέρχονται εξαγνισμένοι χάρη στα οικονομικά εγκλήματα που διέπραξαν κυρίως οι ίδιοι βάζοντας μπροστά τους δυτικούς και τους ρώσους φιλελεύθερους που με χαρά συμμάχησαν μαζί τους για να καρατομηθούν αργότερα. Είναι οι ρώσοι σοσιαλφασίστες που έκαναν τους ρώσους και τους δυτικούς φιλελεύθερους υπεύθυνους μπροστά στις μάζες όλου του χώρου της πρώην ΕΣΣΔ για την κατάπτωση του βιοτικού τους επιπέδου και του ηθικού επιπέδου όλης της κοινωνίας. Έτσι έγινε και το 1989 το σκουριασμένο σφυροδρέπανο αποσύρθηκε από την πρώτη γραμμή για να επιστρέψει σήμερα επικεφαλής όλου του έθνους σαν καλογυαλισμένο σφυροδρέπανο του ρώσικου στρατού στο νέο «μεγάλο πατριωτικό μέτωπο» δίπλα στον ορθόδοξο σταυρό της Τρίτης Ρώμης και τον δικέφαλο αετό του Τσάρου για να ανασυστήσουν από κοινού τη «σεβαστή και επίφοβη» ΕΣΣΔ αυτή τη φορά όχι σαν μια διεθνιστική ένωση προλετάριων αλλά σαν ένα ρώσικο νεοαποικιακό λάφυρο.

Πως και γιατί οι αστοφιλελεύθεροι δεν έχουν καταλάβει τίποτα από τις μεταμορφώσεις του σοσιαλφασισμού

Από αυτή την πραγματικότητα οι αστοφιλελεύθεροι αλλά και οι δυτικοί ιμπεριαλιστές γενικότερα δεν κατάλαβαν τίποτα. Όπως πίστεψαν το 1989 ότι οι «κομμουνιστές» ιδεολογικά αυτοκτόνησαν και γι αυτό παρέδωσαν την εξουσία τους στους δυτικούς φιλελεύθερους έτσι και τώρα πιστεύουν ότι επανέρχονται και πάλι ιδεολογικά. Έτσι ξαναδίνουν μια μάχη ιδεών ενάντια στον «κομμουνισμό» αντίστοιχη με αυτήν που είχαν δώσει ενάντιά του στην περίοδο του ψυχρού πολέμου και από την οποία και χάρη στην οποία νόμισαν ότι είχαν βγει νικητές. Πνιγμένοι στον ιδεαλισμό επειδή είναι ξεκομμένοι από τις μάζες και γι αυτό ξεκομμένοι και από την υλική ιστορία, αρνούνται να δουν ότι πίσω από τον «κομμουνισμό» υπάρχουν ταξικά συμφέροντα και κοινωνικές τάξεις που εξακολουθούν να υπάρχουν και να αντιπαλεύουν ανάμεσά τους όσο και να αλλάζουν σε κάθε περίοδο οι ιδεολογικές μορφές, κομμουνιστικές ή όχι κομμουνιστικές, που παίρνουν αυτές οι ταξικές συγκρούσεις και αυτά τα ταξικά συμφέροντα. Αντί δηλαδή να αναζητούν τι απέγινε η κυρίαρχη τάξη που βρισκόταν πίσω από τον «κομμουνισμό» της εποχής του Μπρέζνιεφ κατά τη διάρκεια των εποχών της περεστρόικα του Γκορμπατσόφ, της μεταρρύθμισης του Γέλτσιν και της ρώσικης πατριωτικής συσπείρωσης του Πούτιν, οπότε θα ανακάλυπταν ότι αυτή έμεινε σε όλη αυτή την περίοδο στη θέση της σαν κυρίαρχη τάξη και οικονομικά και πολιτικά, προτίμησαν να πιστέψουν ότι οι «κομμουνιστές» άλλαξαν ξανά τις ιδέες του έθνους και ότι οι αλλαγμένες αυτές ιδέες άλλαξαν τις παλιές κυρίαρχες τάξεις. Αλλά οι κυρίαρχες τάξεις δεν αλλάζουν ιδέες όσο εσωτερικές ή εξωτερικές δυνάμεις δεν δοκιμάζουν σοβαρά και έμπρακτα την κυριαρχία τους, και μια τέτοια δοκιμασία ποτέ δεν υπήρξε για τη ρώσικη μεγαλοαστική τάξη νέου τύπου, ή για την ανώτατη κρατικοκομματική νομενκλατούρα όπως την ονόμαζαν οι φιλελεύθεροι, ούτε το 1989, ούτε ακόμα περισσότερο αργότερα. Και όπως δεν άλλαξε η κυρίαρχη τάξη δεν άλλαξε και η νοοτροπία της και γι αυτό δεν άλλαξαν και οι κυρίαρχες ιδέες. Ποτέ ο «κομμουνισμός» της εποχής του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν έπαψε να είναι στην εξουσία με την έννοια ότι δεν έπαψε να είναι στην εξουσία ο ιδεολογικός και πολιτικός του πυρήνας. Για έναν υλιστή αυτό θα ήταν ένα αυτονόητο συμπέρασμα. Αυτός ήταν ο βασικός λόγος που στη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου από το 1989 ως τα σήμερα εμείς συνεχίσαμε να ονομάζουμε τη Ρωσία σοσιαλ-ιμπεριαλιστική και όχι σκέτα ιμπεριαλιστική καθώς μπορέσαμε να διακρίνουμε από πολύ νωρίς ότι υπήρχε μια κοινή ιδεολογική γραμμή της κυρίαρχης ρώσικης πολιτικής σε όλη αυτή την εποχή η οποία στον πυρήνα της ήταν ο φασιστικού τύπου αντιφιλελεύθερος αντικαπιταλισμός και ο ρατσιστικού τύπου αντιδυτικισμός και αντισημιτισμός. Είναι αλήθεια ότι αυτή τη γραμμή μπορούσε κανείς πιο εύκολα να τη διακρίνει στους παλιούς πράκτορες του Κρεμλίνου στο εξωτερικό παρά στο εσωτερικό. Αυτή η ιδεολογική μορφή αντιστοιχούσε πάντα στα υλικά συμφέροντα της ρώσικης μεγαλοαστικής τάξης νέου τύπου, και στη συνέχεια της κινέζικης ομόλογής της, συμφέροντα που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν δίχως τη φυσική βία ενάντια στις παραγωγικά ανεπτυγμένες χώρες, τελικά δίχως τη στρατιωτική συντριβή και την κατοχή αυτών των χωρών και την υποδούλωση των λαών τους. 
Σήμερα οι πιο οξυδερκείς από τους δυτικούς φιλελεύθερους κάτι διαισθάνονται από όλα αυτά αλλά αντί να εκστρατεύσουν ενάντια σε μια κυρίαρχη και εκμεταλλευτική τάξη εκστρατεύουν ενάντια στην επίσημη ιδεολογική μορφή της που μόνο τώρα διακρίνουν ότι είναι ο «κομμουνισμός». Και αυτό από μόνο του δεν θα ήταν καθόλου κακό γιατί αυτός ο «κομμουνισμός» είναι πραγματικά μια μορφή του φασισμού, είναι αυτό που ο επαναστατικός κομμουνισμός ονομάζει σοσιαλφασισμό. Αλλά για τους αστοφιλελεύθερους και όλους τους δυτικούς ιμπεριαλιστές ο «κομμουνισμός» της κυρίαρχης αυτής τάξης δεν έχει εισαγωγικά σαν αυτά που εμείς βάζουμε διαρκώς μπροστά και πίσω του σε όλο το κείμενο όταν δεν τον ονομάζουμε σοσιαλφασισμό. Γι αυτούς ο κομμουνισμός είναι ένας και αδιαίρετος και μάλιστα σαν εγκληματικός κομμουνισμός ξεκινάει από τον Λένιν και κορυφώνεται στην εποχή του Στάλιν και του Μάο Τσε Τουνγκ. Αργότερα συνεχίζεται αλλά σαν πολύ λιγότερο εγκληματικός, στην εποχή Χρουστσόφ, Μπρέζνιεφ. Αυτά λέγονται με μεγαλύτερη σαφήνεια στο υπόμνημα αλλά υπονοούνται καθαρά και στις δύο προτάσεις αν και από πολιτική πρακτική άποψη τους φιλελεύθερους αντικομμουνιστές τους ενδιαφέρει όπως είπαμε κυρίως αυτός ο σημερινός «κομμουνισμός» ιδιαίτερα μάλιστα ο κινεζικος και πολύ λιγότερο ο παλιός επαναστατικός κομμουνισμός. 
Όμως επειδή οι εισηγητές είναι αστοί, επειδή δηλαδή είναι στρατηγικοί εχθροί του επαναστατικού προλεταριάτου και επειδή από στρατηγική άποψη το έχουν μισήσει και το μισούν στο βάθος περισσότερο και από τον φασισμό και από τον «κομμουνισμό», όχι μόνο επεκτείνουν τον ψεύτικο κομμουνισμό για να περιλαμβάνει και τον αληθινό κομμουνισμό, αλλά βρίσκουν στον πραγματικό κομμουνισμό το κύριο έγκλημα και το κύριο επιχείρημα για να χτυπήσουν τον σημερινό ψεύτικο. Το βασικό επιχείρημά τους το ανακαλύπτουν στα θύματα της βίας στις δύο εποχές. Μετράνε λοιπόν πτώματα και εξορίστους και ανακαλύπτουν ότι ο παλιός κομμουνισμός ο κομμουνισμός των Λένιν, Στάλιν και Μάο είχε πολύ περισσότερα θύματα πολιτικής βίας από όσα ο κομμουνισμός των Χρουστσόφ, Μπρέζνιεφ, Τενγκ Σιαο Πιγκ. Μάλιστα για να φουσκώσουν τα θύματα της αληθινής κομμουνιστικής επανάστασης προσθέτουν στα θύματα της καθαυτό πολιτικής και στρατιωτικής βίας και τα θύματα των λιμών στη διάρκεια της εξουσίας των κομμουνιστών. Έτσι εύκολα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος κομμουνισμός όχι μόνο είναι πολύ πιο εγκληματικός από τον δεύτερο αλλά είναι και η πηγή της εγκληματικότητας του δεύτερου. Ισχυρίζονται μάλιστα στο μνημόνιο ότι αυτός ο τελευταίος χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται σα φόβητρο ενάντια στους λαούς από τους ύστερους «κομμουνιστές» προκειμένου οι ίδιοι να χρησιμοποιήσουν λιγότερη βία στους λαούς τους. Ισχυρίζονται δηλαδή ότι αρκούσε ο Τεγκ να επικαλεστεί τη βία του Μάο για να ασκήσει μια πιο αναίμακτη από εκείνον τρομοκρατία στον κινέζικο λαό (σημείο 25 του υπομνήματος). Το χειρότερο απ όλα είναι ότι υπονοούν με αρκετή σαφήνεια ότι η πρώτη κομμουνιστική εξουσία και η ναζιστική εξουσία δεν έχουν ποιοτική διαφορά. Αυτός κατά τη γνώμη μας είναι ο λόγος που κατασκευάζουν χρησιμοποιώντας τους λιμούς τόσο πελώριους αριθμούς θυμάτων για τον κομμουνισμό ώστε αυτοί να ξεπερνάνε τον αριθμό των νεκρών ακόμα και των δύο παγκόσμιων πολέμων και έτσι εύκολα οι φιλελεύθεροι να φτάνουν στην αγαπημένη τους εξίσωση Κομμουνισμός=Ναζισμός. Αυτός είναι ο λόγος που χρησιμοποιούν τον όρο «ολοκληρωτικός» για να περιγράψουν συλλήβδην τα κομμουνιστικά καθεστώτα. Είναι ο ίδιος όρος που χρησιμοποιούν και για το ναζισμό. Πάντως ο «ολοκληρωτισμός» όπως και ο συλλήβδην αντικομμουνισμός έχει δύο πλευρές. Από τη μια είναι η γενικά σωστή ποιοτικά ταύτιση του σοσιαλφασισμού με το ναζισμό, από την άλλη είναι η τερατώδης ταύτιση του πραγματικού κομμουνισμού και ιδιαίτερα της δικτατορίας του προλεταριάτου με το ναζισμό. Αυτή η τελευταία ταύτιση κάνει δύο μεγάλα κακά. Από τη μια κάνει τη στρατηγική ζημιά να συντρίβει κάθε προσπάθεια του προλεταριάτου να ξανασυγκροτηθεί πολιτικά και να επιχειρήσει επαναστάσεις για το πάρσιμο της εξουσίας, από την άλλη δίνει στους σοσιαλφασίστες τη δυνατότητα να υπερασπίσουν τις αντεπαναστατικές τους «κομμουνιστικές» εξουσίες σα συνέχεια των επαναστατικών κομμουνιστικών εξουσιών τις οποίες με μεγαλύτερο μένος χτυπάνε οι αντικομμουνιστές αστοί. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι οι σοσιαλφασίστες στη Ρωσία και την Κίνα δεν υπερασπίζουν σήμερα με τόσο πάθος τη μπρεζνιεφική και τεγκική περίοδο όσο τη σταλινική και μαοϊκή αντίστοιχα. Αυτό το κάνουν γιατί οι λαοί στις δυο πρώτες σοσιαλιστικές χώρες έχουν πραγματικά νοσταλγία για τη σταλινική και μαοϊκή εποχή και καθόλου ή ελάχιστα για τη μπρεζνιεφική και τεγκική αντίστοιχα, όπως θα θέλανε οι αστοφιλελεύθεροι.

Να υπερασπίσουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου στην ΕΣΣΔ και την Κίνα από τους φιλελεύθερους

Γι αυτούς τους λόγους πρέπει να απαντήσουμε στον φιλελεύθερο αντικομμουνισμό, ιδιαίτερα στην εκδοχή του που ταυτίζει την ανοικτή δικτατορία του προλεταριάτου με το ναζισμό. Και πρέπει να απαντήσουμε με τρόπο που θα ξεσκεπάζει και τον όψιμο φιλοσταλινισμό και φιλομαοϊσμό των σοσιαλφασιστών. Γιατί την αντίληψη περί «ολοκληρωτισμού» της πραγματικής δικτατορίας του προλεταριάτου, την υποστηρίζει σήμερα πολλά χρόνια μετά την παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Ρωσία και στην Κίνα και ένα μεγάλο κομμάτι από μια πραγματική δημοκρατική αριστερά. Αυτή από τη μια μεριά έχει μισήσει την πράγματι ολοκληρωτική δικτατορία της ανατολικής αστικής τάξης νέου τύπου αλλά από την άλλη βρίσκεται κάτω από την επιρροή των σοσιαλδημοκρατών, των αναθεωρητών σοσιαλδημοκρατικού «ευρωκομμουνιστικού» τύπου, των τροτσκιστών, αλλά και των κάθε λογής διαδόχων της ιστορικής παρέκκλισης του αριστερού κομμουνισμού και έχει ταυτίσει με το φασισμό, αν όχι και το ναζισμό την εποχή Στάλιν και σε ένα μικρότερο βαθμό την εποχή Μάο. Είναι πολύ χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη ότι η «ελαφριά», η εισοδιστική μέσα στους αστοφιλελεύθερους και τους αριστερούς δημοκράτες μορφή του σοσιαλφασισμού, η μορφή ΣΥΝ και Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς καταδικάζει ανοιχτά το σταλινισμό στην απόφασή του και γι αυτό δεν καταδικάζει ονομαστικά τις δύο αποφάσεις αλλά αποκλειστικά το μνημόνιο. Η δυσκολία στην κριτική του αστοφιλελεύθερου αντικομμουνισμού είναι ότι αυτή πρέπει να είναι τόσο βαθιά ώστε να διαχωρίζεται και από το ρεύμα του όψιμου φιλοσταλινισμού και φιλομαοϊσμού σοσιαλφασιστικού τύπου, δηλαδή τύπου ψευτοΚΚΕ. Αυτός σηκώνει σήμερα βασικά τη σημαία του Στάλιν (και πολύ λιγότερο του Λένιν και του Μάο) όχι για να υποστηρίξει την κύρια επαναστατική πλευρά του πρώτου, αλλά όλες τις συκοφαντίες που εξαπολύθηκαν εναντίον και κυρίως όλα τα λάθη και τις αδυναμίες του. Στην πραγματικότητα αυτά ήταν λάθη και αδυναμίες της πρώτης εργατικής εξουσίας στον κόσμο σε μια χώρα καθυστερημένη και ταυτόχρονα επιθετική ιμπεριαλιστική που επειδή τόλμησε αυτή την εξουσία δοκίμασε την πιο μεγάλη πολιτική απομόνωση που έχει ποτέ δοκιμάσει χώρα, και που τελικά δέχτηκε την πιο απάνθρωπη επίθεση που έχει ως τώρα δεχτεί χώρα. Σε μια τέτοια σκληρή εποχή αυτή η εργατική εξουσία πέρα από τα λάθη της δεν μπορούσε παρά να φερθεί με σκληρότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι και η αστοφιλελεύθερη άρνηση του μαρξισμού πάλι τα κύρια πυρά της στην εποχή αυτή της προλεταριακής επανάστασης τα ρίχνει σε αυτή τη χώρα. Οφείλουμε λοιπόν αυτή την επανάσταση να την υποστηρίξουμε σε όλη της τη διάρκεια.
Ας απαντήσουμε λοιπόν στο επιχείρημα το σχετικό με τον αριθμό των θυμάτων της προλεταριακής βίας. Το υπόμνημα, που εν πολλοίς βασίζεται στα στοιχεία του βασικού αντικομμουνιστικού εγχειριδίου της φιλελεύθερης αστικής τάξης, της «μαύρης βίβλου του κομμουνισμού», αναθέτει και στην περίοδο Λένιν τόσα εκατομμύρια νεκρούς όσα περίπου και στην περίοδο Στάλιν. Αυτό σημαίνει ότι κανείς λενινιστής δεν θα ελαφρώσει ποτέ τη θέση του απέναντι στους φιλελεύθερους είτε αστούς είτε αριστερούς δημοκράτες με το να καταδικάζει τον Στάλιν. Ότι και να κάνει μια προλεταριακή εξουσία θα τη βγάλουν εγκληματική γιατί οπωσδήποτε δεν θα αποφύγει τη βία. Το μνημόνιο λοιπόν ρίχνει στο Λένιν την ευθύνη για 5 εκατομμύρια νεκρούς από το λιμό του 21-23. Στους νεκρούς της άμεσα πολιτικής βίας του χρεώνει 500 χιλιάδες νεκρούς κοζάκους και δεκάδες χιλιάδες άλλους φεουδάρχες, αστούς και άλλους πολιτικούς εχθρούς της επανάστασης. Τον Στάλιν τον φορτώνει με τα πάνω από πέντε εκατομμύρια νεκρούς του λιμού του 30-32 αλλά και με μερικά εκατομμύρια νεκρούς της καθαρής πολιτικής βίας στις περιόδους 31-32 της κολλεκτιβοποίησης και ακόμα περισσότερα για την περίοδο των μεγάλων εσωκομματικών εκκαθαρίσεων της περιόδου 37-39. Σύμφωνα με αυτή τη λογική ο μεγαλύτερος εγκληματίας όλων των εποχών και όλων των κομμουνισμών είναι ο Μάο που τον φορτώνουν γενναιόδωρα με 65 εκατομμύρια νεκρούς κυρίως από το λιμό του 1958 στην εποχή του μεγάλου άλματος προς τα μπρος.
Θεωρώντας τον Λένιν εξ ίσου «ολοκληρωτικού» τύπου δικτάτορα όσο περίπου και τον Στάλιν οι αστοφιλελεύθεροι φέρονται με περισσότερη συνέπεια από τους τροτσκιστές και αριστερούς ρεβιζιονιστές γενικότερα που θεωρούν σαν τέτοιο δικτάτορα μόνο τον δεύτερο και έτσι καταστρέφουν τη μεγάλη ταξική διαχωριστική γραμμή που βρίσκεται όχι ανάμεσα στον Λένιν και τον Στάλιν, αλλά ανάμεσα στους Λένιν και Στάλιν από τη μια μεριά και Χρουστσόφ, Μπρέζνιεφ από την άλλη. Με το ότι επιτίθενται στον Λένιν με αυτόν τον τρόπο οι αστοφιλελεύθεροι αποδεικνύουν τον αντεπαναστατικό αντιλαϊκό χαρακτήρα όλης της γραμμής τους, ενώ οι τροτσκιστές και οι δεξιοί ρεβιζιονιστές που λίγο ή πολύ υποστηρίζουν τον Λένιν αλλά χτυπάνε τον Στάλιν και το Μάο καλύπτονται σαν επαναστάτες. 
Αλλά ας δώσουμε μια σύντομη απάντηση στην επιχειρηματολογία με τα πτώματα. 
Όταν οι αστοφιλελεύθεροι και οι οπορτουνιστές κάθε είδους καταγγέλλουν τους επαναστάτες για τη βία τους ξεχνάνε τη βία της αντεπανάστασης. Και αυτή η βία έχει πολλές πλευρές. Ας τις δούμε για δυο κυρίως περιόδους στη Ρωσία, την περίοδο Λένιν και την περίοδο Στάλιν που δέχονται σήμερα τα κύρια παγκόσμια πυρά των φιλελεύθερων.
Η προλεταριακή βία της περιόδου Λένιν ήταν κατ αρχήν η απάντηση του ρώσικου προλεταριάτου στη βία της ρώσικης αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστών που κίνησαν άμεσα μετά τη σχετικά αναίμακτη κατάληψη της εξουσίας από τα σοβιέτ ένα μακρόχρονο εσωτερικό εμφύλιο και μια ωμή διεθνή εξωτερική στρατιωτική επέμβαση. Απέναντι σε αυτή την εσωτερική και εξωτερική βία απάντησαν οι μπολσεβίκοι με βία απέναντι στις τάξεις που ανέτρεψαν και σε όσο βαθμό αυτές οι τάξεις στήριξαν τη βία της αντεπανάστασης. Στην πραγματικότητα δεν έκαναν τίποτα χειρότερο από αυτό που έκαναν οι αστικές επαναστάσεις όταν ανέτρεπαν τις φεουδαρχικές εξουσίες. Οι αστοί ξεχνάνε πάντα το αίμα των δεκάδων χιλιάδων ευγενών, γενικά που έχυσε με το ξερό χτύπημα της γκιλοτίνας η επαναστατική γαλλική αστική τάξη στο εσωτερικό, ακριβώς τη στιγμή που η τάξη των φεουδαρχών συνεργάστηκε και προετοίμαζε με όλη την ευρωπαϊκή φεουδαρχική αντίδραση ένα συντριπτικό εξωτερικό χτύπημα στο νέο επαναστατικό καθεστώς. Οι αστοί μετράνε πάντα τους νεκρούς της εσωτερικής πολιτικής βίας ενός επαναστατικού καθεστώτος ανεξάρτητα από την εξωτερική βία που του ασκείται επειδή την εξωτερική βία δεν τη θεωρούν έναν ταξικό πόλεμο αλλά έναν εθνικό, μη ταξικό πόλεμο. Στο σημείο αυτό δεν διστάζουν να κάνουν και απάτες. Καταλογίζουν στην εποχή Λένιν τα εκατομμύρια νεκρούς του λιμού του 20-21 ενώ αυτός -αν αφαιρέσει κανείς τις κλιματολογικές συνθήκες που δεν πρέπει να αφαιρούνται - είχε να κάνει ακριβώς με τις πελώριες καταστροφές στις παραγωγικές δυνάμεις της Ρωσίας που έφερε ο πόλεμος. Και εδώ δεν πρόκειται μόνο για τον πόλεμο που ακολούθησε την επανάσταση, αλλά τον διεθνή πόλεμο που προηγήθηκε της επανάστασης και ο οποίος στην πραγματικότητα προκάλεσε την επανάσταση. Πρόκειται για τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο για τον οποίο οι αστοί φιλελεύθεροι και γενικά οι ιμπεριαλιστές αντικομμουνιστές κάνουν πως δεν έχουν καμιά ευθύνη ενώ αυτοί τον προκάλεσαν, αυτοί τον καθοδήγησαν και αυτοί τον υποστηρίζουν ακόμα στα σχολικά τους εγχειρίδια και στα μουσεία τους από την εθνική τους πλευρά. Αυτός λοιπόν ο πόλεμος, ένας ληστρικός ιμπεριαλιστικός πόλεμος, άδικος και από τις δύο πλευρές έδωσε 20 εκατομμύρια νεκρούς χωρίς να λογαριαστούν οι νεκροί από την πείνα. Αυτό το ασύλληπτο μακελειό το αντιπάλεψε με όλες του τις δυνάμεις το ρώσικο επαναστατικό προλεταριάτο και μόνο αυτό με επικεφαλής τον Λένιν και μάλιστα το συντόμευσε σταματώντας με την επανάστασή του τον πόλεμο στο ανατολικό γερμανο-ρωσικό μέτωπο. Η ιστορική αλήθεια είναι ότι οι ιμπεριαλιστές, φιλελεύθεροι και μη, ευθύνονται αποκλειστικά για τα πάνω από 5 εκατομμύρια νεκρούς από πείνα και 3 εκατομμύρια νεκρούς από επιδημίες ειδικά από τύφο που ξέσπασε πάνω στην πείνα στη Ρωσία του 17-23. Σε αυτούς τους νεκρούς πρέπει να προστεθούν τα 2,5 εκατομμύρια ρώσοι νεκροί στρατιώτες από τον ίδιο τον πόλεμο και το 1 εκατομμύριο από τον εμφύλιο που κυρίως οφείλεται στο ότι οι μπολσεβίκοι σταμάτησαν τον «πατριωτικό» πόλεμο-σφαγείο. Μόνο για τη Ρωσία οι αστοί ευθύνονται συνολικά για 11,5 εκατομμύρια νεκρούς. Όμως σε επίπεδο Ευρώπης τους αντιστοιχούν από πόλεμο, πείνα και κακουχίες πολλαπλάσιοι. Οι αστοί φιλελεύθεροι δεν λένε στους λαούς πως έγινε και νίκησε η ρώσικη επανάσταση και σταθεροποιήθηκε και αγαπήθηκε από το ρώσικο λαό με όλη αυτή την πολιτική βία που άσκησε. Μα νίκησε, σταθεροποιήθηκε και αγαπήθηκε πάνω από όλα γιατί σταμάτησε το σφαγείο, την κόλαση του ιμπεριαλιστικού πολέμου με το σύνθημα της ειρήνης και με την πολιτική γραμμή της «ήττας του δικού μας έθνους» στον πόλεμο αυτό. Και ο ρώσικος λαός ήξερε ότι αυτό το σφαγείο δεν μπορούσε να σταματήσει χωρίς βία πάνω σε αυτούς που ήθελαν να συνεχίσουν αυτό το σφαγείο, δηλαδή χωρίς βία πάνω στους λυσσασμένους τσαρικούς και στους υπόλοιπους αστούς «πατριώτες», δηλαδή στους καντέτους φιλελεύθερους, τους δεξιούς εσσέρους και στους επίσης «αριστερούς πατριώτες» μενσεβίκους που ξεσήκωσαν το λαό στον μεγάλο εμφύλιο. 
Αυτές όλες οι παρατηρήσεις μας δεν παίρνουν υπ όψιν τους τα στοιχεία από την κατοπινή άνοδο του βιοτικού επιπέδου του ρώσικου λαού, τη μείωση της γενικής θνησιμότητας κλπ που θα πρέπει να λογαριαστούν όταν μπαίνει σε έρευνα το ιστορικό ισοζύγιο ενός καθεστώτος. Ούτε επίσης θέλουμε σε αυτό εδώ το σημείωμά μας να απαντήσουμε στο πως μπαίνει το ζήτημα της πολιτικής βίας και της πολιτικής δημοκρατίας ανάλογα με το ποια τάξη είναι στην εξουσία και σε ποια φάση αυτής της εξουσίας. Δεν εξετάζουμε δηλαδή το ζήτημα των πολιτικών ελευθεριών, της βίας πάνω στις ξεχωριστές τάξεις, των μεθόδων αυτής της βίας πχ, εκτελέσεων, εκτοπίσεων, κλπ. Εδώ απαντάμε μόνο στο προνομιακό έδαφος στο οποίο διαλέγουν οι αστοί φιλελεύθεροι να δώσουν την ιδεολογική πάλη ενάντια στους εχθρούς τους, το έδαφος των νεκρών από την πολιτική βία. Στο πλαίσιο αυτό δώσαμε μια εικόνα για το εντελώς επιλεκτικό, στενά προσδιορισμένο ταξικά και γι αυτό ιστορικά ανάπηρο και τυφλό τρόπο με τον οποίο αναλύουν οι αστοί τα εμπειρικά δεδομένα.

Να υπερασπίσουμε τη σταλινική εποχή της ρώσικης επανάστασης

Αυτή τους η ταξική προκατάληψη τους τυφλώνει ολοκληρωτικά και στο ζήτημα Στάλιν στο οποίο νιώθουν το πιο ασφαλές έδαφος γιατί εκεί σχηματίζουν το πιο πλατύ τους πολιτικό και ταξικό μέτωπο καθώς συσπειρώνουν και προοδευτικά δημοκρατικά στοιχεία από άλλες τάξεις, ακόμα και από την εργατική. Έτσι φτάνουν στο σημείο να ταυτίζουν ποιοτικά τη χιτλερική δικτατορία με τη σταλινική και το ναζισμό με το μπολσεβικισμό. Όταν οι αστοί μετράνε τους νεκρούς της πολιτικής βίας της εποχής Στάλιν είπαμε ότι ενώνουν όπως και με το Λένιν τα θύματα της καθαυτό πολιτικής βίας με τα θύματα των λιμών. Ιδιαίτερα πλουτίζουν τα προπαγανδιστικά νεκροτομεία τους με τα εκατομμύρια των νεκρών του μεγάλου λιμού του 31-32 που εκτός από τη Ρωσία και περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή της ΕΣΣΔ χτύπησε την σιτοπαραγωγή Ουκρανία, ενώ είναι γεγονός ότι και τα θύματα της καθαυτό εσωτερικής πολιτικής βίας είναι περισσότερα στη σταλινική από όσα στη λενινιστική εποχή της σοβιετικής επανάστασης.
Όπως και για τη λενινιστική περίοδο της ρώσικης επανάστασης έτσι και δω θα απαντήσουμε στα πτωματολογικά επιχειρήματα της αστικής τάξης με όρους ενός ευρύτερου πολιτικού ορίζοντα. 
Η σταλινική εποχή διαφέρει αντικειμενικά από την περίοδο του Λένιν σε ένα κυρίως ζήτημα: Στο ότι η λενινιστική περίοδος είναι μια μεταπολεμική εποχή του πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου, ενώ η σταλινική είναι η περίοδος στη διάρκεια της οποίας προετοιμάζεται και διεξάγεται ο δεύτερος παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Σε αυτόν τον πόλεμο είναι συγκεντρωμένη όλη η πολιτική βία, η παγκόσμια πολιτική βία αυτής της περιόδου, όπως στον πρώτο είναι συγκεντρωμένη η παγκόσμια πολιτική βία της περιόδου 1900-1915. Ενώ ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος είναι ένας πόλεμος ανάμεσα σε δυο ιμπεριαλιστικά μπλοκ, άδικος και από τις δυο πλευρές, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος είναι ένας πόλεμος ιμπεριαλιστικός αποικιακού τύπου από τη μια μεριά και δημοκρατικός εθνικοαπελευθερωτικός από την άλλη. Σε αυτόν τον πόλεμο αν και τις δυτικές χώρες διοικούσε η ιμπεριαλιστική μονοπωλιακή αστική τάξη, ο πόλεμος που αυτές διεξήγαγαν ενάντια στο τρίτο Ράϊχ ήταν από την πρώτη στιγμή πόλεμος δημοκρατικός εθνικοαπελευθερωτικός για την ίδια την ύπαρξή αυτών των χωρών σαν πολιτισμένων χωρών. Αυτό οφείλεται στο ότι σε αυτόν τον πόλεμο το ένα στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού, το χιτλερικό, αντί να παλέψει για να αποσπάσει αποικίες από ένα άλλο, αποφάσισε να μετατρέψει σε αποικίες τις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές χώρες και πάνω απ’ όλα να μετατρέψει σε αποικία δούλων -κυριολεκτικά- την πρώτη χώρα της προλεταριακής κομμουνιστικής επανάστασης, την ΕΣΣΔ. Είναι γνωστό πολύ στους αστούς ιστορικούς πως από τους δύο ταυτόχρονους πολέμους του Χίτλερ, εκείνον ενάντια στους «εβραιοκαπιταλιστές» της Δύσης και εκείνον ενάντια στους «εβραιομπολσεβίκους» της ΕΣΣΔ, μόνο ο δεύτερος ήταν πόλεμος ολοκληρωτικής εξόντωσης και υποδούλωσης (Vernichtungskrieg). Αυτό το ξεχωριστό μίσος προς τους μπολσεβίκους, που εμφανίζεται από την πρώτη στιγμή στην πλατφόρμα των εθνικοσοσιαλιστών, έχει την ταξική ερμηνεία του όχι βέβαια στην ταύτιση του εθνικοσοσιαλισμού με το μπολσεβικισμό αλλά στην ταξικά απόλυτη αντιδιαμετρικότητά τους. Και αυτή η αντιδιαμετρικότητα αποδείχτηκε στην πράξη: Σε αυτόν τον πιο μεγάλο πόλεμο της ιστορίας και τον πιο κρίσιμο για την εξέλιξη της ανθρωπότητας, τον πρώτο ρόλο στα βάρη του σε ανθρώπινες θυσίες και την πιο αποφασιστική συνεισφορά στην έκβασή του ήταν ιστορικά και πρακτικά υποχρεωτικό να τον παίξει, και τον ανέλαβε, η σοβιετική εξουσία της σταλινικής εποχής με επικεφαλής τον ίδιο τον Στάλιν. Οι αστοί ιστορικοί που όλο και περισσότερο μέσα στην παρακμή τους ταυτίζουν τον Χίτλερ με τον Στάλιν δεν μπορούν να εξηγήσουν πως έγινε και μια βαρβαρότητα συνέτριψε μια άλλη αντί να ενωθεί μαζί της. Δεν μπορούν να απαντήσουν γιατί η σταλινική ηγεσία αρνήθηκε την πρόταση του Χίτλερ να καταχτήσει όλη τη νότια Ασία στα πλαίσια μιας συμμαχίας με τα άλλα τρία αρπακτικά, τη ναζιστική Γερμανία, την αυτοκρατορική Ιαπωνία και τη φασιστική Ιταλία και προτίμησε να φτάσει στο χείλος της καταστροφής και της συντριβής προκειμένου να αντιμετωπίσει το ναζισμό σαν πρόοδος παρά να συμφιλιωθεί μαζί του σα βαρβαρότητα. Κυρίως δεν μπορούν να απαντήσουν πως έγινε και οι μάζες του ρώσικου λαού, κυρίως η εργατική τάξη και η φτωχή αγροτιά πολέμησαν με τόση αυτοθυσία εφόσον υποτίθεται ζούσαν έναν εφιάλτη καταπίεσης από το καθεστώς που με τόσο σθένος υπεράσπιζαν. Ούτε θα μπορέσουν να απαντήσουν στο πως έγινε και η πιο καθαρή και επίμονη αντιναζιστική στάση σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, τα χρόνια πριν την έκρηξη του παγκόσμιου πολέμου ήταν αυτή της τρίτης Διεθνούς με τη γραμμή του αντιφασιστικού μετώπου. Ήταν η ιμπεριαλιστική Δύση που άφησε τη Δημοκρατική επανάσταση στην Ισπανία να νικηθεί από το φασισμό και την Τσεχοσλοβακία να καταβροχθιστεί από το Χίτλερ και όχι η Τρίτη Διεθνής και οι ρώσοι μπολσεβίκοι. Ήταν λοιπόν οι δυτικοί ιμπεριαλιστές, φιλελεύθεροι και μη, που ευθύνονται σε τεράστιο μέρος για τα 50 εκατομμύρια νεκρών του β΄ παγκόσμιου πόλεμου και όχι ο κομμουνισμός. Όσα πτώματα λοιπόν και να μετρήσουν στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ δεν θα αποδείξουν την απανθρωπιά εκείνης της πολιτικής εξουσίας αλλά της δικιάς τους. Από την άλλη με το να θέλουν σήμερα να καταδικάσουν τη σταλινική περίοδο σαν ταυτόσημη με τη ναζιστική, οι αστοφιλελεύθεροι και γενικότερα οι δυτικοί ιμπεριαλιστές αρνούνται το αντιφασιστικό μέτωπο που οι ίδιοι συγκρότησαν με τη σταλινική Ρωσία ενάντια στους ναζί. Κάνουν δηλαδή τώρα το ίδιο πράγμα που κάνανε τότε οι πρόδρομοι του σοσιαλφασισμού, οι τροτσκιστές του 40 καθώς και όλοι οι ουδετερόφιλοι φασίστες.
Παρόλα αυτά υπάρχουν όπως είπαμε παραπάνω δημοκρατικοί άνθρωποι που δίχως να ταυτίζουν Χίτλερ και Στάλιν θεωρούν ότι ασκήθηκε μια βία στο εσωτερικό της χώρας από τη σοβιετική εξουσία εκείνη την εποχή που δεν ήταν προλεταριακή ούτε στον όγκο της, ούτε και στην ποιότητά της. Δεν είμαστε και μεις διατεθειμένοι να υποστηρίξουμε κάθε βία που ασκήθηκε από το σοβιετικό καθεστώς στο μεσοπόλεμο, ούτε τις μέθοδες αυτής της βίας. Εκείνο που θέλουμε να ξεχωρίσουμε είναι ποια ήταν η ταξική ποιότητα αυτής της βίας στην κύρια πλευρά και μετά τι ήταν ιστορικά αναπόφευκτο σε αυτήν και τι ήταν λάθος του επαναστατικού στρατοπέδου.

Το μεγάλο πρόβλημα της ρώσικης επανάστασης στη σταλινική περίοδο και η δικτατορία του προλεταριάτου πάνω στην πλούσια αγροτιά

Αυτή την εσωτερική βία δεν μπορεί και δεν πρέπει να τη δει κανείς ανεξάρτητα από την απόλυτα εξοντωτική εξωτερική βία που ξέσπασε ενάντια στην ΕΣΣΔ από το γερμανικό ιμπεριαλισμό. Γιατί αυτή η εξωτερική βία δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήταν όπως είπαμε ξέσπασμα της προπολεμικής πολιτικής και οικονομικής ταξικής βίας που ασκήθηκε πάνω στη χώρα της πρώτης πετυχημένης επανάστασης σκλάβων στην ανθρώπινη ιστορία. Όπως και στην εποχή Λένιν έτσι και στην εποχή Στάλιν και ακόμα περισσότερο στη δεύτερη, η ρώσικη προλεταριακή εξουσία δοκίμασε μια πελώρια διεθνή απομόνωση, μια απομόνωση πολιτική και οικονομική. Όμως η απομόνωση μιας προλεταριακής εξουσίας σε μια παραγωγικά καθυστερημένη χώρα κάνει αυτήν την εξουσία εξαιρετικά εύθραυστη και αυτό το ξέρουν αυτοί που πιέζουν και γι αυτό πιέζουν περισσότερο. Για τους μαρξιστές σταθερή είναι η επαναστατική εξουσία σε μια ανεπτυγμένη καπιταλιστικά χώρα, αλλά σε μια τέτοια χώρα είναι πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί σοσιαλιστική επανάσταση. Αντίθετα σε μια παραγωγικά καθυστερημένη χώρα είναι σχετικά εύκολο να πάρει η επαναστατική τάξη την εξουσία αλλά πολύ δύσκολο να τη κρατήσει. Κυρίως είναι δύσκολο να την κρατήσει γιατί της λείπει η υλική της βάση που στην περίπτωση της προλεταριακής εξουσίας είναι η σύγχρονη βιομηχανική παραγωγή και η σύγχρονη τεχνολογία. Στην περίπτωση της σοσιαλιστικής Ρωσίας το προλεταριάτο βρήκε μπροστά του όχι μόνο μια γενικά καθυστερημένη χώρα αλλά μια χώρα ρημαγμένη από ένα διεθνή και έναν εμφύλιο πόλεμο που τη χτύπησαν αλλεπάλληλα για μια περίπου δεκαετία. Η σύγχρονη υποδομή σε μια τέτοια χώρα μπορεί να υπάρξει με δυο τρόπους. Ο ένας είναι ή υλική βοήθεια από την προλεταριακή εξουσία μιας ανεπτυγμένης χώρας η οποία σχετικά με τον όγκο της σοβιετικής Ρωσίας θα έπρεπε να είναι μια μεγάλη βιομηχανική χώρα. Με αγωνία από το 1917 ως τα 1923 το ρώσικο προλεταριάτο της λενινιστικής περιόδου περίμενε μια πετυχημένη προλεταριακή επανάσταση στην Ευρώπη που πρακτικά μπορούσε να επικρατήσει εκείνη την εποχή μόνο στη Γερμανία. Στη σταλινική εποχή κάθε τέτοια ελπίδα για το κοντινό μέλλον είχε χαθεί καθώς η προλεταριακή επανάσταση στη Γερμανία τσακίστηκε με συσπειρωμένη εναντίον της την παγκόσμια αστική τάξη και την εργατοαριστοκρατική σοσιαλδημοκρατία. Οπότε έμενε στο ρώσικο προλεταριάτο ένας μόνος άλλος δρόμος για να κρατήσει την εξουσία του: να βαδίσει για το σοσιαλισμό στηριγμένο στην ίδια τη χώρα του και να επιταχύνει την υλικοτεχνική βιομηχανική συσσώρευση σε χρόνο και ρυθμούς πρωτοφανείς για κάθε άλλη βιομηχανική χώρα. Έπρεπε όμως να πραγματοποιήσει αυτή την πρωταρχική βιομηχανική συσσώρευση δίχως εκμετάλλευση αποικιών, δίχως τη φυσική εξουθένωση του προλεταριάτου και δίχως την καταστροφή της φτωχής αγροτιάς όπως έγινε στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Όμως μια τέτοια γρήγορη συσσώρευση δεν μπορούσε να περάσει δίχως να φέρει μοιραία σε ένταση τις σχέσεις του ρώσικου προλεταριάτου με την αγροτική αστική τάξη και σε ένα βαθμό και με τη μεσαία αγροτιά. Ο πολιτικοοικονομικός χειρισμός αυτών των αντιθέσεων, ιδιαίτερα της αντίθεσης βιομηχανικού προλεταριάτου και πλούσιας αγροτιάς ώστε να μη γίνουν ανταγωνιστικές ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Αυτό ήταν ζωτικό ζήτημα γιατί η αγροτική αστική τάξη είχε ισχυρό, συχνά ηγετικό ρόλο στο χωριό και στο επίπεδο της παραγωγικής τεχνικής και στο πολιτικο-κοινωνικό επίπεδο. Έτσι η πλούσια αγροτιά επηρέαζε τη μεσαία αγροτιά και μέσω αυτής σε ένα βαθμό και τη φτωχή. 
Η πολιτική εξουσία της φτωχής αγροτιάς και του αριθμητικά αδύναμου προλεταριάτου της γης, δηλαδή τα σοβιέτ της υπαίθρου δεν μπορούσαν από μόνα τους να εξουδετερώσουν δίχως τη βοήθεια του βιομηχανικού προλεταριάτου την κοινωνική και πολιτική επιρροή της αγροτικής αστικής τάξης, των κουλάκων. Η τελική λύση αυτής της αντίθεσης μπορούσε να είναι μόνο η κολλεκτιβοποίηση και η ταυτόχρονη εκμηχάνιση της γεωργίας. Όμως αυτή η λύση ήθελε χρόνο αν επρόκειτο να γίνει χωρίς μια απότομη και βίαιη απαλλοτρίωση της ιδιοχτησίας της πλούσιας αγροτιάς. Τη λύση της αντίθεσης της αστικής τάξης της υπαίθρου με το βιομηχανικό προλεταριάτο ως την ολοκλήρωση της κολλεκτιβιποίησης την αναζήτησε ο Λένιν στην πολιτική της ΝΕΠ, κατέφυγε δηλαδή σε μορφές οικονομικών σχέσεων που άφηναν αρκετό έδαφος στον καπιταλισμό της μικρής παραγωγής στην ύπαιθρο και στην πόλη για να διατηρήσει τη συμμαχία του βιομηχανικού προλεταριάτου με τη μεσαία αγροτιά και να εξουδετερώσει τις αντιθέσεις της πλούσιας αγροτιάς, δηλαδή να οδηγήσει την τελευταία στο να έχει μια στοιχειωδώς ανεκτική στάση απέναντι στην εργατική εξουσία. Επρόκειτο για μια ισορροπία σε ένα διαρκώς τεντωμένο σχοινί ισορροπία που κράτησε λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Λένιν και τελικά διαταράχτηκε καθώς η πλούσια αγροτιά διαρκώς κερδοσκοπούσε σε βάρος της τροφοδοσίας σε σιτηρά του προλεταριάτου της πόλης και δεν δεχόταν το ρυθμό συσσώρευσης που της είχε επιβληθεί από αυτό. 
Δεν μπορούμε προς το παρόν με το δικό μας υποκειμενικό επίπεδο γνώσης της πολιτικής και της οικονομίας εκείνης της στιγμής να απαντήσουμε αν η συνέχιση αυτής της πολιτικής ήταν δυνατή ή αν αναπόφευκτα αυτές οι δυο μαζικές τάξεις θα οδηγούνταν σε μετωπική σύγκρουση κάτω από τους δοσμένους πολιτικούς και οικονομικούς όρους. Το ζήτημα είναι ότι τελικά με το επίπεδο συνείδησης που είχε εκείνη τη στιγμή το ρώσικο βιομηχανικό προλεταριάτο και στην ηγεσία και στη βάση του οδηγήθηκε σε μετωπική σύγκρουση με την πλούσια αγροτιά, δηλαδή με το σύνολό της. Εκείνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι η προλεταριακή ηγεσία που ανέλαβε αυτή την ευθύνη δεν συνέλαβε εκείνη τη στιγμή ολοκληρωμένα τι σήμαινε αυτή για τη στρατηγική ευστάθεια της πολιτικής εξουσίας του προλεταριάτου και το μέλλον της ταξικής πάλης στην ΕΣΣΔ. Στην κολλεκτιβοποίηση των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 30 που σήμαινε την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας της πλούσιας αγροτιάς αυτή αντέδρασε με βία για να δεχτεί με τη σειρά της τη μαζική πολιτική βία της εργατικής εξουσίας. Η άσκηση μαζικής βίας πάνω σε μια τόσο πολυπληθή τάξη σαν την πλούσια αγροτιά δεν μπορούσε να αφήσει εντελώς αδιάφορες και τις γειτονικές της τάξεις, ειδικά τη μεσαία αγροτιά που ένα της κομμάτι έγινε εχθρικό προς το προλεταριάτο και ένα άλλο ουδετεροποιήθηκε. Η εργατική τάξη χρειάστηκε πια να προχωρήσει με μεγαλύτερο πείσμα και με πολύ σκληρή δουλειά παίρνοντας μαζί της μόνο τη φτωχή αγροτιά. 
Ήταν μια απίστευτη ενθουσιώδης πορεία μιας νέας τάξης που είχε συνείδηση της ιστορικής αποστολής της. Αυτή η πορεία έδωσε πραγματικά θαύματα στο επίπεδο της βιομηχανικής παραγωγής, δηλαδή της υλικής βάσης της σοσιαλιστικής επανάστασης αλλά από πολιτική άποψη σήμαινε την όξυνση της ταξικής πάλης σε ασύλληπτα επίπεδα και σε έκταση και σε ένταση.

Η ταξική βία στην κοινωνία και ο δημοκρατισμός στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κόμματος

Το πιο σημαντικό αποτέλεσμα αυτής της όξυνσης της ταξικής πάλης στην κοινωνία ήταν η όξυνση της πολιτικής πάλης μέσα στο προλεταριακό κόμμα. Γιατί κάτω από τις συνθήκες μιας δικτατορίας της οποίας η άσκηση γίνεται λόγω της ιστορικής φάσης με ανοιχτές και έκτακτες μορφές βίας, οι διαφορετικές τάξεις δεν μπορούν να αντιπροσωπευτούν πολιτικά παρά μόνο μέσα στο μόνο πολιτικό κόμμα που μπορεί να υπάρχει νόμιμα και αυτό είναι το κομμουνιστικό. Η δικτατορία πάνω στους φεουδάρχες και τους μεγάλους αστούς που ήταν και καθολικά μισητοί και άμαζοι σαν τάξεις δεν μπορούσε να διασπάσει το κόμμα. Όμως η δικτατορία πάνω σε μαζικές τάξεις και με αδιάφορες άλλες ενδιάμεσες τάξεις μπορούσε. Γιατί είχε σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα την άσκηση κομματικής δικτατορίας πάνω στις εσωκομματικές τάσεις που συνειδητά ή ασυνείδητα παρατάσσονταν με τις απαγορευμένες τάξεις ή διαφωνούσαν για λόγους γενικής τακτικής με αυτήν την απαγόρευση. Από κει προκύπτει η ανάγκη της ίδιας της τάξης και της πρωτοπορίας της τάξης για ένα ενιαίο πειθαρχικό κόμμα απέναντι σε ένα μαζικό εχθρό, από κει αυτή η ζωτική αυθόρμητη τάση για ομοφωνία μέσα στο προλεταριάτο και στο κόμμα, από κει η ανάγκη για ένα τέτοιο συγκεντρωτισμό της τάξης που να φτάνει ως την αναγνώριση ενός ατόμου σαν αρχηγού-αυθεντίας. Από κει η εξαιρετική μείωση της ανοιχτής δημοκρατικής διαμάχης μέσα στο κόμμα. Η ένταση της εσωκομματικής πάλης δυνάμωσε από την ώρα που μπήκε στην ημερήσια διάταξη η αντίσταση στο ναζιστικό γερμανικό ιμπεριαλισμό. Η θανάσιμη εξωτερική απειλή όξυνε παραπέρα την εσωτερική ταξική και κομματική σύγκρουση που ξεκίνησε από τη δολοφονία του Κύροφ και έφτασε σε παροξυσμό με τις δίκες της Μόσχας το 37 και 38. Από ένα σημείο και πέρα η αντίθεση των γραμμών είχε γίνει αντίθεση ανταγωνιστικών στρατοπέδων. Ο εμφύλιος στην κοινωνία δεν μπορούσε να αφήσει άνεση έκφρασης στους αντικειμενικούς εκπροσώπους των δύο αντίθετων τάξεων μέσα στο κόμμα. 
Η εσωτερική ταξική πάλη δοκίμασε ύφεση στην περίοδο του μεγάλου εξωτερικού αντιφασιστικού πολέμου αλλά ξαναδυνάμωσε ανάμεσα στα 1948 και 1956. Για μας η περίοδος 1930-1956 είναι η περίοδος της πιο σκληρής ταξικής πάλης που έδωσε ποτέ ιστορικά καταπιεσμένη τάξη στην εξουσία. Οι νεκροί, τα λάθη ακόμα και τα εγκλήματά αυτής της περιόδου δεν αλλάζουν το γεγονός ότι σε όλη αυτή την περίοδο ήταν στην εξουσία η επαναστατική τάξη που διεξήγαγε με τον τρόπο που μπορούσε να συλλάβει την πολιτική, οικονομική και ιδεολογική ταξική πάλη. Το επιστέγασμα αυτής της πάλης ήταν όπως είπαμε στην αρχή αυτού του κειμένου ο κοσμοϊστορικός αντιφασιστικός πόλεμος που έδωσε η επαναστατική τάξη. Η βαθιά μελέτη αυτής της περιόδου πρόκειται να δώσει πολλά μαθήματα στο μέλλον στους λαούς, αλλά η τελική κατάληξή της ήταν η ήττα του επαναστατικού προλεταριάτου και η άνοδος στην εξουσία της αστικής τάξης, μιας τάξης που το τελευταίο απόσπασμα των επαναστάσεων του 20 αιώνα, το κινέζικο προλεταριάτο θα ονομάσει αστική τάξη νέου τύπου. Αυτή η κυρίαρχη τάξη επειδή κατάφερε να πάρει την εξουσία και να παλινορθώσει τον καπιταλισμό στην πρώτη σοσιαλιστική χώρα είναι η πιο αντιδραστική, η πιο έμπειρη πολιτικά, και η πιο αδίστακτη που έχει υπάρξει ως τα σήμερα. Είναι η πρωτοπορία του ιμπεριαλισμού και της παγκόσμιας αντίδρασης. Το πολιτικό καθεστώς που αυτή εγκαινιάζει είναι ο σοσιαλιμπεριαλισμός και η πολιτική δικτατορία που θα ασκήσει στις χώρες που έχει καταχτήσει ή θα καταχτήσει είναι ο σοσιαλφασισμός.

Η άνοδος της αστικής τάξης νέου τύπου στην εξουσία

Ο σοσιαλφασισμός στην εξουσία είναι η μονοπωλιακή ιμπεριαλιστική αστική τάξη στην εξουσία. Αυτή πήρε τα πολιτικά της μαθήματά αντιπαλεύοντας την εργατική τάξη σε όλη την περίοδο της σοσιαλιστικής επανάστασης μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα, ιδιαίτερα στην περίοδο 1930-1956 και γι αυτό ξέρει όσο καμιά άλλη αστική τάξη την εργατική τάξη αφού έπρεπε ταυτόχρονα και να την εκπροσωπεί και να την υπονομεύει. Από την άλλη αυτή η αστική τάξη νέου τύπου υπήρξε ο πολιτικός κληρονόμος της τελειότερης διπλωματικής μηχανής του ιμπεριαλισμού της εποχής, της τσαρικής διπλωματίας. Αυτή η διπλή προέλευση προίκισε την αστική τάξη νέου τύπου με δύο ιδιότητες. 
Η πρώτη ιδιότητα είναι η τέχνη της συνομωσίας που το πιο τέλειο εργαλείο της είναι ο εισοδισμός. Ο εισοδισμός συνίσταται στην άλωση ενός εχθρικού πολιτικού ρεύματος μέσω της εισόδου στελεχών σε αυτό για την απόσπαση της ηγεσίας του. Αυτή η τακτική απαιτεί την κατανόηση της ιδεολογίας, της πολιτικής γραμμής ακόμα και της ψυχοσύνθεσης της τάξης ή της ταξικής μερίδας που αυτό το πολιτικό ρεύμα εκπροσωπεί. Ο τσαρισμός είχε αναπτύξει σε ψηλά επίπεδα την τακτική της εισόδου στις ηγεσίες του εχθρικού στρατοπέδου αλλά περισσότερο αναζητούσε με αυτή τη μέθοδο πολιτικές θέσεις στο επιτελείο του εχθρού παρά ηγεμονία και καθοδήγηση ολόκληρων πολιτικών ρευμάτων. Οι σοσιαλφασίστες έφτασαν αυτή την τέχνη στην τελειότητα. Το μεγαλύτερο κατόρθωμά τους σε αυτό το επίπεδο είναι η τέχνη της προβοκάτσιας.
Η δεύτερη και η πιο θεμελιακή ιδιότητα αυτής της τάξης είναι η πρακτική και θεωρητική γνώση της ότι στην εποχή του ιμπεριαλισμού η πολιτική προηγείται από την οικονομία ή καλύτερα το πολιτικό μονοπώλιο της βίας προηγείται από το μονοπώλιο στην ιδιοκτησία. Αυτή τη γνώση η αστική τάξη νέου τύπου την απόκτησε και θεωρητικά από το λενινισμό και πρακτικά από τη δικιά της παλινορθωτική εμπειρία. Ενώ η κλασσική αστική τάξη πήρε την πολιτική εξουσία από τα χέρια της απολυταρχίας αφού πρώτα είχε ουσιαστικά αποσπάσει την οικονομική εξουσία, η αστική τάξη νέου τύπου πήρε πρώτα την πολιτική εξουσία από τα χέρια του νικημένου προλεταριάτου και μετά πήρε ολόκληρη την οικονομική εξουσία για τον εαυτό της. Για την ακρίβεια η αστική τάξη μέσα στο κόμμα σφετερίστηκε συλλογικά στην αρχή, αλλά και ατομικά στη συνέχεια, όλο τον πλούτο, όλες τις υλικές και πνευματικές παραγωγικές δυνάμεις που επί μισό αιώνα με αυτοθυσία είχε συσσωρεύσει ο σοβιετικός λαός, αλλά και όλο τον ιστορικά συσσωρευμένο πλούτο της κοινωνίας από τις προηγούμενες εποχές. Έτσι αυτή η αστική τάξη νέου τύπου όχι μόνο έγινε μια μονοπωλιακή αστική τάξη, αλλά έγινε μια τάξη που είχε συνείδηση ότι το μονοπώλιο της ιδιοκτησίας μπορούσε να το αποκτήσει μόνο μέσα από την απόλυτη πολιτική της δικτατορία δηλαδή μέσα από το δικό της μονοπώλιο της βίας. Και αφού η μόνη μορφή που μπορούσε να δικαιολογήσει αυτό το μονοπώλιο μπροστά στις εργατικές και λαϊκές μάζες ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου, η αστική τάξη νέου τύπου συνέχισε να δηλώνει κομμουνιστική και να ασκεί τη δικτατορία της σα δικτατορία του προλεταριάτου αρχικά και σα δικτατορία του κομμουνιστικού αταξικού «κράτους όλου του λαού» στην συνέχεια. 
Αφού αυτή η τάξη διαπίστωσε ότι μπορεί να σφετεριστεί με τη βία τον πλούτο μιας πελώριας χώρας έβαλε σα στόχο να αποσπάσει τον πλούτο όλων των χωρών της γης. Αυτό έγινε το πραγματικό αλλά ανομολόγητο πρόγραμμά της από την πρώτη στιγμή που ήρθε στην εξουσία. Στην ουσία φέρθηκε όπως κάθε ιμπεριαλισμός που έρχεται τελευταίος στο τραπέζι της μοιρασιάς του κόσμου και ο οποίος μόνο με τη βία μπορεί να εκτοπίσει τους ανταγωνιστές του και να κατακτήσει την παγκόσμια ηγεμονία. Αυτόν το δρόμο τον είχε ήδη διαβεί και ο γερμανικός και ο γιαπωνέζικος ιμπεριαλισμός και ήταν γνώριμος στους αστούς νέου τύπου. Αλλά μόνο οι σοσιαλιμπεριαλιστές έχουν την πείρα μιας συνωμοτικής παρατεταμένης πάλης για την επιτυχία των στόχων τους και μόνο αυτοί ξέρανε τόσο καλά ότι ένας παγκόσμιος πόλεμος μπορεί να έχει πιθανότητες επιτυχίας αν διεξαχθεί στο όνομα των καταπιεσμένων λαών και εθνών, να ανατρέψει την κυριαρχία των αντίπαλων ιμπεριαλισμών συμμαχώντας με εργατικές τάξεις, λαούς και εθνικά κινήματα που θα μπορούσε να τα αλώσει για να τα μεταλλάξει στο αντίθετό τους και χάρη σε αυτά να ασκήσει στις αντίστοιχες τάξεις, έθνη και λαούς τη δικιά του δικτατορία. Έτσι έχουμε για πρώτη φορά έναν ιμπεριαλισμό που δεν είναι μόνο ο πιο μεγάλος εξωτερικός εχθρός των λαών αλλά και ο κύριος εσωτερικός τους εχθρός. 
Η εμπειρία των λαών και των εθνών από τον σοσιαλφασισμό είναι ακόμα περιορισμένη γιατί η νέα αυτή μορφή ιμπεριαλιστικής εξουσίας δεν έχει γίνει ακόμα παγκόσμια μέσα από ένα παγκόσμιο πόλεμο και πιο πολύ γιατί μόνο μέσα από ένα παγκόσμιο πόλεμο αυτή η βία θα φτάσει στην άκρη της όπως έγινε με το γερμανικό και το γιαπωνέζικο ιμπεριαλισμό. Οι μόνοι που έχουν αισθανθεί σε ένα βαθμό αυτή την ακραία βία είναι οι λαοί των υπό σοσιαλιμπεριαλιστική κατοχή χωρών. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι εκείνοι ακριβώς που μισούν σήμερα τον ψευτοκομμουνισμό και ηγούνται της καταγγελίας του, αν και του επιτίθενται ακόμα σαν κομμουνισμό γενικά ακριβώς γιατί δεν μπορούν να συλλάβουν πως έγινε η ποιοτική μετατροπή στην ουσία του κομμουνισμού χωρίς να φανεί με κραυγαλέο τρόπο η ποιοτική μετατροπή στη μορφή του. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο στην ΕΣΣΔ και πολύ λιγότερο στην Κίνα γιατί στην ΕΣΣΔ η αστική τάξη νέου τύπου μπόρεσε να κρυφτεί εντελώς σε όλη τη μακριά περίοδο της εσωκομματικής πάλης Αυτό δεν το πέτυχε η κινέζικη αστική τάξη νέου τύπου ακριβώς γιατί ο Μάο Τσε Τουνγκ αξιοποίησε την πείρα της ρώσικης παλινόρθωσης και κήρυξε και καθοδήγησε τον παρατεταμένο και ανοιχτό, μέσα και έξω από το κόμμα, πολιτικό εμφύλιο ενάντιά της που λέγεται Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση. Μέσα από αυτήν την επανάσταση έγινε αρκετά σαφής στις μάζες ο δεξιός χαρακτήρας της και στη μορφή και στην ουσία.

Η γενική τακτική του ρώσικου σοσιαλφασισμού για την άνοδο του στην εξουσία

Η ρώσικη σοσιαλφασιστική αστική τάξη με πολιτικούς ηγέτες της τους Σουσλόφ, Χρουστσόφ και Μπρέζνιεφ, έδρασε εντελώς ανεμπόδιστη στο πολιτικό επίπεδο ακόμα και όταν εξαπέλυσε την τελική της επίθεση για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας στα πρώτα χρόνια μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο, ιδιαίτερα μετά το 1947, όταν κατάφερε να καταλάβει νευραλγικές θέσεις του μηχανισμού εξουσίας του ΚΚΣΕ. Η γενική πολιτική τακτική της ήταν να κινηθεί ανάμεσα στα δυο βασικά κομματικά προλεταριακά ρεύματα που νομοτελειακά συνυπάρχουν μέσα στο κόμμα σε όλες τις προλεταριακές επαναστάσεις και που στις ακραίες τους εκφράσεις γίνονται οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις ή και ανοιχτά αντεπαναστατικά ρεύματα. Πρόκειται από τη μια μεριά για το αριστερό ρεύμα που επιζητεί τις ρήξεις με τους παλιούς ταξικούς σχηματισμούς και τον ιμπεριαλισμό γενικά και έχει συχνά την τάση να υπερεκτιμάει το επίπεδο ανάπτυξης της συνείδησης των μαζών. Από την άλλη πρόκειται για το δεξιό ρεύμα που αναζητάει τρόπους να συσπειρώσει όσο περισσότερες ταξικές δυνάμεις από τον παλιό κόσμο μπορεί, πριν προχωρήσει σε οποιοδήποτε άλμα και έχει συχνά την τάση να υποτιμάει τις επαναστατικές διαθέσεις και το επίπεδο συνείδησης των μαζών. Αυτά τα ρεύματα όταν δεν έχουν γίνει οπορτουνισμός δεν είναι ούτε σταθερά, ούτε οι φορείς τους είναι πάντα τα ίδια κομματικά μέλη. Απλά αποτελούν αντανακλάσεις της ταξικής πάλης στη συνείδηση των πρωταγωνιστών της σε μια δοσμένη φάση της, ακόμα και μόνο σε ένα δοσμένο πολιτικό πρόβλημα. Στο βάθος αυτά τα ρεύματα συγκρούονται μέσα στον κάθε επαναστάτη και μάλιστα αποτελούν την κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης της πολιτικής του συνείδησης. Όταν αυτά τα ρεύματα οδηγηθούν στις ακραίες τους συνέπειες και παγιωθούν σε σταθερές μορφές της πολιτικής συνείδησης οργανωτικά και ιδεολογικά γίνονται ταξικές παρεκκλίσεις και τότε αντανακλούν την επιρροή ξένων τάξεων πάνω στο προλεταριάτο. Ή ακόμα μπορούν να φτάσουν να εκπροσωπήσουν αυτές τις ξένες ή και εχθρικές τάξεις δηλαδή να γίνουν οπορτουνιστικά αντιπρολεταριακά πολιτικά ρεύματα μέσα στο κόμμα. Στην περίπτωση της αριστερής παρέκκλισης, αυτή γενικά αποτελεί αντανάκλαση στο προλεταριάτο της συνείδησης της εκτεταμένης μικροαστικής τάξης που στις επαναστατικές περιόδους αποκτά εξαιρετικά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Η δεξιά παρέκκλιση στο προλεταριάτο αποτελεί συνήθως αντανάκλαση στο προλεταριάτο της συνείδησης της αστικής τάξης.

Η σοσιαλφασιστική αστική τάξη νέου τύπου παίζει και με τα δύο ρεύματα, τις δύο παρεκκλίσεις και τελικά και με τους δύο οππορτουνισμούς χρησιμοποιώντας το ένα ρεύμα ενάντια στο άλλο για να ανεβεί η ίδια στην εξουσία παίζοντας τον αγαπημένο σε κάθε έμπειρο αντιδραστικό ρόλο του «κέντρου». Ο παράδεισος για την άσκηση αυτής της τακτικής είναι εκείνη η κατάσταση στην οποία οι πλατειές μάζες βρίσκονται μακριά και δεν συμμετέχουν στην οξύτατη πολιτική σύγκρουση μέσα στο κόμμα, οπότε και η πολιτική πάλη μέσα στο κόμμα δεν μπορεί να παίρνει ανοικτές πολιτικές μορφές. Αυτό έγινε στο μπολσεβίκικο κόμμα μετά το τέλος της κολλεκτιβοποίησης το 34 ως το τέλος του σαν κομμουνιστικό κόμμα το 1956. Στη μεγάλη αυτή περίοδο η προλεταριακή ηγεσία δεν κατάλαβε ότι η σύγκρουση μέσα στο κόμμα ήταν η κυρίως πολιτική ταξική σύγκρουση μέσα στη χώρα και ότι σαν τέτοια δεν μπορούσε παρά να δοθεί με όρους μαζικής ταξικής πάλης. Το μεγάλο αντιδιαλεκτικό λάθος του Στάλιν, λάθος στενού οικονομίστικου χαρακτήρα ήταν ότι πίστεψε ότι με την κατάργηση των αστικών μορφών ιδιοκτησίας είχε καταργηθεί και η αστική τάξη σαν τέτοια. Όμως η αστική τάξη συνέχισε να υπάρχει και μέσα στις νέες σχέσεις παραγωγής και μέσα στην ιδεολογία, και ακόμα περισσότερο να υπάρχει σα νικημένη αστική τάξη, ιδιαίτερα αγροτική, δίχως μέσα παραγωγής. Εφόσον λοιπόν η ταξική πάλη δεν δόθηκε με όρους μαζικούς δεν μπορούσε παρά να δοθεί με όρους αστυνομικούς. Γιατί αφού δεν υπάρχει αστική τάξη στο εσωτερικό της χώρας τότε οι αντιδραστικοί μέσα στο κόμμα δεν μπορούν να είναι ούτε εκπρόσωποι, ούτε πράκτορες της ανύπαρκτης αστικής αυτής τάξης, οπότε, σύμφωνα πάντα με αυτήν τη λογική, μπορούν να είναι μόνο κατάσκοποι αφού ο εχθρός μπορεί να είναι μόνο εξωτερικός σαν ιμπεριαλισμός. Και, έτσι σαν αστυνομική αντικατασκοπευτική δόθηκε η πολιτική πάλη στα 37-38 μέσα στο κόμμα με τις δίκες της Μόσχας και αργότερα ανάμεσα στα 1947-1956. Αυτές είναι ιδανικές συνθήκες για αντιδραστικούς, συνωμότες, και προβοκάτορες δηλαδή για αδίστακτους και φιλόδοξους αστούς.
Την τακτική των σοσιαλφασιστών και της ηγετικής τους ομάδας Σουσλόφ, Χρουστσόφ, Μπρέζνιεφ δεν την ξέρουμε ακόμα για την κρίσιμη περίοδο της βίαιης εσωκομματικής σύγκρουσης στα 37-38. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι οι δίκες της Μόσχας άρχισαν μόλις γραμματέας του κόμματος στη Μόσχα έγινε ο αρχιπροβοκάτορας Χρουστσόφ και ότι μέσα από αυτήν την περίοδο των πιο έντονων και πιο υπόκωφων πολιτικών αντιπαραθέσεων στην οποία η σημαία του ήταν η προσωπολατρία στο Στάλιν ο Χρουστσόφ ενίσχυσε όσο κανείς άλλος τη θέση του μέσα στο κόμμα. Την τακτική των σοσιαλφασιστών μπορούμε να την παρακολουθήσουμε καλύτερα στην τελική φάση της ανόδου τους στην εξουσία ανάμεσα στα 1947-1956 όπου και αυτοί έχουν δυναμώσει και τα κτυπήματα τους δεν μπορούν πια να κρυφτούν. 
Είπαμε ότι η πολιτική πάλη των σοσιαλφασιστών διεξάγεται γενικά στο «κέντρο» ακριβώς για να μπορούν αυτοί να εξουδετερώνουν την αριστερή τάση συμμαχώντας με τη δεξιά τάση μέσα στο κόμμα και αντίστροφα να εξουδετερώνουν τη δεξιά συμμαχώντας με την αριστερά. Όμως σε τελική ανάλυση και στην κύρια πλευρά της η μορφή που παίρνει η πολιτική δράση των σοσιαλφασιστών μέσα στο κόμμα είναι η αριστερή. Εννοείται ότι στην ουσία της έχει πάντα το ίδιο υπερδεξιό περιεχόμενο. Η αριστερή μορφή του σοσιαλφασισμου είναι μια στρατηγική επιλογή στο βαθμό που οι σοσιαλφασίστες επιδιώκουν να αποσπάσουν το μονοπώλιο της βίας και μετά της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής σε εσωτερική και σε διεθνή κλίμακα. Γι αυτό πρέπει σε τελική ανάλυση να συμμαχούν με όλες τις αντικαπιταλιστικές τάξεις και μάλιστα με τα πιο ανώριμα πολιτικά κομμάτια τους, ώστε να αποσπούν στο όνομα της εργατικής τάξης και του λαού την πολιτική εξουσία και να απαλλοτριώνουν για όφελός τους την οικονομική ιδιοκτησία των κλασσικών μεμονωμένων αστών και ακόμα περισσότερο των μονοπωλιστών. Για αντίστοιχους λόγους πρέπει πάλι σε τελική ανάλυση να συμμαχούν στο εξωτερικό με τους λαούς και τα καταπιεσμένα κράτη ενάντια στους αντίπαλους οικονομικά και πολιτικά κυρίαρχους ιμπεριαλισμούς που είναι οι δυτικού τύπου οικονομικοί (σε αντίθεση εδώ με τους στρατιωτικού τύπου) ιμπεριαλισμοί. 
Από την άλλη όμως πλευρά υποχρεωτικά θα εμφανίζεται και στη μορφή η υπερδεξιά στο περιεχόμενο πολιτική τους. Γιατί οι σοσιαλφασίστες έρχονται στην εξουσία και τη σταθεροποιούν μόνο εφόσον συντρίψουν την προλεταριακή εξουσία και για να το πετύχουν αυτό πρέπει να συμμαχήσουν υποχρεωτικά με τις πιο δεξιές τάσεις μέσα στο κόμμα και με όλες τις εκμεταλλεύτριες τάξεις και στο εσωτερικό και σε διεθνές επίπεδο. Από την ώρα μάλιστα που μετατρέπουν για τα καλά τη χώρα τους σε ιμπεριαλιστική, οι σοσιαλφασίστες δεν μπορούν να κατακτήσουν θέσεις στο εξωτερικό μόνο με τη βία. Πρέπει να διεισδύσουν μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς των υπό εξάρτηση χωρών συμμαχώντας με τις παλιές ιδιοκτήτριες τάξεις και μάλιστα με τις πιο αντιδραστικές από αυτές μέχρι να τις εκτοπίσουν με ένα πραξικόπημα ή με μια εξωτερική επίθεση. Άλλωστε και στις πιο βίαιες εφόδους και στα πραξικοπήματά τους οι σοσιαλφασίστες χρησιμοποιούν την πολιτική του ενιαίου μετώπου που διδάχτηκαν από τους μαρξιστές και που την αντέστρεψαν.

Αυτή τη διπλή μορφή της σοσιαλφασιστικής πολιτικής τη διακρίνουμε καθαρά στην άνοδο της τριάδας Σουσλόφ, Χρουστσόφ και Μπρέζνιεφ στην εξουσία και μετά στην εποχή της σοσιαλιμπεριαλιστικής επέκτασης.
Η πολιτική με την οποία η τριάδα εξοντώνει τους εχθρούς της καλύπτεται πίσω από τον Στάλιν. Μαχητικός αντιδυτικισμός - «αντιιμπεριαλισμός» στο εξωτερικό και αντικαπιταλισμός στο εσωτερικό είναι το βασικό χαρακτηριστικό της. Με αυτή την μορφή η τριάδα υπονομεύει και διασπά τους βασικούς αντιπάλους της και καταφέρνει μετά το θάνατο του Στάλιν να εξοντώσει τον κύριο εχθρό της, το διεθνιστή Μπέρια. Οι φασιστικές δίκες και καταδίκες του Σλάνσκι στην Τσεχία και Ράικ στην Ουγγαρία, το αντισημιτικό περιεχόμενο που δίνεται στο κίνημα ενάντια στον κοσμοπολιτισμό, η υποτιθέμενη συνομωσία των γιατρών, όλα αυτά είναι συνομωσίες και προβοκάτσιες της συμμορίας Σουσλόφ, Χρουστσόφ, Μπρέζνιεφ που διεξάγονται κάτω από τη σημαία του αντισημιτισμού και έχουν σαν στόχο να απομονώσουν τον Μπέρια και να συκοφαντήσουν την πλατφόρμα του. Αυτή διατυπώνεται από τον Μπέρια στη διάρκεια του 19ο συνέδριου του ΚΚΣΕ και έχει σα θεμελιακό της συστατικό την καταγγελία του μεγαλορώσικου σοβινισμού και στη συνέχεια τον εκδημοκρατισμό στην κοινωνία και στο κόμμα και την έμφαση στην ελαφριά βιομηχανία για την άνοδο του βιοτικού επιπέδου του σοβιετικού λαού. Μετά το θάνατο του Στάλιν η πλατφόρμα Μπέρια κυριαρχεί και ο ίδιος βρίσκεται ουσιαστικά επικεφαλής του κόμματος και εφαρμόζει μαζί με τους Μαλένκοφ, Καγκάνοβιτς και Βοροσίλοφ τα πρώτα μέτρα σε αυτή την κατεύθυνση ιδιαίτερα τα μέτρα του εκδημοκρατισμού της κομματικής και γενικότερα της πολιτικής ζωής. Συνεπής με την αντιμεγαλορώσικη πολιτική του συγκρούεται μετωπικά με τη γραμμή του σοσιαλφασισμού στο ζήτημα της Γερμανίας όπου προωθεί τη γραμμή της ειρηνικής ενοποίησης και έρχεται σε ρήξη με τη σοσιαλφασιστική αντισημιτική ομάδα Ούλμπριχτ που βρίσκεται επικεφαλής του ανατολικογερμανικού κόμματος. Στο σημείο αυτό χάνει τη μάχη, καθώς ξεσπάει το σε ένα βαθμό αντικομμουνιστικό κίνημα του 1953 στην Ανατολική Γερμανία οπότε οι σοσιαλφασίστες τον κατηγορούν για πράκτορα του ιμπεριαλισμού. Τότε ο Μπέρια συγκρούεται με τον Μολότοφ και χάρη στις ραδιουργίες του Χρουστσόφ χάνει την υποστήριξη και του Μαλενκόφ. Τότε συλλαμβάνεται στο ΠΓ με πραξικόπημα που καθοδηγεί ο Χρουστσόφ και λίγο μετά εκτελείται. Ακολουθεί δολοφονικό πογκρόμ ενάντια στα στελέχη που τον ακολουθούν. Ο Μπέρια γίνεται από τους πραξικοπηματίες το συνώνυμο της τερατωδίας ως τα σήμερα. Είναι το μόνο πρόσωπο στην ιστορία του ΚΚΣΕ για το οποίο δεν επιτρέπεται ακόμα και τώρα 50 χρόνια μετά να ειπωθεί μια καλή κουβέντα ούτε να ανοιχτούν τα αρχεία σχετικά με αυτόν. Από τα 1953 η ηγετική τριάδα των συνωμοτών μένει χωρίς ουσιαστικό αντίπαλο καθώς οι πλατειές μάζες του προλεταριάτου παρά την αγάπη τους για το Στάλιν έχουν πάψει από χρόνια, ακόμα και πριν από τον πόλεμο, να συμμετέχουν στην όλο και πιο πολύπλοκη και όλο πιο απόμακρη γι αυτές πολιτική πάλη μέσα στο κόμμα.
Μετά την εξόντωση του βασικού εχθρού τους οι σοσιαλφασίστες εγκαταλείπουν την «αριστερή σταλινική» μορφή της πολιτικής τους και σηκώνουν τώρα τη μαχητική αντισταλινική σημαία με το σύνθημα ενάντια στην προσωπολατρεία και για την υπεράσπιση της εσωκομματικής δημοκρατίας. Με αυτόν τον τρόπο συμμαχούν με κάθε ιστορικά καταπιεσμένη τάση μέσα στο κόμμα, ιδιαίτερα με την δεξιά τάση του, συγκροτούν το πιο πλατύ ταξικό μέτωπο μέσα και στο κόμμα και μέσα στην κοινωνία και καταφέρνουν να απομονώνουν και να εκκαθαρίσουν σε διάστημα τριών χρόνων όλο το σταλινικό ηγετικό απαράτ επιτιθέμενοι με δύναμη σε όλη την ηγετική ομάδα με την οποία είχαν συμμαχήσει το 53 ενάντια στον Μπέρια. Έτσι εκκαθαρίζουν τους Μολότοφ, Μαλένκοφ, Καγκάνοβιτς και Βοροσίλοφ και το 1956 παίρνουν με ένα δεύτερο πραξικόπημα την εξουσία πραγματοποιώντας στη συνέχεια ευρύτατες εκκαθαρίσεις μέσα στο κόμμα και το κράτος. Η νίκη τους σταθεροποιείται και γίνεται παγκόσμια γιατί οι σοσιαλφασίστες συμμαχούν με το δυτικό ιμπεριαλισμό προβάλλοντας τη γραμμή του ειρηνικού περάσματος και της ειρηνικής συνύπαρξης με τρόπο που να σημαίνουν άρνηση της επανάστασης και υποταγή στον ιμπεριαλισμό. Στο εσωτερικό εγκαταλείπεται η αρχή της δικτατορίας του προλεταριάτου και εγκαθίσταται επίσημα το «κράτος όλου του λαού». Πρόκειται στην ουσία για εγκατάλειψη όλων των λενινιστικών αρχών. Όμως από πολιτική άποψη πρόκειται κυρίως για ένα τακτικό μέτωπο των σοσιαλφασιστών με τους ιμπεριαλιστές με στόχο σε εκείνη τη φάση, τη συντριβή όλων των επαναστατικών τριτοδιεθνιστικών ηγεσιών σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα και τα απελευθερωτικά κινήματα του κόσμου και η άνοδος παντού στις ηγεσίες τους πρακτόρων του ρώσικου σοσιαλιμπεριαλισμού σε συμμαχία με την αστική τάξη σε κάθε χώρα. 
Οι δυτικοί ιμπεριαλιστές χειροκροτούν τη νέα αντισταλινική ηγεσία με ενθουσιασμό και δεν διακρίνουν ότι το βαθύ χαρακτηριστικό αυτής της «δεξιάς» εποχής, της εποχής Χρουστσόφ, είναι η στρατικοποίηση της οικονομίας ακριβώς σε σύγκρουση με την πολιτική του Στάλιν που τη σοβιετική οικονομία τη στρατιωτικοποίησε μόνο πριν την έκρηξη του παγκόσμιου πόλεμου και στη διάρκειά του. Ούτε βέβαια νοιάζονται ότι οι νέοι ηγέτες εγκαταλείπουν την πολιτική της στήριξης της ελαφριάς βιομηχανίας της σταλινικής ηγετικής ομάδα , ούτε ότι υιοθετούν την υπεραριστερή στη μορφή, μέχρι γελοιότητας γραμμή της υπερκολλεκτίβας σε βάρος της ομαλής ανάπτυξης των κολχόζ. Έτσι κατάπληκτοι διαπιστώνουν κάποια στιγμή οι δυτικοί ιμπεριαλιστές ότι πίσω από την επιφανειακά συμφιλιωτική απέναντί τους τακτική του νέου καθεστώτος ετοιμαζόταν η «αριστερή» γραμμή με το τείχος του Βερολίνου και τις πυρηνικές βάσεις στην Κούβα που έδιναν τη μεγαλύτερη ακόμα και ως τα σήμερα οξύτητα στο μεταπολεμικό κόσμο. Ο ρώσικος σοσιαλιμπεριαλισμός είχε ήδη γεννηθεί και είχε γεννηθεί κάτω από τη δυτική προστασία. Αυτή του εξασφάλισε την ανεμπόδιστη «ειρηνική» συντριβή της πραγματικά ειρηνόφιλης σοσιαλιστικής ΕΣΣΔ και του πραγματικά αντιιμπεριαλιστικού παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος. Κανείς δεν βλέπει εκείνη τη στιγμή μέσα στις ιαχές από την ήττα του προλεταριάτου το μεγαλορώσικο σοβινισμό και τον αντισημιτισμό τον οποίο ξαναμπολιάζουν στην ΕΣΣΔ και στις ανατολικές χώρες οι Σουσλόφ και Χρουστσόφ. Σήμερα για αυτές τις δύο πιο αποτρόπαιες εκφράσεις του σοσιαλφασισμού κατηγορείται ο Στάλιν, όμως ο Στάλιν δεν υπήρξε ποτέ ούτε ρώσος σοβινιστής, ούτε αντισημίτης. Απλά αρχικά οι μεγαλορώσοι σοβινιστές καλύφθηκαν πίσω από το κίνημα της βίαιης κολεκτιβοποίησης για να χτυπήσουν τις εθνότητες που από κοινωνική καθυστέρηση εναντιώθηκαν σε αυτή, και για να δυναμώσουν στο όνομα της μπολσεβικοποίησης τον παράγοντα της μεγαλορώσικης επέμβασης στα κράτη της πρώην ΕΣΣΔ. 
Στη συνέχεια καλύφθηκαν πίσω από το σοβαρό αντιδιαλεκτικό λάθος του Στάλιν να υποτάσσει τα εθνικά δικαιώματα των ανατολικο-ευρωπαϊκών κρατών και τις διαθέσεις των λαών τους στην αντίθεση της ΕΣΣΔ με το γερμανικό φασισμό και το καπιταλιστικό στρατόπεδο γενικότερα για να ισχυροποιήσει την τελευταία στρατιωτικά και πολιτικά. Αυτό το λάθος εκδηλώθηκε έντονα στα χρόνια πριν από τον παγκόσμιο πόλεμο στις Βαλτικές, την Πολωνία και τη Φινλανδία και αυτό πληρώνει σήμερα το παγκόσμιο προλεταριάτο όταν οι λαοί αυτών των χωρών αντίθετα από τον ίδιο το ρωσικό ταυτίζουν την εποχή Στάλιν με τη σοσιαλφασιστική εποχή. Αυτό το λάθος απόκτησε τεράστιο βάρος από την ώρα που η άμυνα της ΕΣΣΔ στον εξοντωτικό πόλεμο του άξονα υποχρέωσε τακτικά τον Στάλιν και το σοβιετικό προλεταριάτο να συμμαχήσουν με τους μεγαλορώσους σοβινιστές και το άντρο τους, τη ρώσικη ορθόδοξη εκκλησία, πράγμα που πρόσφερε στην αστική τάξη νέου τύπου στρατιές νέων στελεχών ιδιαίτερα μέσα στον κόκκινο στρατό.

Οι δύο τακτικές του ρώσικου σοσιαλιμπεριαλισμού και οι αντίστοιχες «κομμουνιστικές» μεταμορφώσεις του

Αυτήν την εποχή του σοσιαλφασισμού την υποστηρίζουν ακόμα σαν «μαλακή» εποχή του «κομμουνισμού» ο δυτικός ιμπεριαλισμός, η φιλελεύθερη αστική τάξη, η σοσιαλδημοκρατία, οι οπορτουνιστές δεξιού τύπου, τα πιο εισοδιστικά αποσπάσματα του σοσιαλφασισμού πχ τροτσκιστικά, ψευτοφιλελεύθερα τύπου ΣΥΝ κλπ. Το ίδιο κάνουν μαζί τους και αρκετοί προοδευτικοί άνθρωποι, ιδιαίτερα κομμουνιστές στις ανατολικές χώρες, που είχαν δοκιμάσει άδικες πλευρές της βίας της προηγούμενης εποχής και πίστεψαν στις διαβεβαιώσεις των σοσιαλφασιστών ότι ήρθε η ώρα του «σοσιαλισμού με το ανθρώπινο πρόσωπο». Λίγα χρόνια μετά αυτοί ξανα-απογοητεύτηκαν γιατί ήρθε η ώρα της «αριστερής» μορφής του σοσιαλφασισμού, αυτής που ταιριάζει όπως είπαμε περισσότερο στην ουσία του. Μετά τη σταθεροποίηση ήρθε η ώρα της επίθεσης του νέου ιμπεριαλισμού με εργαλείο την ωμή βία για την κατάκτηση νέων σφαιρών επιρροής με στόχο πάντα την εξαπόλυση ενός παγκόσμιου πολέμου με κύριο στόχο την κατοχή της Δ. Ευρώπης. Αυτή είναι η εποχή της εισβολής στην Τσεχοσλοβακία, του αποικιακού τύπου πολέμου στο Αφγανιστάν, της δικτατορίας στην Πολωνία, και της θεωρίας της «περιορισμένης κυριαρχίας» που καλύπτει όλη αυτήν την επίθεση στο εγγύς εξωτερικό. Αυτή είναι η εποχή του Μπρέζνιεφ που διαδέχεται τον Χρουστσόφ όχι για να εφαρμόσει μια άλλη στρατηγική αλλά μια νέα γενική τακτική στα πλαίσια της ίδιας στρατηγικής. Τέτοιες αλλαγές γίνονται συναινετικά και αναίμακτα μέσα στο ηγετικό επιτελείο του σοσιαλφασισμού. Η αλλαγή των προσώπων στην ηγεσία του ρώσικου σοσιαλ-ιμπεριαλιστικού κράτους είναι απαραίτητη όταν αλλάζει η γενική τακτική ώστε να μπορούν οι αποκαθηλωμένοι ηγέτες να καθησυχάζουν τις εσωτερικές και διεθνείς ταξικές δυνάμεις με τις οποίες συνεργάστηκαν στην προηγούμενη περίοδο και η μετάβαση να γίνεται ομαλά. Γιατί πέρα από την αριστερή ή τη δεξιά κύρια μορφή της σοσιαλιμπεριαλιστικής εξουσίας σε κάθε φάση και η επίθεση και ο καθησυχασμός πρέπει να συνεχίζονται ώστε ο σοσιαλιμπεριαλισμός να βρίσκεται πάντα χοντρικά στο «κέντρο» των ανταγωνιστικών πόλων των παγκόσμιων αντιθέσεων και να ανοίγει δρόμο ανάμεσα σε αυτές για να προελαύνει.
Την «αριστερή» εποχή Μπρέζνιεφ την αναπολούν σήμερα οι σκληροί σοσιαλφασίστες τύπου ψευτοΚΚΕ καθώς και μερικοί πρώην επαναστάτες που πήραν τοις μετρητοίς μια ορισμένου είδους «επιστροφή του Στάλιν» που επεχείρησε η μπρεζνιεφική προπαγάνδα, το λεγόμενο νεοσταλινισμό. Αυτή η επιστροφή είναι στην πραγματικότητα η άρνηση της χρουστσοφικής εποχής από τα δεξιά. Πρόκειται εδώ για τον Στάλιν – Σουσλόφ, δηλαδή για ότι είναι λάθος στον Στάλιν αλλά και για ότι είναι ο συκοφαντημένος Στάλιν σύμφωνα με τη σοσιαλφασιστική και αστοφιλελεύθερη προπαγάνδα. Αυτόν τον δικό τους Στάλιν φέρνουν και τώρα στην επιφάνεια οι σοσιαλφασίστες κάθε τάσης που είναι πια ιστορικά ενωμένοι για να τον υπηρετήσουν. Είναι ο Στάλιν της περιόδου Πούτιν που και ο ίδιος, δίχως να εμφανίζεται βέβαια σα «σταλινικός» είναι σε συμμαχία με τους νεοσταλινικούς σαν η υποτιθέμενη «αριστερή» άρνηση της «δεξιάς» περιόδου Γκορμπατσόφ-Γέλτσιν.

Για τους αστοφιλελεύθερους η περίοδος Γκορμπατσόφ-Γέλτσιν είναι το οριστικό τέλος της κομμουνιστικής ΕΣΣΔ, όπως ήταν η περίοδος Χρουστσόφ για τη σταλινική ΕΣΣΔ. Είναι αδύνατο λοιπόν να καταλάβουν πως ο Πούτιν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σχέση με τον κομμουνισμό. Κι όμως μαζί με τους κομμουνιστές καταψηφίζει το αντικομμουνιστικό τους κείμενο στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Αυτό συμβαίνει γιατί στο βάθος ο κομμουνισμός της εποχής Μπρέζνιεφ δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον κομμουνισμό της εποχής Πούτιν. Γιατί και οι δυο δεν είναι κομμουνισμός αλλά απλά σοσιαλφασισμός. Και ο σοσιαλφασισμός έχει δύο απλές αρχές: Χτύπημα του δυτικού φιλελεύθερου οικονομικού ιμπεριαλισμού στο εξωτερικό από την πλευρά του σοσιαλιμπεριαλισμού, χτύπημα του ιδιωτικού καπιταλισμού στο εσωτερικό από την πλευρά του κρατικοφασιστικού καπιταλισμού ή καλύτερα της νέας «πατριωτικής» κρατικής ολιγαρχίας. 
Οι αστοφιλελεύθεροι χάρηκαν και οι μικροαστοί ψευτοκομμουνιστές λυπήθηκαν που οι Γκορμπατσόφ-Γέλτσιν διέλυσαν την «κομμουνιστική» ΕΣΣΔ και επανέφεραν τον ιδιωτικό καπιταλισμό στην ΕΣΣΔ. Στην πραγματικότητα με τη «δεξιά» πιο «φιλοκαπιταλιστική» πολιτική τους οι Γκορμπατσόφ-Γέλτσιν ανέπτυξαν τον «κομμουνισμό» της εποχής Μπρέζνιεφ με το να καταπιεί η Ρωσία μόνη της όλο το συσσωρευμένο στρατιωτικό κεφάλαιο της πολυεθνικής ΕΣΣΔ, όλη την πελώρια διπλωματική και κατασκοπευτική της μηχανή και το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού της πλούτου, διατηρώντας παράλληλα το ρώσικο αστυνομικό και πολιτικό έλεγχο σε όλη την ΕΣΣΔ. Κυρίως όμως ανέπτυξαν τον «κομμουνισμό» της εποχής Μπρέζνιεφ με το να επιτρέψουν στο ρώσικο σοσιαλιμπεριαλισμό να κατακρεουργήσει την Τσετσενία, να διεισδύσει και να αποσπάσει πολύτιμες θέσεις σε όλες τις ευρωπαϊκές καγκελαρίες, να πάρει την εξουσία σε μια σειρά χώρες στη Λατινική Αμερική, να αποκτήσει ασύλληπτες θέσεις σε πηγές πρώτων υλών στην Αφρική και στην Ασία και κυρίως να συγκροτήσει ένα στρατηγικό άξονα με την επίσης «κομμουνιστική» «αντιιμπεριαλιστική» Κίνα χωρίς οι δυτικοί ιμπεριαλιστές να ανησυχήσουν. Χάρη στη «δεξιά αντικομμουνιστική» πολιτική των Γκορμπατσόφ-Γέλτσιν, που έδεσαν την υπνωτισμένη Δυτική Ευρώπη με τις χρυσές αλυσίδες του αμόλυντου φυσικού αέριου, μπορεί τώρα ο «αντιιμπεριαλιστής» Πούτιν, επικεφαλής της «πατριωτικής» αλλά και παγκόσμιας «αντικαπιταλιστικής» συμμαχίας των «κόκκινων» με τους φαιούς, να κλείσει μια βάνα για να γονατίσει, να διασπάσει και να εξαρτήσει το θήραμά της Ρωσίας σε μια έκταση που ο Μπρέζνιεφ ούτε θα μπορούσε να διανοηθεί. Δίχως όμως τους Γκορμπατσόφ και Γέλτσιν δεν θα υπήρχε ποτέ Πούτιν. Και αυτό δεν το λέμε με την έννοια της ιστορικής αναγκαιότητας αλλά με την έννοια του ενιαίου στρατηγικού σχεδίου. Επειδή το σχέδιο ήταν ενιαίο ήταν και οι αλλαγές στην κορυφή ομαλές και συναινετικές ενώ μερικές φορές αποκτούσαν οξύτητα στη βάση. Ο καθένας από αυτούς τους ηγέτες είχε ένα ρόλο να παίξει στο ξεδίπλωμα ενός ενιαίου σχεδίου που οι γενικές του γραμμές έχουν καταστρωθεί από τα μέσα της δεκαετίας του 80 από το βαθύ πολιτικό επιτελείο του σοσιαλιμπεριαλισμού που βρίσκεται από την εποχή της πάλης για την καπιταλιστική παλινόρθωση στην ΕΣΣΔ μέσα στη ρώσικη αστυνομία, στην ΚαΓκεΜπε. Αυτό είναι φυσικό. Ο πυρήνας κάθε εξουσίας ναζιστικού τύπου είναι υποχρεωτικά αστυνομικός γιατί μόνο η αστυνομία μπορεί να είναι παντού και να ασκεί βία σε όλες τις τάξεις, πολιτικές ομάδες και θεσμούς έξω από κάθε άλλη πολιτική υποχρέωση πέρα από εκείνη στον εντολέα της. Το επιτελείο της ρώσικης αστυνομίας έχει εξελιχθεί πλέον σε ηγετικό επιτελείο όλης της σοσιαλιμπεριαλσιτικής αστικής τάξης και έχει μάλιστα μετατραπεί σε οικονομικά κυρίαρχο τμήμα της τάξης παίρνοντας τη διεύθυνση ή ακόμα και την ιδιοκτησία των πιο στρατηγικών μέσων παραγωγής. Το σημερινό ρώσικο κράτος είναι το κατεξοχήν αστυνομικό κράτος στην ιστορία. Στο τέλος αυτής της διαδρομής είναι φυσικό στην κρατική ηγεσία να βρίσκεται ένας αρχηγός αυτής της αστυνομίας, ο Βλαντιμίρ Πούτιν επικεφαλής της ομάδας των «σιλόβικι» όπως ονομάζουν στη Ρωσία τα μεγάλα στελέχη της ΚαΓκεΜπε (σήμερα FSB). Και ένας τέτοιος δικτάτορας, με τόσο στενή κοινωνική βάση και τόση ταξική εμπειρία δεν μπορεί παρά να εμφανίζεται σαν εκπρόσωπος όλου του λαού και μάλιστα του πιο καταπιεσμένου κομματιού του, δηλαδή σαν αντικαπιταλιστής και εθνικιστής ταυτόχρονα, χωρίς βέβαια να δηλώνει εθνικοσοσιαλιστής.
Με έναν τέτοιο «αριστερό δικτάτορα» σαν τον Πούτιν η φαιοκόκκινη Ρωσία δεν μπορεί παρά να σηκώνει ακόμα πιο ψηλά το σκιάχτρο του «κομμουνιστή δικτάτορα» Στάλιν για να εμπνέει σε μια αντιδυτική κατεύθυνση έναν λαό που είχε αγαπήσει τον επαναστάτη Στάλιν και για να τρομάζει μια ανθρωπότητα που τον έχει μισήσει εξαιτίας της προπαγάνδας του νικηφόρου ενιαίου ιμπεριαλιστικού αντεργατικού μετώπου που πήρε την πολιτική εξουσία από τα χέρια της προλεταριακής ΕΣΣΔ πριν περίπου μισό αιώνα.

Ο ιστορικός αντικομμουνισμός θα λειτουργήσει υπέρ του σοσιαλφασισμού ιδιαίτερα στην Κίνα

Ο ιστορικός αντικομμουνισμός νομίζουμε ότι θα γίνει στην Κίνα πιο αντιπαθής από οπουδήποτε αλλού για δύο λόγους: 
Πρώτο, γιατί η κομμουνιστική επαναστατική εξουσία στην Κίνα διόρθωσε τα πιο βασικά από τα λάθη που έκανε το ρώσικο προλεταριάτο και τα οποία σε μεγάλο βαθμό ήταν αποτελέσματα της αναπόφευκτης ιστορικής απειρίας του. Η κινέζικη επανάσταση με ηγέτη της το μεγάλο μαρξιστή διαλεκτικό Μάο Τσε Τουνγκ θεωρητικοποίησε την αρνητική πείρα του ρώσικου προλεταριάτου και έδωσε μια συνειδητή παρατεταμένη πολιτική και ιδεολογική πάλη ενάντια στο σοσιαλφασισμό μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα και ενάντια στην παλινόρθωση του καπιταλισμού από την αστική τάξη νέου τύπου. Αυτήν την πάλη αντίθετα με το σοβιετικό κόμμα, το κινέζικο δεν την έδωσε μόνο του και στο εσωτερικό του από μια μαρξιστική επαναστατική ηγεσία, αλλά αυτήν κάλεσε να τη διεξάγει όλο το προλεταριάτο και η φτωχή αγροτιά στα πλαίσια της πολιτιστικής επανάστασης ενάντια στο πολιτικό επιτελείο της αστικής τάξης μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα. Αυτή η πάλη δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει την παλινόρθωση του καπιταλισμού και στην Κίνα, αλλά αυτό οφείλεται σε δύο ειδικούς όρους της κινέζικης επανάστασης. Ο ένας είναι υλικός και αντικειμενικός. Η Κίνα του 1950 ήταν μια πιο καθυστερημένη χώρα από ότι η Ρωσία του 1917 και η δικτατορία του προλεταριάτου έμενε εκεί πιο πολύ εκτεθειμένη μόνη της απέναντι σε έναν πολύ πιο ανεπτυγμένο ιμπεριαλιστικό κόσμο και της ήταν πιο δύσκολο από ότι στην ΕΣΣΔ να στηριχθεί στις εσωτερικές δυνάμεις της χώρας. 
Ο δεύτερος ήταν υποκειμενικός. Η κινέζικη επανάσταση ήρθε στην εξουσία την ώρα που χανόταν η σοβιετική εξουσία και μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα της Κίνας ήταν ήδη πανίσχυρη η σοσιαλφασιστική γραμμή σε αντανάκλαση της κυρίαρχης αυτής γραμμής μέσα στο ΚΚΣΕ. Η σοσιαλφασιστική γραμμή μέσα στο ΚΚ Κίνας εμφανιζόταν όπως και η ρώσικη ομόλογή της - και μάλιστα κάτω από την καθοδήγηση της δεύτερης - σαν «αριστερή σταλινική» και κατηγορούσε τη γραμμή Μάο κυρίως σα δεξιά φιλελεύθερη, αντικομματική, αντισυγκεντρωτική, μικροαστική αναρχική κλπ. Αυτά χώρια από τον ανοιχτό οικονομικό και πολιτικό πόλεμο που κήρυξε η σουσλοφική συμμορία ενάντια στο κινέζικο κόμμα και το κράτος. Αυτή η διπλή εσωτερική και εξωτερική πίεση του σοσιαλφασισμού έκανε αυτήν την προλεταριακή εξουσία ακόμα πιο ευάλωτη από τη σοβιετική και τελικά τη νίκησε. Εννοείται ότι όπως και στην περίπτωση της ΕΣΣΔ, η τακτική των σοσιαλφασιστών ήταν η εκμετάλλευση των αντιθέσεων ανάμεσα στα προλεταριακά ρεύματα ή και τις παρεκκλίσεις μέσα στο κόμμα. 
Η τελική επίθεση έγινε σε δυο φάσεις μετά το θάνατο του Μάο. Αρχικά συμμαχία με όλο το κόμμα ενάντια στην αριστερίστικη οπορτουνιστική γραμμή των τεσσάρων και μετά, στην Τρίτη ολομέλεια του 1978 του ΚΚ Κίνας, νικηφόρα επίθεση με τη δεξιά και την οππορτουνιστική δεξιά του κόμματος ενάντια στην γενικά προλεταριακή γραμμή Χούα Κούο Φενγκ, Βανγκ Τογκ Σινγκ, Γιονγκ τσε Κουέι. Ακολούθησε τεράστιας κλίμακας εκκαθάριση και σφαγή των πιο συνεπών επαναστατών του κόμματος, υπερασπιστών της πολιτιστικής επανάστασης, που όμοιά της ποτέ δεν έγινε στη Ρωσία. Αμέσως μετά ήρθε η σταθεροποίηση της νέας σοσιαλφασιστικής εξουσίας σε συμμαχία με τους δυτικούς ιμπεριαλιστές που βρέθηκαν πάλι να χειροκροτάνε δαιμονισμένα το τέρας που βοήθησαν να γεννηθεί και που σήμερα στρέφεται εναντίον τους για να τους καταπιεί.
Η μεγάλη κατάχτηση της μαοϊκής στρατηγικής σε αντίθεση με τη στρατηγική της σταλινικής εποχής είναι ότι μέσα από την παρατεταμένη πολιτικο-ιδεολογική πάλη ενάντια στο σοσιαλφασισμό οι κινέζικες μάζες δεν βρέθηκαν απροετοίμαστες μπροστά στην παλινόρθωση του καπιταλισμού όπως βρέθηκαν οι ρώσικες στην ΕΣΣΔ. Έτσι μπόρεσαν να συλλάβουν σε μεγάλο βαθμό τη διαφορά ανάμεσα στις δύο εποχές καθώς και την ταξική τους φύση. Αυτή η διαφορά εκδηλώνεται πιο καθαρά στη μεγάλη δημοκρατική εξέγερση της Τιεν Αν Μεν το 1989, ένα παγκόσμιο γεγονός, που χώρισε με ακόμα μεγαλύτερη σαφήνεια από ότι η Τρίτη ολομέλεια του 1978 την λαϊκή από τη σοσιαλφασιστική εποχή της Κίνας.
Η διάκριση των δύο εποχών ως προς τον ταξικό τους χαρακτήρα είναι πιο σαφής στον κινέζικο λαό και μάλιστα στον κάθε άνθρωπο στον κόσμο και από μια άλλη μεριά. Οι κινέζοι σοσιαλφασίστες δεν πέρασαν από μια παρατεταμένη αλλά από μια σύντομη χρουστσοφική-μπρεζνιεφική εποχή κρατικού καπιταλισμού που να τον εμφανίσουν σαν σοσιαλισμό και έτσι να μπερδέψουν τις δύο εποχές. Αυτό επειδή δεν υπήρχε μια άλλη σοσιαλιστική χώρα και ένα παγκόσμιο ισχυρό κομμουνιστικό κίνημα στο οποίο να έπρεπε να απολογηθούν. Η Κίνα ήταν το τελευταίο κάστρο των προλεταριακών επαναστάσεων του 20ου αιώνα. Έτσι πέρασαν γρήγορα στον πιο άγριο ιδιωτικό καπιταλισμό κάτω από την ηγεμονία ενός κομμουνιστικού κόμματος που τα ηγετικά στελέχη του είναι και κρατικοί καπιταλιστές και συμμέτοχοι - ραντιέρηδες στο ιμπεριαλιστικό ιδιωτικό κεφάλαιο. Έχοντας αυτή τη χτυπητή διαφορά ζωντανή μπροστά τους οι καταπιεσμένες από την πολιτική και ταυτόχρονα οικονομική δικτατορία πλειοψηφικές μάζες της φτωχής αγροτιάς και του μεταναστευτικού προλεταριάτου μπορούν από τώρα να ξέρουν ότι η χειρότερη εποχή από τις δύο είναι η σημερινή. 
Με το να συγκεντρώνει λοιπόν σήμερα τα κύρια ιστορικά πυρά της στην μαοϊκή κομμουνιστική εποχή και να μιλάει για 65 εκατομμύρια νεκρούς κατηγορώντας με τερατωδίες την κολλεκτιβοποίηση του 1958, η δυτική φιλελεύθερη αστική τάξη έρχεται σε σύγκρουση άμεσα με τη συνείδηση της πλειοψηφίας του κινέζικου λαού. Έτσι και ή ίδια γίνεται αφερέγγυα και ακόμα χειρότερα επιτρέπει στους κινέζους σοσιαλφασίστες να δημαγωγούν, και στο όνομα της φρέσκιας στις μνήμες κομμουνιστικής Κίνας να υπερασπίζονται και τη δική τους ψευτοκομμουνιστική. Από αυτήν την τελευταία άποψη οι κινέζοι σοσιαλφασίστες δεν στερούνται κάθε επιχειρήματος. Μπορούν να ισχυρίζονται ότι για τη σημερινή άσχημη κατάσταση και τις ανισότητες δεν φταίει το κινέζικο κομμουνιστικό κόμμα αλλά οι δυτικοί ιμπεριαλιστές που εκμεταλλεύονται τους κινέζους εργάτες για ένα κομμάτι ψωμί. Και αυτό ακριβώς ισχυρίζονται. Και αυτή δεν είναι μια κούφια φράση. Η πολιτική τους είναι βαθύτερη. Ενώ αφήνουν τη δυτική μονοπωλιακή αστική τάξη να εκμεταλλεύεται το κινέζικο προλεταριάτο για ένα κομμάτι ψωμί, οι ίδιοι φροντίζουν να διατηρούν μια ταξική συμμαχία με το προλεταριάτο των κρατικών επιχειρήσεων στις οποίες δεν αφήνουν το συνολικό μισθό να πέσει στο άθλιο επίπεδο των μισθών του ιδιωτικού τομέα διατηρώντας γι αυτό το ιστορικό και πολιτικά ακόμα ισχυρό προλεταριάτο ένα μέρος των παλιών του οικονομικών κατακτήσεων. Έτσι χάρη στον κρατικοκαπιταλιστικό τομέα της οικονομίας μπορούν να εμφανίζουν και αυτοί τον φασιστικό κρατικό τους καπιταλισμό σαν κομμουνισμό και να κατευθύνουν το βασικό μίσος του λαού ενάντια στη Δύση. Κρύβουν δηλαδή από τον κινέζικο λαό ότι από το χαμηλό μεροκάματό του ναι μεν ευχαρίστως επωφελούνται οι δυτικοί μονοπωλιστές ληστές, αλλά ότι οι εμπνευστές και οι εγγυητές αυτού του μεροκάματου και των άθλιων συνθηκών δουλειάς που του αντιστοιχούν είναι αυτοί οι ίδιοι- οι ανατολικοί μονοπωλιστές -που επιβάλλουν το χαμηλό μεροκάματο απαγορεύοντας στους εργάτες το δικαίωμα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και απεργίας. Και το επιβάλλουν για να κάνουν τη χώρα τους κέντρο της παγκόσμιας καπιταλιστικής συσσώρευσης και αυτή τη συσσώρευση να τη μετατρέψουν τελικά σε όπλα. Ταυτόχρονα με τη μεταφορά ένος πελώριου μέρους του δυτικού παραγωγικού κεφάλαιου στην Κίνα κρατάνε σε βιομηχανική ομηρία όλες τις πλούσιες χώρες με τον ίδιο τρόπο που η Ρωσία τις κρατάει σε ενεργειακή. Είναι φυσικό: ο σοσιαλιμπεριαλισμός εκβιάζει με τις φυσικές πρώτες ύλες του, ο κινέζικος μετατρέποντας τον πελώριο κινέζικο πληθυσμό σε φτηνή ζωντανή πρώτη ύλη. Καλλιεργώντας λοιπόν ανέξοδα το αντιδυτικό μίσος στο λαό τους τον προετοιμάζουν, όσο μπορούν για έναν επιθετικό παγκόσμιο πόλεμο, τον ίδιο με εκείνο που ετοιμάζουν οι ρώσοι δάσκαλοί τους. Μόνο που για αυτούς οι προς κατοχή χώρες δεν είναι οι ευρωπαϊκές όπως για τη Ρωσία αλλά οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες του δυτικού ειρηνικού και πρώτα απ’ όλες η Ιαπωνία. 
Νομίζουμε ότι καταλαβαίνει από τα παραπάνω ο αναγνώστης ότι αν αυτές οι δυτικές αστοδημοκρατικές χώρες, μελλοντικά θύματα του σοσιαλφασισμού, αναλάβουν να εκστρατεύσουν ενάντια στο σοσιαλφασισμό με γενικό όπλο τον ιστορικό αντικομμουνισμό θα καταλήξουν στις πιο κρίσιμες περιοχές της γης να τον ενισχύσουν. Η καταγγελία των κομμουνιστικών καθεστώτων μπορεί να είναι θετική σε ότι αφορά τις πολιτικές της συνέπειες μόνο για μερικές χώρες και περιοχές του κόσμου, εκείνες που σαν κομμουνισμό έχουν γνωρίσει βασικά τη σοσιαλφασιστική δικτατορία και την κατοχή τους από μια ξένη χώρα. Αυτή η περιοχή είναι η κεντροανατολική Ευρώπη πλην της Ρωσίας. Είμαστε της άποψης ότι και στις χώρες που δεν είχαν ποτέ την πείρα του σοσιαλφασισμού στην εξουσία, και είναι οι περισσότερες, μια ιστορική αντικομμουνιστική επίθεση ενάντια στο σοσιαλφασισμό επίσης θα τον ενισχύσει. 
Έτσι, ο βασικός λόγος για τον οποίο κάνει φασαρία το ψευτοΚΚΕ στην Ελλάδα δεν είναι τόσο για να αποτρέψει την απόφαση στο Συμβούλιο της Ευρώπης όσο για να συσπειρώσει τις ριζοσπαστικές μάζες ενάντια στη Δύση και το ίδιο να εμφανιστεί σαν ο μοναδικός γνήσιος εκπρόσωπος της επανάστασης.

Η στάση της ΟΑΚΚΕ συμπυκνωμένα

Από όλα τα παραπάνω μπορούμε τώρα να συμπυκνώσουμε και να ξεκαθαρίσουμε τη στάση της ΟΑΚΚΕ, όποτε μπει ζήτημα «μνημονίου» σε μαζικούς χώρους από το σοσιαλφασισμό ή από οποιαδήποτε άλλη πλευρά. Η ΟΑΚΚΕ σε κάθε τέτοια περίπτωση δεν θα ψηφίζει τα κείμενα και τα ψηφίσματα που θα κατεβάζει ο σοσιαλφασισμός αλλά θα προτείνει δικά της που θα διαχωρίζουν τον κομμουνισμό από το σοσιαλφασισμό, θα υποστηρίζουν τον πρώτο και θα καταγγέλλουν τον δεύτερο. Επίσης θα ξεκαθαρίζουν ότι το κείμενο του Συμβούλιου της Ευρώπης βρίσκεται πιο αριστερά και είναι πιο δημοκρατικό από τα σοσιαλφασιστικά ψευτοκομμουνιστικά καθεστώτα και κόμματα που το κατηγορούν σα φασιστικό. Τέλος οι εκπρόσωποι της ΟΑΚΚΕ θα ξεκαθαρίζουν ότι παρόλη αυτή την θετική της πλευρά δεν υποστηρίζουν την απόφαση του Συμβούλιου της Ευρώπης και ακόμα περισσότερο δεν υποστηρίζουν το μνημόνιο επειδή αυτά τα κείμενα είτε υπονοούν είτε λένε ανοιχτά ότι η αληθινά κομμουνιστική επανάσταση είναι εγκληματική. Το επαναστατικό προλεταριάτο δεν μπορεί να υποστηρίξει ένα κείμενο που καταγγέλλει και συκοφαντεί τις αρχές του για οποιαδήποτε τακτική σκοπιμότητα. Αν η ευρωπαϊκή αστική τάξη προβάλει κείμενα και αποφάσεις και πάρει μέτρα ενάντια στα οποιαδήποτε σοσιαλφασιστικά καθεστώτα, χωρίς να καταφεύγει στον ιστορικό αντικομμουνισμό αλλά στα γεγονότα και στις γενικές, αποδεκτές από τους λαούς δημοκρατικές αρχές σχετικά με την εσωτερική διακυβέρνηση μιας χώρας και τις διεθνείς δημοκρατικές και πολιτισμένες σχέσεις της με τις άλλες, η ΟΑΚΚΕ, όπως και κάθε έντιμος δημοκρατικός άνθρωπος θα τα υποστηρίξει. 
Το κοινό αντισοσιαλφασιστικό μέτωπο περιλαμβάνει πολλές τάξεις. Το επαναστατικό προλεταριάτο δεν πρόκειται ποτέ να μπει κάτω από ξένη σημαία ούτε και να ταυτιστεί και να πνιγεί μέσα σε τάξεις, πολιτικά ρεύματα και ανθρώπους που δεν το σέβονται.