Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση φέρνει ξανά στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της κοινωνικής επανάστασης

Η παγκόσμια οικονομική κρίση που πριν λίγους μήνες εμφανιζόταν μόνο σαν απειλή είναι τώρα πια γεγονός. Εδώ και ένα μήνα η ανθρωπότητα έχει περάσει από ένα παγκόσμιο χρηματιστηριακό κραχ στην αρχή μιας κρίσης της καθ αυτό παραγωγικής οικονομίας

που σημαίνει μείωση της παραγωγής σε βασικούς κλάδους της οικονομίας, κλείσιμο ή υπολειτουργία μεσαίων παραγωγικών μονάδων και μαζικές απολύσεις χιλιάδων εργαζομένων. Δεν μπορούμε ακόμα να ξέρουμε αν τούτη εδώ η κρίση εξελιχθεί σε μια καταστροφική τύπου 1932-33, που θα δώσει ύψη ανεργίας της τάξης του 30% ή θα είναι μια κρίση με τη μορφή της μεγάλης ύφεσης του είδους της πετρελαϊκής της δεκαετίας του 70. Τα μέχρι τώρα στοιχεία πάντως δείχνουν ότι το εύρος και το βάθος αυτής της κρίσης θα είναι τέτοιο ώστε τίποτα από δω και μπρος και στην ζωή και στις συνειδήσεις δεν θα είναι το ίδιο με πριν.

 

Ήδη μέσα σε λίγες βδομάδες δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο που ποτέ τους δεν συμμετείχαν σε καμιά συζήτηση γύρω από τα μεγάλα οικονομικά και πολιτικά ζητήματα, άρχισαν να αναζητούν τις αιτίες της ξαφνικής χειροτέρευσης της οικονομικής κατάστασης στη δικιά τους χώρα και ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες της γης. Μέσα σε λίγες βδομάδες ζητήματα που βρίσκονταν εντελώς έξω από τη σφαίρα της ατομικής ζωής τους μπήκαν με ορμή μέσα σε αυτή και σχεδόν την κατέλαβαν. Ο κόσμος έγινε ξαφνικά πιο μικρός από κάθε άλλη φορά καθώς η βαθιά και άμεση αλληλεξάρτηση όλων των χωρών και των λαών, που ως τότε φαινόταν στον καθένα σαν μια μακρινή υπόθεση, έγινε ξαφνικά για τον καθένα μια άμεση εμπειρία έστω και αρνητική. Τέτοιου είδους αφυπνίσεις της συνείδησης γίνονται επίσης και με τους πολέμους. Αυτό είναι φυσικό γιατί πόλεμοι και οικονομικές κρίσεις δεν είναι παρά στιγμές αδιεξόδου- συνήθως αλληλοενισχυόμενες στιγμές- ενός συστήματος παγκόσμιας επικοινωνίας και παραγωγικής συνεργασίας των ανθρώπων που οι ίδιοι δεν μπορούν να ελέγξουν και γι αυτό ζητάει την κατάργησή του και την αντικατάσταση του από ένα άλλο, ανώτερο από το προηγούμενο.

Έχει αποδειχθεί ότι είναι οι πιο εκμεταλλευόμενοι και πιο καταπιεσμένοι άνθρωποι του παλιού συστήματος που αναλαμβάνουν ιστορικά το βάρος να το αλλάξουν. Και αναλαμβάνουν να το κάνουν αυτό μόνο όταν δεν μπορούν πια να ζουν μέσα σε αυτό όπως πριν, δηλαδή όταν δεν μπορούν πια να ζουν μια στερημένη και άδικη ζωή. Αλλά είναι μέσα στην οικονομική κρίση και μέσα στον πόλεμο που η ζωή τους έχει γίνει τόσο στερημένη και τόσο άδικη, δηλαδή τόσο ανυπόφορη, ώστε να μην έχουν τίποτα να χάσουν από τις οδύνες μιας βίαιης επανάστασης που είναι ο μόνος τρόπος για να ανατρέψουν το σάπιο και παράλογο κοινωνικό σύστημα που τους έφερε σε αυτήν την κατάσταση. Πραγματικά υπάρχει τίποτα πιο σάπιο και τίποτα πιο παράλογο από το γεγονός που φανερώνεται σε όλες τις κρίσεις να συσσωρεύονται απούλητα και να αχρηστεύονται αμέτρητα καταναλωτικά αγαθά την ώρα που τόσοι άνθρωποι βυθίζονται στην ανέχεια επειδή δεν έχουν δικαίωμα να τα καταναλώσουν ή να βρίσκονται συσσωρευμένα τόσα αδρανή μέσα παραγωγής απέναντι σε εκατομμύρια ανέργους που δεν έχουν το δικαίωμα να τα δουλέψουν;

Υπάρχει μεγαλύτερη ευκαιρία για να εξεγερθούν οι συνειδήσεις των προλετάριων από αυτήν την γεμάτη αφθονία στέρηση της ζωής τους;

Σίγουρα αυτή είναι μια ευκαιρία. Αλλά η εξέγερση δεν είναι μια αυτόματη διαδικασία. Δεν φτάνει οι καταπιεσμένες μάζες να θέλουν να ζήσουν αλλιώς. Πρέπει να μάθουν μέσα από την ίδια την πείρα τους και μέσα από την επιστημονικά επεξεργασμένη ιστορική πείρα όλων των ως τώρα καταπιεσμένων τάξεων πως θα ανατρέψουν τις εκμεταλλευτικές τάξεις και πως θα διοικήσουν οι ίδιες. 
Αυτό σημαίνει ότι όσο θα μπαίνει ξανά με μια νέα φρεσκάδα και ορμή το ζήτημα της επαναστατικής αλλαγής του κόσμου τόσο περισσότερο θα πρέπει εμείς να βαθύνουμε στη μελέτη και στη χρησιμοποίηση του ισχυρότερου εργαλείου ανάλυσης των κοινωνικών φαινομένων και οδηγού της επαναστατικής πράξης που μας έχει δώσει ως τώρα η επιστήμη που είναι ο μαρξισμός-λενινισμός-μαοϊσμός.

Με αυτό το εργαλείο πρέπει να επιχειρήσουμε να αναλύσουμε και να κατανοήσουμε και τούτη εδώ την κρίση και το κυριότερο να βγάλουμε μέσα από αυτήν την ανάλυση μια γραμμή πάλης και για την αντιμετώπισή της και για την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος.

Οι σοσιαλφασιστικές ερμηνείες της κρίσης και ο μαρξισμός

Αυτό δεν είναι ένα εύκολο καθήκον γιατί η μαρξιστική σκέψη -και η πολιτική και η οικονομική- έχει κατάφορα και για χρόνια διαστρεβλωθεί από τον χειρότερο εσωτερικό και ταυτόχρονα εξωτερικό εχθρό της παγκόσμιας εργατικής τάξης, το σοσιαλφασιστικό αναθεωρητισμό. Αν αυτή τη στιγμή αναζητήσει κανείς μαρξιστικές ερμηνείες για την τρέχουσα οικονομική κρίση θα συναντήσει στον πυρήνα τους παντού την ίδια και απαράλλακτη οικονομίστικη, θεωρητικά λαθεμένη και πολιτικά κούφια ανάλυση που ξετυλίγεται σε δύο επίπεδα: Σε πρώτο επίπεδο αυτές οι θεωρίες αποδίδουν αυτήν την κρίση στα χρηματιστηριακά κερδοσκοπικά παιχνίδια της Γουόλ Στριτ και γενικά του παγκόσμιου οικονομικού φιλελευθερισμού. Σε δεύτερο και πιο «ορθόδοξο μαρξιστικό» επίπεδο την αποδίδουν στην υπερπαραγωγή καταναλωτικών μέσων που δεν μπορούν να τα αγοράσουν οι άμεσοι παραγωγοί τους, δηλαδή οι εργάτες επειδή το κεφάλαιο συμπιέζει τους μισθούς τους.

Στο πρώτο επίπεδο της ερμηνείας της κρίσης επικεντρώνονται κυρίως τα σοσιαλφασιστικά κόμματα που κάνουν εισοδισμό μέσα στην διεθνή σοσιαλ-δημοκρατία όπως είναι ο ΣΥΝ και η φιλοΣΥΝ πλευρά του ΠΑΣΟΚ. Αυτά τα κόμματα ισχυρίζονται ότι μιας και η κρίση οφείλεται κύρια στα χρηματιστηριακά παιχνίδια των νεοφιλελεύθερων κερδοσκόπων που είναι εχθροί κάθε κρατικής ρύθμισης και κάθε κρατικού ελέγχου, η απάντηση πρέπει να είναι πάνω απ όλα η κρατικοποίηση της οικονομίας, ιδιαίτερα των τραπεζών. Αυτή την κρατικοποίηση την θέλει ο σοσιαλφασισμός τύπου ΣΥΝ-ΠΑΣΟΚ για να αναλάβει μέσο της κρατικής εξουσίας την διαχείριση και όπου μπορεί την ιδιοκτησία των μεγάλων μέσων παραγωγής. Αυτή την κρατική καπιταλιστική διαχείριση του συνολικού κεφάλαιου οι σοσιαλφασίστες εισοδιστές την εννοούν σαν συνδιαχείρηση, δηλαδή σαν συνεργασία με τα υπόλοιπα τμήματα της αστικής τάξης που κατέχουν το κράτος.

Στο δεύτερο επίπεδο ερμηνείας επικεντρώνονται κυρίως τα σοσιαλφασιστικά κόμματα που επιδιώκουν πραξικοπηματικές εφόδους για την άλωση της κρατικής μηχανής και την ηγεμονική τους κυριαρχία πάνω σε αυτήν. Τέτοια κόμματα είναι το ψευτοΚΚΕ και η μικροαστική «μ-λ» τροτσκιστική ουρά του. Αυτά είναι κόμματα του ριζοσπαστικού δήθεν αντικαπιταλισμού και εκφράζουν από τη μια τους νεοχιτλερικούς εισβολείς και άρπαγες του ανατολικού στρατοκρατικού μονοπώλιου (σαν ηγεσία του ψευτοΚΚΕ) και από την άλλη τα διψασμένα για εξουσία μικροαστικά στρώματα της κρατικής υπαλληλικής μικροδιανόησης (ΝΑΡ και άλλοι «μ-λ» τροτσκιστές). Αυτά τα ρεύματα δεν επικεντρώνονται κυρίως στη συνδιαχείρηση με την υπόλοιπη αστική τάξη οπότε και στην κρατικοποίηση ή κρατική ρύθμιση του εκτός κράτους κεφάλαιου, αλλά στην «επανάσταση», που γι αυτούς σημαίνει η άλωση με πραξικόπημα της κρατικής μηχανής από τους ίδιους και μέσα από αυτήν την άλωση ιδιοποίηση όλου του μεγάλου κεφάλαιου για τους ίδιους ή για το ανατολικό αφεντικό τους. Για να πετύχουν αυτό το πολιτικό πραξικόπημα οι «αριστεροί» σοσιαλφασίστες ξεσηκώνουν τις εκμεταλλευόμενες μάζες ενάντια στις ως χθες κυρίαρχες αστικές φράξιες με ένα και μόνο αίτημα: απαλλοτρίωση όλων των κερδών της πλουτοκρατίας από την φτωχολογιά για να μπορέσει να ζήσει καταναλώνοντάς τα. Πρόκειται για την πιο ριζοσπαστική έκδοση του αιτήματος της αναδιανομής του πλούτου που το προβάλουν και οι σοσιαλφασίστες σοσιαλδημοκρατικού τύπου και το οποίο στις εποχές της κρίσης εκτός από κεντρικό αίτημα γίνεται και η εξήγηση της κρίσης και ο μόνος δρόμος για την αποφυγή της. Να γιατί για τους σοσιαλφασίστες η ουσιαστική αιτία της κρίσης βρίσκεται στο ότι οι εργάτες δεν μπορούν λόγω των όλο και πιο χαμηλών μισθών τους να καταναλώσουν αυτά που οι ίδιοι παράγουν. Αυτή είναι η θεωρία που εξηγεί τις κρίσεις με την υποκατανάλωση των μισθωτών, αν και οι ίδιοι οι «αριστεροί» σοσιαλφασίστες αρνούνται ότι είναι οπαδοί αυτής της θεωρίας επειδή ο ίδιος ο Μαρξ την έχει κριτικάρει στο «Κεφάλαιο» αλλά και ο Λένιν με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στην κριτική του στους μικροαστούς ρομαντικούς. Παρ όλες όμως αυτές τις θεωρητικές προφυλάξεις όλη η πολιτική πρακτική και όλη η προορισμένη για τις μάζες προπαγάνδα των σοσιαλφασιστών στηρίζεται στη θεωρία της υποκατανάλωσης. Αυτή είναι η αγαπημένη θεωρία όλων των μικροαστών αντικαπιταλιστών.

Η μαρξιστική θέση για τη βασική αιτία των κρίσεων

Οι θεωρητικοί του μαρξισμού αντίθετα εκείνο που θεωρούν θεμελιακό σε κάθε κρίση βρίσκεται κυρίως στο επίπεδο της παραγωγής της ίδιας και των παραγωγικών σχέσεων και όχι στην κυκλοφορία του κεφάλαιου (πίστη, εμπόριο κλπ), ούτε στη διανομή της υπεραξίας ανάμεσα στις διαφορετικές τάξεις της κοινωνίας. Για τους μαρξιστές οι κρίσεις είναι η πιο ακραία εκδήλωση της βασικής αντίφασης του καπιταλισμού που είναι: ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής και ο ατομικός χαρακτήρας της ιδιοποίησης των μέσων παραγωγής. Αυτή η αντίφαση διατυπώνεται αλλιώς και σαν αναρχία της παραγωγής και εκδηλώνεται σαν υπερπαραγωγή εμπορευμάτων και σαν υπερσυσσώρευση του κεφάλαιου. Στα λόγια οι σοσιαλφασίστες που παριστάνουν τους «ορθόδοξους» μαρξιστές επαναλαμβάνουν και αυτή τη βασική θέση, αλλά σε όλη την συγκεκριμμένη οικονομική τους ανάλυση και τις πολιτικές προτάσεις τους την αναιρούν.

Ο ίδιος Μαρξ τοποθετιέται με σαφήνεια κατ αρχήν στο ότι η πιστωτική κρίση, δηλαδή η κρίση στα χρηματιστήρια με την καταβύθιση των μετοχών, η κρίση στο τραπεζικό σύστημα με το πάγωμα των δανείων και την αύξηση των επιτοκίων, και η κρίση στο εμπόριο με το ότι τα εμπορεύματα μένουν απούλητα είναι απλές εκδηλώσεις, δηλαδή φαινόμενα της βαθύτερης κρίσης που έχει ήδη ξεκινήσει στο επίπεδο της παραγωγής, σαν κρίση υπερπαραγωγής. Αυτή η υπερπαραγωγή δεν οφείλεται κύρια στο ότι οι μισθοί έχουν γίνει τόσο χαμηλοί ώστε οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να αγοράσουν σαν καταναλωτές το προίόν της δουλειάς τους. Ο Μαρξ ειρωνεύεται αυτούς που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο αντιπαρατάσσοντάς τους το γεγονός ότι η κρίση ξεσπάει κατά κανόνα μέσα στη μεγαλύτερη οικονομική άνθηση, δηλαδή τη στιγμή όπου οι μισθοί και γενικότερα η κατανάλωση των μισθωτών έχουν φτάσει στο μεγαλύτερο ύψος τους.

Η θεωρία ότι η κρίση είναι αποτέλεσμα της υποκατανάλωσης των εργατών δεν παίρνει υπ όψιν της το γεγονός ότι στον καπιταλισμό δεν παράγονται εμπορεύματα μόνο- και μάλιστα κύρια- για την κατανάλωση των εργατών, δηλαδή δεν παράγονται προϊόντα μόνο για να αντικαθιστούν με αυτά οι μισθωτοί την φθαρμένη εργατική τους δύναμη και να την αναπαράγουν σαν ανατροφείς των παιδιών τους. Κυρίως παράγονται προϊόντα για να αντικαθιστούν και μάλιστα σε διευρυμένη κλίμακα τα μέσα παραγωγής, όπως είναι οι μηχανές και οι πρώτες ύλες. Μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος της ζωντανής εργασίας πηγαίνει για να αναπαράγονται τα μέσα παραγωγής του τομέα που κατασκευάζει μηχανές (Τομέας 1 της παραγωγής) γιατί αυτός ο τομέας προχωράει με πολύ μεγαλύτερα βήματα συσσώρευσης από τον τομέα της βιομηχανίας που παράγει καταναλωτικά προϊόντα της ατομικής κατανάλωσης (Τομέας 2 της παραγωγής). Αλλά και στο επίπεδο του τομέα 2 αυτός δεν παράγει προϊόντα μόνο για την ατομική κατανάλωση των εργατών αλλά και προϊόντα για την κατανάλωση των καπιταλιστών, δηλαδή προϊόντα πολυτελείας. Αν η καπιταλιστική παραγωγή και η διανομή του συνολικού παραγμένου προϊόντος θα μπορούσε ποτέ να κατανεμηθεί με κεντρικό σχεδιασμό σε διάφορους τομείς και κλάδους της παραγωγής και στις δύο αντίπαλες κοινωνικές τάξεις σε επίπεδο ατομικής κατανάλωσης θα μπορούσε θεωρητικά να μην υπάρξει ποτέ πλεονασματική παραγωγή, δηλαδή θα μπορούσε να μην παραχθούν προϊόντα που δεν θα μπορούσαν να αγοραστούν. Γιατί ακόμα και αν αδυνάτιζε από μια υπερεκμεταλλευτική πολιτική η ατομική κατανάλωση των εργατών θα μπορούσε να δυναμώσει η ατομική κατανάλωση των καπιταλιστών και η παραγωγική κατανάλωση μέσων παραγωγής στους τομείς 1 και 2.

Αλλά μια τέτοια οργανωμένη κατανομή των παραγωγικών μέσων και του συνολικού κοινωνικού προϊόντος είναι αδύνατη από την ίδια τη φύση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που είναι σύμφυτος με τον λυσσαλέο ανταγωνισμό των καπιταλιστών μέσα σε κάθε κλάδο της παραγωγής, τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους ξεχωριστούς κλάδους και ανάμεσα στα ξεχωριστά τράστ και καρτέλ και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις ξεχωριστές κεφαλαιοκρατικές χώρες, δηλαδή σύμφυτος με την αναρχία στην παραγωγή. Αυτός ο ανταγωνισμός είναι ανταγωνισμός για το μεγαλύτερο κέρδος και τη μεγαλύτερη συσσώρευση που είναι όρος της επιβίωσης του κάθε ξεχωριστού κεφαλαιούχου (η της ξεχωριστής ΑΕ), ο οποίος, αν δεν μπορέσει να εκτοπίσει τους ανταγωνιστές του, είναι προορισμένος να εκτοπιστεί από αυτούς και τελικά να σβήσει. Αυτός ο ανταγωνισμός είναι που ρίχνει ασταμάτητα τους μισθούς των μισθωτών σε κάθε ξεχωριστή επιχείρηση και που ρίχνει ακόμα και την ατομική κατανάλωση του κάθε ξεχωριστού καπιταλιστή υπέρ της συσσώρευσης του δικού του παραγωγικού κεφάλαιου. Τελικά είναι αυτός ο ανταγωνισμός που αυξάνει την παραγωγή προϊόντων πέρα από κάθε δυνατότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας να απορροφήσει αυτά τα προϊόντα, είτε αυτά παράγονται για την κατανάλωση στην παραγωγή, είτε για την ατομική κατανάλωση. Στο σημείο αυτό πρέπει να πάρουμε υπ όψιν μας ότι η κοινωνία αδυνατεί ακόμα περισσότερο να απορροφήσει τα ολοένα αυξανόμενα σε όγκο προϊόντα γιατί σε κάθε καπιταλιστική κοινωνία ο πληθυσμός των καταναλωτών δεν αποτελείται μόνο από καπιταλιστές και εργάτες αλλά και από άλλες τάξεις της φτωχολογιάς όπως είναι η φτωχή μικροαστική τάξη και το λούμπεν προλεταριάτο. Αυτό εννοούν οι μαρξιστές όταν λένε ότι κάθε κρίση είναι κρίση υπερπαραγωγής.

Αυτή είναι μια υπερπαραγωγή μόνο σε σχέση με το καπιταλιστικό σύστημα, είναι υπερπαραγωγή σε σχέση μόνο με την δυνατότητα να απορροφηθεί στη δοσμένη κοινωνία, είναι δηλαδή σχετική υπερπαραγωγή και όχι απόλυτη. Γιατί η ανθρώπινη κοινωνία σαν τέτοια δεν θα είχε λόγους να μην μπορεί να καταναλώσει τα προϊόντα που παράγει αφού οι ανάγκες των καταναλωτών και οι κοινωνικές ανάγκες για καταναλωτικά προϊόντα και συνεπώς για άφθονα παραγωγικά μέσα αυξάνονται ασταμάτητα μαζί με την αύξηση της παραγωγής και την εφεύρεση νέων προϊόντων. Απλά ο καπιταλισμός φέρνει ασταμάτητα σε αναντιστοιχία, σε δυσαναλογία την διανομή των παραγωγικών μέσων ανάμεσα σε διάφορους κλάδους παραγωγής καθώς και τον συνολικό όγκο της παραγωγής σε σχέση με την συγκεκριμένη καταναλωτική δυνατότητα όλης της κοινωνίας ακριβώς εξ αιτίας του αναρχικού του χαρακτήρα. Βέβαια είναι γεγονός ότι όσο πιο πολύ δυναμώνει η συσσώρευση του κεφάλαιου και όσο περισσότερο αυτό εκμεταλλεύεται τη ζωντανή εργασία που το κινεί καθώς και τους μικροπαραγωγούς έξω από αυτό, τόσο περισσότερο αδυνατίζει η πλατιά βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η κατανάλωση των προϊόντων που παράγει, οπότε τόσο πιο έντονη γίνεται η βαθύτερη σύγκρουση, εκείνη δηλαδή που προκαλεί τις κρίσεις και είναι εκείνη ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης.

Όταν μιλάμε για κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής δεν εννοούμε τόσο το γεγονός ότι αυτή η παραγωγή προορίζεται για κατανάλωση από την κοινωνία όσο ότι οι ίδιοι οι άμεσοι παραγωγοί, δηλαδή οι εργάτες, παράγουν συλλογικά, δηλαδή κοινωνικά και μάλιστα μέσα σε μια γενική παγκόσμια συνεργασία. Εννοούμε ότι σήμερα όχι μόνο χρειάζονται εκατοντάδες και χιλιάδες εργάτες να συνεργαστούν στο συγκεκριμένο εργοστάσιο για να παραχθεί το οποιοδήποτε προϊόν αλλά ότι κάθε μηχάνημα σε αυτό το εργοστάσιο και κάθε κομμάτι πρώτης ύλης αποτελείται από συσσωρευμένη κοινωνική εργασία που έχει παραχθεί από άλλους εργάτες σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Επίσης το τι και πόσο παράγεται σε κάθε καπιταλιστική μονάδα εξαρτάται από το τι και σε ποια αναλογία παράγονται τα προϊόντα που κάνουν δυνατή αυτήν την παραγωγή του. Αυτές τις συλλογικές δυνάμεις, αυτή τη διεθνή συνεργασία για να παραχθεί ένα οποιοδήποτε προϊόν σήμερα τις ιδιοποιείται το κεφάλαιο, όπως ιδιοποιείται και τη διαδικασία της πραγματοποίησης, δηλαδή της πώλησης οπότε και της κατανάλωσης (παραγωγικής ή ατομικής) του προϊόντος. Όμως το κεφάλαιο ιδιοποιείται αυτήν την παραγωγή καθώς και την διαδικασία της πραγματοποίησής της ατομικά, ξεχωριστά και μάλιστα σε ένα ατέλειωτο και μέχρις εσχάτων πόλεμο ανάμεσα στα ξεχωριστά κεφάλαια και όχι συλλογικά.
Είναι αυτή η αντίφαση που φέρνει όλη αυτήν την αναρχία της παραγωγής και την συνακόλουθη σχετική υπερπαραγωγή και έτσι γεννάει τις κρίσεις. Ή καλύτερα είναι οι κρίσεις που λύνουν το πρόβλημα αυτών των δυσαναλογιών και αυτής της υπερπαραγωγής καθώς καταστρέφουν κάθε φορά το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο και τα υπερπαραγμένα προιόντα, που σημαίνει ότι καταστρέφουν κάθε τόσο και τα πλεονασματικά (σχετικά πλεονασματικά) παραγωγικά μέσα και τα σχετικά πλεονασματικά παραγμένα εμπορεύματα και τον σχετικά πλεονασματικά εργατικό πληθυσμό. Είναι αυτή η τελευταία καταστροφή που φέρνει την ανεργία και την εξαθλίωση των μισθωτών, δηλαδή των άμεσων παραγωγών σε όλο τον κόσμο. Δίπλα σε αυτούς καταστρέφονται και οι μικροπαραγωγοί και οι πάροχοι βοηθητικών καταναλωτικών μικρο-υπηρεσιών κάθε είδους. Τέλος με την καταστροφή του σχετικά πλεονασματικού κεφάλαιου καταστρέφονται σαν καπιταλιστές και οι πιο αδύναμοι κεφαλαιούχοι που η περιουσία τους απαλλοτριώνεται από τους ισχυρότερους ανταγωνιστές τους στη διάρκεια της κρίσης. Το αποτέλεσμα της κρίσης είναι να αποκαθίστανται οι κλονισμένες ισορροπίες και να ξεκινάει για μια ακόμα φορά η διαδικασία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης για να ξεσπάσει ξανά μια νέα κρίση σε μια πιο διευρυμένη βάση πιο βαθιά και πιο βίαιη από πριν.

Η εργατική τάξη δεν πρέπει να περιμένει να αφεθεί στην αστική διαχείριση της κρίσης αλλά να προωθεί το πολιτικό-κοινωνικό της πρόγραμμα εξουσίας.

Αλλά η εργατική τάξη και οι λαοί δεν είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθήσουν μοιρολατρικά αυτήν την καταστροφική κυκλικότητα. Αντίθετα η κάθε κρίση επειδή καταστρέφει τη ρουτίνα της ως τώρα εκμεταλλευτικής τους κατάστασης και τους ρίχνει σε τόσο μεγάλο και ασυνήθιστο πόνο τουςθέτει επί τάπητος τη λύση της αντίθεσης που προκάλεσε την κρίση, δηλαδή ζητάει ο χαρακτήρας της ιδιοποίησης των παραγωγικών μέσων να γίνει τόσο κοινωνικός όσο είναι κοινωνικός και ο χαρακτήρας της παραγωγής. Με λίγα λόγια η κρίση ζητάει από τους άμεσους παραγωγούς να γίνουν κύριοι των μέσων παραγωγής και να βάλουν μπροστά τον κεντρικό σχεδιασμό όλης της κοινωνικής παραγωγής σε εθνικό κατ αρχήν και παράλληλα, όσο είναι δυνατό, σε διεθνές επίπεδο . Αυτό όχι μόνο για να μην ξαναυπάρξει κρίση, αλλά για να βγουν οι μάζες και από αυτήν την συγκεκριμένη κρίση μια ώρα αρχύτερα. Η αληθινή λύση για το ξεπέρασμα της κρίσης δεν είναι λοιπόν ούτε η κρατικοποίηση του πιστωτικού συστήματος, ούτε η κρατικοποίηση των παραγωγικών μέσων, ούτε η κατάληψή του προϋπολογισμού από τις σοσιαλφασιστικές συμμορίες με το σύνθημα «λεφτά στο λαό» για να χτυπηθεί τάχα η υποκατανάλωση και έτσι να δυναμώσει η παραγωγή. Τέτοια μέτρα υπέρ της κατανάλωσης των μαζών είναι απαραίτητα όχι γιατί έτσι τάχα αυτές θα ξοδέψουν περισσότερο και έτσι θα κινήσουν την παραγωγή αλλά γιατί αυτός είναι όρος για να επιβιώσουν μέσα στην κρίση. Αυτά είναι προσωρινά και μεταβατικά μέτρα οικονομικής ανακούφισης των μαζών που τα παίρνει μια αντιφασιστική διακυβέρνηση (το λιγότερο αντιφασιστική) της αστικής κοινωνίας και όχι βέβαια μια σοσιαλφασιστική διακυβέρνηση που θα δωροδοκήσει αρχικά τις μάζες για να δεχτούν την πολιτική δικτατορία της και μετά θα τις ρίξει στην πιο βαριά εκμετάλλευση και στον πόλεμο.

Στην πραγματικότητα αν υπάρξει μεγάλη κρίση τύπου 1930 στις ΗΠΑ ή ακόμα και Αργεντινής του 98 πρέπει να μπαίνουν στην ημερήσια διάταξη και μέτρα σοσιαλιστικού χαρακτήρα, στην αρχή για ζύμωση, και όσο οργανώνεται το προλεταριάτο και οξύνεται η ταξική πάλη, σαν άμεσες διεκδικήσεις του. Δεν μπορούν και δεν πρέπει σε μια κρίση οι εργαζόμενοι να παρακολουθούν αδιάφοροι τα εργοστάσια και τις κάθε λογής παραγωγικές επιχειρήσεις να κλείνουν η μια μετά την άλλη και οι ίδιοι να αρκούνται σε πληρωμή επιδομάτων ανεργίας ή συσσιτίων από την αστική τάξη. Ούτε πρέπει να αρκούνται στα πιο προοδευτικά μέτρα που είναι οι νέες κρατικές επενδύσεις στις υποδομές για να αυξηθεί η απασχόληση. Πρέπει να απαιτούν από την εργοδοσία και τις κυβερνήσεις να εξασφαλίζουν την λειτουργία των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των εργοστασίων. Αν είναι πραγματικά δραματική η πτώση των παραγγελιών μπορούν οι εργάτες να δεχτούν σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση να μειώσουν ώρες εργασίας και αμοιβές για μια περίοδο αρκεί να εξασφαλίσουν ότι θα έχουν εργατικό έλεγχο στα οικονομικά και στην λειτουργία της εταιρείας και ότι ο εργοδότης δεν θα ρίξει στις πλάτες τους τη ζημιά αποκομίζωντας κέρδη αλλά θα πληρώσει πρώτα από αυτά και από τα συσσωρευμένα του. Αν κανένα τέτοιο μέτρο δεν εφαρμοστεί και η εργοδοσία κλείσει το εργοστάσιο πρέπει οι εργαζόμενοι να συγκρούονται αποφασιστικά με την εργοδοσία να τα καταλαμβάνουν και να τα βάζουν σε κίνηση, δηλαδή να κινούν τα μέσα παραγωγής και να μην τα αφήνουν να απαξιωθούν. Για να τα κινούν πρέπει να απαιτούν και να εξασφαλίζουν πιστωτικές διευκολύνσεις για αυτό το σκοπό από τις κυβερνήσεις, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει σε συνθήκες άνετης καπιταλιστικής κυριαρχίας. Όσο είναι δυνατό οι εργάτες διαφορετικών επιχειρήσεων πρέπει να έρχονται σε επαφή και να δημιουργούν δίκτυα με άλλες παραγωγικές μονάδες αλλά και με καταναλωτές στην ίδια και σε άλλες χώρες με στόχο να δημιουργηθεί ένα δίκτυο πολιτικής και οικονομικής αντίστασης στις αρνητικές αντεργατικές και αντιπαραγωγικές κεφαλαιοκρατικές πολιτικές διεξόδου από την κρίση.

Γιατί συχνά η αστική τάξη, ιδιαίτερα οι μονοπωλιστές ιμπεριαλιστές περιμένουν την έξοδο από την κρίση μόνο αφού αυτή καταστρέψει το καπιταλιστικά περισσευούμενο κεφάλαιο που εκφράζεται σε αχρησιμοποίητα μέσα παραγωγής, σε απούλητα εμπορεύματα και σε άνεργο εργατικό δυναμικό και αφού οι πιο ισχυροί καπιταλιστές και ιμπεριαλιστές καταπιούν τους πιο αδύναμους.

Να κατανοήσουμε τον συγκεκριμένο χαρακτήρα της συγκεκριμένης κρίσης. Γιατί η κρίση ξέσπασε πρώτα στις ΗΠΑ

Επιμείναμε στην τοποθέτηση της μαρξιστικής ανάλυσης για τις γενικές αιτίες κάθε μεγάλης κρίσης και σκιαγραφήσαμε τα μέτρα γενικής διεξόδου, όχι τόσο για να διαχωριστούμε από άποψη αρχής με τις θέσεις όλου αυτού του σμήνους των σοσιαλφασιστών αναθεωρητών του μαρξισμού που βγήκε με άπειρο θράσος να δρέψει ιδεολογικά και πολιτικά τους καρπούς της κρίσης, αλλά για να χρησιμοποιήσουμε τις αρχές της μαρξιστικής ανάλυσης σαν εργαλείο για να εξηγήσουμε τη συγκεκριμένη κρίση που ξετυλίγεται τώρα μπροστά μας και να προτείνουμε μια πιο συγκεκριμένη, αν και γενική προς το παρόν, προλεταριακή πολιτική διεξόδου από αυτήν. Οι γενικές αρχές δεν φτάνουν για την ανάλυση μιας συγκεκριμένης κατάστασης και μάλιστα τόσο πολύπλευρης όσο είναι η παγκόσμια οικονομική κατάσταση που οδήγησε σε τούτη δω την κρίση και που τα στοιχεία της θα χρειαστεί πολύ ακόμα να μελετήσουμε. Εκείνο που θα επιχειρήσουμε εδώ είναι να τοποθετήσουμε κάποιους βασικούς άξονες που προσανατολίζουν ήδη εμάς τους ίδιους και ίσως προσανατολίσουν και τους αναγνώστες μας σε αυτήν την μελέτη και θα μας απελευθερώσουν από τον κούφιο θεωρητικοφανή αντικαπιταλισμό των σοσιαλφασιστών και τις ακόμα πιο καταστροφικές προτάσεις τους.

Κατ αρχήν τα πραγματικά στοιχεία αυτής της κρίσης αποδεικνύουν ότι και αυτή, όπως κάθε προηγούμενη δεν έχει την αληθινή αιτία της στην πιστωτική υπερκερδοσκοπία, όπως θέλουν να λένε οι σοσιαλδημοκράτες και οι κάθε λογής φίλοι της κρατικής παρέμβασης και «ρύθμισης» της κερδοσκοπίας. Η κρίση άρχισε στις ΗΠΑ στο επίπεδο της πραγματικής οικονομίας πολύ πριν εκδηλωθεί με βία στο χρηματοπιστωτικό επίπεδο με το μεγάλο χρηματοπιστωτικό κράχ του Σεπτέμβρη-Οκτώβρη του 2008. Δεν είναι το χρηματοπιστωτικό κραχ που έφερε την κρίση στην πραγματική οικονομία δηλαδή στην παραγωγή, αλλά είναι η λανθάνουσα κρίση στην παραγωγή που έφερε το χρηματοπιστωτικό κραχ. Είναι αλήθεια ότι το χρηματοπιστωτικό κράχ προηγείται χρονικά από την κρίση στην πραγματική οικονομία και είναι ένα προμήνυμα αυτής της κρίσης αλλά δεν είναι η αιτία της.

Οι κατασχέσεις των σπιτιών στις ΗΠΑ άρχισαν σαν ισχυρή τάση στα τέλη του 2006, πολύ δηλαδή πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε χρηματοπιστωτική κατάρρευση, και κορυφώθηκαν την άνοιξη του 2007, δηλαδή κοντά ένα χρόνο πριν από την κατάρρευση των μεγάλων ενυπόθηκων δανειστών. Είναι αυτές οι κατασχέσεις που φανέρωναν μια υπερπαραγωγή της βιομηχανίας κατασκευής σπιτιών που στηρίχθηκε για δέκα περίπου χρόνια στην υπερσυσσώρευση κεφάλαιου στην αμερικάνικη αγορά γαιοπροσόδου.

Τι σημαίνει αυτό το τελευταίο; Σημαίνει ότι ένα πελώριο μέρος της συσσωρευμένης υπεραξίας σε παγκόσμια κλίμακα τοποθετήθηκε στην αμερικάνικη οικοδομική γη επειδή περίμενε ότι η αξία αυτής της γης θα ανέβαινε ασταμάτητα και μάλιστα με ρυθμούς πολύ ψηλότερους από αυτούς των μέσων κερδών στην παγκόσμια παραγωγή. Στην ουσία αυτό το κεφάλαιο αγόρασε έναν πελώριο αριθμό από υποθήκες πάνω στο αγορασμένο από το ίδιο ακίνητο για λογαριασμό του επίδοξου ιδιοκτήτη του σπιτιού που είναι ο δανειολήπτης. Αυτό το έκανε ο δανειστής γιατί είχε την βεβαιότητα ότι θα πάρει πίσω οπωσδήποτε το δανεισμένο κεφάλαιό του και τους μεγάλους τόκους του όταν θα πουλήσει το ακίνητο στην περίπτωση που ο δανειολήπτης επίδοξος ιδιοκτήτης του σπιτιού (στην πραγματικότητα ο χρήστης του) δεν θα μπορούσε να το ξεχρεώσει. Γιατί όταν το ΑΕΠ στις ΗΠΑ αυξάνοταν με ρυθμούς 3-4% το χρόνο οι τιμές της οικοπεδικής γης αυξάνονταν δεκαπλάσια. Αυτή η ιλιγγιώδης μέση αύξηση των κερδών από τα δάνεια δεν φαινόταν ότι μπορούσε να εξουδετερωθεί από το γεγονός ότι ένα ορισμένο ποσοστό των δανειοληπτών δεν θα εξοφλούσε το δάνειό του. Οι ειδικοί στην υπερκερδοσκοπία υπάλληλοι και συνεργάτες των μεγάλων επενδυτικών οίκων (που ήταν πρώην εμπορικές τράπεζες οι οποίες εξελίχθηκαν σε επενδυτικές, δηλαδή σε άντρα υπερκερδοσκοπίας), έκαναν ακριβώς αυτή τη δουλειά: υπολόγιζαν το ποσοστό ρίσκου αυτών των δανείων καθώς -μέσω των εμπορικών και των κτηματικών τραπεζών του δημοσίου- δάνειζαν όλο και πιο φτωχούς, δηλαδή όλο και πιο καπιταλιστικά αφερέγγυους αγοραστές σπιτιών και μετά πουλούσαν αυτά τα δάνεια σαν πακέτα σε άλλους μεγαλοσπεκουλαδόρους επενδυτές όπως hedge funds, ασφαλιστικούς γίγαντες κλπ ανακατεύοντας δάνεια και υποθήκες διαφορετικού ρίσκου μέσα στο ίδιο πακέτο, αλλά και άλλα ήδη χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας όπως μετοχές, ομόλογα, ασφάλειες κεφαλαίου κλπ. Αυτή η δουλειά υπολογισμού του ρίσκου ήταν τόσο περίπλοκη που τα χρυσοπληρωμένα στελέχη που την έκαναν, τα λεγόμενα «χρυσά παιδιά» (golden boys) χρειάστηκε να είναι τα καλύτερα μαθηματικά μυαλά των καλύτερων αμερικάνικων πανεπιστημίων. Οι υπολογισμοί τους θα ήταν τέλειοι αν δεν υπήρχε ένα θεμελιακό λάθος στην αφετηρία των υπολογισμών τους που ήταν σύμφυτο με την πλήρη άγνοια των νόμων κίνησης της πραγματικής οικονομίας από τους περισσότερους επίσημους οικονομολόγους της αστικής τάξης, καθηγητές πανεπιστημίων και τραπεζίτες που έδιναν την θεωρητική βάση αυτής της αφετηρίας, δηλαδή το θεωρητικό υπόβαθρο της χρηματιστηριακής σπέκουλας στα χρυσά παιδιά τους. Το λάθος αυτό ήταν ότι η αξία της γης θα μπορούσε να ανεβαίνει διαρκώς και μάλιστα ανεξάρτητα από την πραγματική οικονομία και σε σύγκρουση με αυτήν. Η πεποίθησή των γκόλντεν μπόυς ότι η αξία της γης θα ανέβαινε ασταμάτητα δεν οφειλόταν βέβαια στις άδολες επιστημονικές αναζητήσεις τους αλλά στην πολύ συγκεκριμένη σιγουριά ότι μέσα σε λίγα χρόνια θα γίνονταν πάμπλουτοι πουλώντας, σαν ενδιάμεσοι, αυτές τις εξασφαλισμένες πιστώσεις σε όλο το υπόλοιπο κεφάλαιο της γης. Το αφετηριακό λάθος του υπολογισμού εκδηλώθηκε περίτρανα όταν οι δανειολήπτες άρχισαν όχι μεμονωμένα και στατιστικά αραιά αλλά μαζικά και στατιστικά όλο και πιο πυκνά να μην μπορούν να πληρώσουν τα χρέη τους οπότε τα κατασχεμένα σπίτια τους δεν μπορούσαν να βρουν νέους αγοραστές και έτσι οι τιμές των σπιτιών που έμπαιναν στον πλειστηριασμό πέφτανε κάτω από την ονομαστική αξία του δανείου και οι δανειστές δεν μπορούσαν πια να πάρουν πίσω τα λεφτά τους. Τότε απαξιώθηκε ξαφνικά όλο αυτό το κεφάλαιο που επενδύθηκε στην γη, δηλαδή στη γαιοπρόσοδο. Αυτή είναι η φούσκα των ακινήτων που γκρέμισε τους μεγαλύτερους επενδυτικούς γίγαντες της Γουόλ Στριτ και λίγο μετά εξανέμισε 25 τρισεκατομμύρια Ευρώ από όλα τα χρηματιστήρια του πλανήτη.

Όμως δεν είναι η φούσκα των ακινήτων και γενικότερα άλλων καταναλωτικών μέσων που φέρνει την οικονομική παραγωγική κρίση όταν αυτή σπάει. Γιατί η φούσκα δεν είναι παρά πιστωτικό κεφάλαιο που κινεί την κατανάλωση σπιτιών και άλλων αγαθών και επιτρέπει να πραγματοποιούνται δηλαδή να πουλιούνται εμπορεύματα που αλλιώς δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν οπότε δεν θα μπορούσαν και να παραχθούν καινούργια, δηλαδή δεν θα μπορούσε να κλείσει ο κύκλος της παραγωγής και μάλιστα σε διευρυμένη κλίμακα.

Το πιστωτικό αυτό κεφάλαιο αγοράζει ουσιαστικά από τους βιομήχανους καταναλωτικών ειδών και από τους γαιοκτήμονες οικόπεδα, σπίτια, και άλλα μέσα κατανάλωσης, όπως αυτοκίνητα και τηλεοράσεις και τα παραχωρεί για χρήση στους καταναλωτές, συνήθως μισθωτούς, που τους δεσμεύει μέρος από τα μελλοντικά εισοδήματα που προεξοφλεί ότι θα υπάρξουν. Αν δεν υπήρχε αυτός ο πιστωτικός όγκος στην κατανάλωση απλά η κρίση στην παραγωγή, δηλαδή η υπερπαραγωγή εμπορευμάτων που θα έμεναν απούλητα θα είχε εκδηλωθεί νωρίτερα. Αυτό που κάνει αυτού του είδους η υπερπροσφορά καταναλωτικής πίστης είναι να προχωράει το όριο της παραγωγής πάνω από τα πραγματικά της όρια και να σπρώχνει την υπερπαραγωγή αλλά και τις παγκόσμιες παραγωγικές ανισορροπίες σε έναν έσχατο βαθμό. Στην πραγματικότητα η πιστωτική φούσκα επιταχύνει τις ανισορροπίες του καπιταλιστικού κόσμου γιατί τις κρύβει και τις εμποδίζει να εκδηλωθούν πιο σταδιακά δηλαδή πιο ομαλά οπότε τις σπρώχνει στην άκρη τους για να ξεσπάσουν στη συνέχεια με τον πιο απότομο και γι αυτό πιο καταστροφικό τρόπο. Είναι το αντίστοιχο με κείνο που κάνει η κοκαΐνη με την ψυχική κατάπτωση που την κρύβει αλλά για να εθίσει τον οργανισμό σε μια πλασματική ευφορία και μια πιο έντονη χρήση που θα καταλήξει κάποια στιγμή στην ολοκληρωτική κατάρρευση του χρήστη.

Η πραγματική οικονομική αντίθεση που έκρυψε και ταυτόχρονα προώθησε στην άκρη της η πιστωτική φούσκα των ΗΠΑ ήταν η αντίθεση ανάμεσα στην μεγάλη πραγματική οικονομική και πολιτική παρακμή των ΗΠΑ και στον τεράστιο δανεισμό που οι ΗΠΑ εξασφάλιζαν τα τελευταία χρόνια χάρη στην παλιά καλή εικόνα του ηγεμονικού οικονομικού και πολιτικού ρόλου τους στον κόσμο.

Η οικονομική αποδυνάμωση των ΗΠΑ οφείλεται στο βάθος στην σχετική τους αποβιομηχάνιση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποσοστό της βιομηχανικής παραγωγής στο ΑΕΠ έπεσε από το 30%, ποσοστό που ισχύει ακόμα για τις άλλες παλιές βιομηχανικές χώρες, στο 13% και οφείλεται στο γεγονός ότι το μονοπωλιακό κεφάλαιό των ΗΠΑ μετέφερε ένα όλο και πιο μεγάλο κομμάτι των παραγωγικών του δραστηριοτήτων την τελευταία δεκαετία στις χώρες του πιο χαμηλού μεροκάματου ανατολικές και πρώην τριτοκοσμικές, ιδιαίτερα στην Κίνα. Η σχετική αυτή αλλά δραματική αποβιομηχάνιση των ΗΠΑ μεταφράστηκε σε πτώση της παραγωγικότητας της εργασίας και από κει σε πτώση των μέσων μισθών καθώς η απασχόληση μετατοπιζόταν από το τομέα της σύγχρονης βιομηχανίας με ψηλή οργανική και επιστημονικοτεχνική σύνθεση, που ήταν παραδοσιακά προσανατολισμένη στις εξαγωγές, προς τον τομέα των χαμηλής παραγωγικότητας των όλο και πιο χαμηλά αμειβόμενων υπηρεσιών. Η σχετική αποβιομηχάνιση των ΗΠΑ εξουδετερώθηκε για ένα διάστημα και κρύφτηκε σαν γενική τάση, από το γεγονός ότι ανάμεσα στα 1997 και 2004 αναπτύχθηκε έντονα η βιομηχανία αιχμής που είχε βάση της στην επιστημονικότεχνική επανάσταση στην πληροφορική, στην ρομποτική και την βιοτεχνολογία όπου οι ΗΠΑ με την γερή τους ερευνητική υποδομή και τη νεωτερική επιστημονική τους κουλτούρα (το τελευταίο αληθινό μεγάλο τους οικονομικό όπλο) έπαιξαν ηγετικό ρόλο. Αυτό οδήγησε σε μια ανάκαμψη της παραγωγικότητας της εργασίας στα ίδια χρόνια, αλλά μετά το 2004 η παραγωγικότητα της εργασίας άρχισε και πάλι να βυθίζεται και να φτάνει το 2007 στα πιο ιστορικά της χαμηλά.
Διευκρινίζουμε εδώ ότι το μικρό ποσοστό ανεργίας στις ΗΠΑ που ως χθες το ζήλευαν πολύ οι οικονομολόγοι στις άλλες ανεπτυγμένες χώρες ήταν αποτέλεσμα μιας καλυμμένης υποαπασχόλησης προλετάριων που έπιαναν δουλειές του ποδαριού ή πρόσφεραν βοηθητικές μικρο-υπηρεσίες σε κάθε λογής αστικά παράσιτα της χρηματιστηριακής έκρηξης ή πρόσφεραν προσωπικές κακοπληρωμένες υπηρεσίες σε άρρωστους και αναξιοπαθούντες στα πλαίσια προγραμμάτων κρατικής και δημοτικής μέριμνας.

Αυτή λοιπόν η στρατηγική σχετική πτώση της πραγματικής παραγωγής ήρθε να καλυφθεί από το πιστωτικό χρήμα που δόθηκε για κατανάλωση από το κερδοσκοπικό κεφάλαιο στις ΗΠΑ και στον υπόλοιπο πλανήτη. Αυτό δεν ήταν μόνο σε μορφή στεγαστικών δανείων, αλλά και καταναλωτικών δανείων με μορφή πιστωτικών καρτών και όχι μόνο με αυτή τη μορφή αλλά και με τη μορφή του δημόσιου εσωτερικού και εξωτερικού χρέους. Αυτό το χρέος των ΗΠΑ είναι μια παγκόσμια βραδυφλεγής βόμβα και είναι στη βάση του απλήρωτος κοινωνικός μισθός. Αποτελείται από το χρέος της ασφάλισης υγείας των συνταξιούχων (34 τρισεκατομμύρια δολάρια), το χρέος των ταμείων ανεργίας (7 τρισεκατομμύρια δολάρια), το δημόσιο χρέος (12 τρισεκατομμύρια δολάρια) σύνολο 53 τρις δολάρια που είναι ίσο με δέκα χρόνια συνολικού οικογενειακού εισοδήματος, ίσον 455.000 δολάρια για κάθε νοικοκυριό. Σε σύγκριση με αυτό το ποσό τα 0,7 τρις δολάρια του σχέδιου Πώλσον φαίνονται σαν πενταροδεκάρες.

Από αυτό το χρέος εκείνο που είναι το άμεσα καθοριστικό για τη διεθνή θέση της αμερικανικής οικονομίας είναι το εξωτερικό δημόσιο χρέος. Το τελευταίο αποτελείται κυρίως από τα δάνεια που έχουν κάνει απ ευθείας στο αμερικάνικο κράτος τα δέκα τελευταία χρόνια μια σειρά χώρες που αναδύθηκαν σαν μεγάλες πολιτικές ή οικονομικές δυνάμεις, ή και τα δύο σε αντίστροφο βαθμό από την αποδυνάμωση των ΗΠΑ. Δύο από αυτές τις χώρες είναι συνυπεύθυνες αυτής της αποδυνάμωσης όσο είναι και το μονοπωλιακό κεφάλαιο των ΗΠΑ.

Η μία χώρα είναι η σοσιαλιμπεριαλιστική Κίνα που είναι ο πιο συγκεντρωμένος εκφραστής της νέας βιομηχανικής ισχύος του πλανήτη που στηρίχθηκε στο χαμηλό, βασικά εξαναγκασμένα χαμηλό μεροκάματο.

Η άλλη χώρα είναι η Ρωσία που είναι και ο πολιτικοστρατιωτικός ηγεμόνας του μπλοκ των φασιστικών κρατών-γαιοπροσοδούχων που ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό τα κοιτάσματα και κυρίως τις τιμές των υδρογοναθράκων, δηλαδή των βασικότερων πηγών ενέργειας αυτή τη στιγμή στον κόσμο.

Ο ρόλος του κινέζικου σοσιαλιμπεριαλισμού στην κρίση

Η σοσιαλιμπεριαλιστική Κίνα βρίσκεται στο κέντρο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης υπερπαραγωγής και ταυτόχρονα στη βάση της σχετικής πτώσης του μεροκάματου (σχετικής με την αύξηση των κερδών) στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ιδιαίτερα των ΗΠΑ. Η Κίνα αναπτυσσόταν ως λίγο πριν την κρίση με ρυθμούς της τάξης το 12% χρόνο. Έτσι έγινε το εργοστάσιο του κόσμου ρουφώντας σαν μια πελώρια μαύρη τρύπα το μεγαλύτερο δυναμικό ανάπτυξης της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής την ίδια ώρα που κρατούσε όσο μπορούσε πιο χαμηλά τον συνολικό μισθό της κινέζικης εργατικής τάξης. Συνολικό μισθό εννοούμε τον μισθό από τη συγκεκριμένη επιχείρηση συν τον κοινωνικό μισθό (που περιλαμβάνει συντάξεις, περίθαλψη, και συνθήκες αναπαραγωγής της υλικής ζωής των προλετάριων όπως μόρφωση, οικιστικό περιβάλλον κλπ). Με τον χαμηλό αυτό συνολικό μισθό, 20 φορές χαμηλότερο από τον αμερικάνικο ευρωπαϊκό και γιαπωνέζικο, η Κίνα έγινε και η ρουφήχτρα που τραβάει προς τα κάτω το παγκόσμιο μεροκάματο. Με τη διπλή της ιδιότητα του κέντρου της παγκόσμιας βιομηχανικής κεφαλαιικής συσσώρευσης (μιλάμε σε ρυθμούς αύξησης και όχι σε απόλυτο ύψος γιατί η Γερμανία και η Ιαπωνία είναι ακόμα βιομηχανικά ισχυρότερες) του κέντρου του χαμηλότερου μεροκάματου η Κίνα κατάφερε να έχει ένα πελώριο εξαγωγικό πλεόνασμα. Αυτό το χρησιμοποίησε για να δυναμώσει την κεφαλαιϊκή της υπερσυσσώρευση και μέσα από αυτήν να χτυπήσει παραπέρα τους ανταγωνιστές της. Δηλαδή όχι μόνο δεν θέλησαν οι κινέζοι μονοπωλιστές να δυναμώσουν την εσωτερική τους αγορά αυξάνοντας τους μισθούς, την κατανάλωση και το επίπεδο διαβίωσης του κινέζικου λαού, αλλά μετέτρεψαν όλη τους την υπερσυσσώρευση σε ένα εργαλείο οικονομικού πολέμου εναντίον των πάντων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ εκτόπιζαν ασταμάτητα τα προϊόντα των ανταγωνιστών τους από όλες τις αγορές χάρις στην φτηνή τους τιμή φρόντιζαν ταυτόχρονα να κρατάνε τεχνητά χαμηλή την τιμή του γιουάν σε σχέση με το δολάριο και από εκεί με το ευρώ και το γιεν, δηλαδή να δυναμώνουν κι άλλο τις αμερικάνικες (αλλά και τις δυτικοευρωπαϊκές και τις ιαπωνικές) εισαγωγές και να μειώνουν τις αμερικάνικες (και τις δυτικοευρωπαϊκές και ιαπωνικές) εξαγωγές στην Κίνα. Τυατόχρονα έτσι τραβούσαν νέα επενδυτικά κεφάλαια στην Κίνα από αυτές τις χώρες, ενώ βέβαια η Κίνα δεν επένδυε σε αυτές παρά μόνο λίγο και για γεωπολιτικούς λόγους.

Αφού μεγάλωνε ασταμάτητα το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ υπέρ της Κίνας η αυθόρμητη τάση του δολάριου ήταν να πέφτει ως προς το γιουάν. Αυτήν την τάση την εμπόδιζαν να εκδηλωθεί οι κινέζοι μονοπωλιστές αγοράζοντας δολάρια με τη μορφή αμερικάνικων κρατικών ομολόγων. Αυξάνοντας δηλαδή την ζήτηση για δολάρια δεν άφηναν το αμερικάνικο νόμισμα να γίνει ανταγωνιστικό προς το γιουάν και έτσι δεν άφηναν τα αμερικάνικα προϊόντα να φτηνύνουν ώστε να μπουν σε μεγαλύτερο βαθμό στην κινεζική αγορά και σε κάθε άλλη. Οι ΗΠΑ διαμαρτύρονταν κάθε τόσο γι αυτήν την πολιτική υποτίμησης του γιουάν στον ΠΟΕ (Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου), αλλά τα αμερικανικά μονοπώλια που όλο και περισσότερο μεταφέρανε την παραγωγή τους στην Κίνα εμποδίζανε την κυβέρνηση των ΗΠΑ να πάρει απαντητικά μέτρα προστατευτισμού κατά της Κίνας. Γιατί αυτά τα μονοπώλια (με πρώτες την Τζένεραλ Μότορς και την Τζένεραλ Ελέκτρικ) δεν μεταφέρανε τα κέρδη της εκμετάλλευσης των κινέζων εργατών στις ΗΠΑ αλλά τα ξαναρίχνανε στην δικιά τους κεφαλαιική συσσώρευσή τους στην Κίνα. Από την άλλη το αμερικάνικο δημόσιο έλλειμμα είχε μεγαλώσει τόσο πολύ ώστε το κινέζικο χρήμα σε αμερικάνικα κρατικά ομόλογα να έχει γίνει απαραίτητο για την εξισορρόπηση του αμερικάνικου κρατικού προϋπολογισμού που πλήρωνε όμως όλο και μεγαλύτερα τοκοχρεωλύσια για την αποπληρωμή του χρέους που επιβάρυναν παραπέρα την ήδη αδυνατισμένη πραγματική οικονομία.

Αυτή η αδυναμία της πραγματικής οικονομίας των ΗΠΑ που οφειλόταν όπως είπαμε στην σταδιακή αποβιομηχάνιση τους και οδηγούσε σε σχετική πτώση παραγωγικότητας και μισθών σε ένα πελώριο εμπορικό έλλειμμα και σε ένα όλο και πιο θεόρατο δημόσιο χρέος δεν θα αρκούσε ωστόσο για να σκάσει μόνη της σύντομα την πιστωτική φούσκα των ΗΠΑ. Γιατί ο ρυθμός αύξησης του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ ήταν ακόμα αρκετά αργός σε σχέση με τον όγκο του και η εκδήλωση των συνεπειών του δεν θα ήταν τόσο απότομη οπότε θα έδινε και κάποια περιθώρια άμυνας της οικονομίας . Αυτό που έσκασε τη φούσκα και μάλιστα τόσο απότομα και γι αυτό εντελώς καταστροφικά ήταν η ταχύτατη αύξηση της τιμής του πετρελαίου και μάλιστα σε πρωτοφανή ιστορικά επίπεδα.

Ο ρόλος του πετρελαίου και της Ρωσίας στην κρίση

Οι σοσιαλφασίστες που ελέγχουν ένα τεράστιο κομμάτι της παγκόσμιας παραγωγής και διακίνησης ιδεολογίας μέσο των «αριστερών» διανοουμένων τους σε κάθε χώρα απεχθάνονται κάθε αναφορά στο ρόλο του πετρελαίου σαν μια από τις μεγάλες αιτίες της κρίσης και μάλιστα σαν την πιο καταλυτική από αυτές. Αυτή τους η στάση γίνεται κυρίαρχη καθώς ενώνεται με την γενική γραμμή της αγοραίας δυτικής οικονομολογίας που βλέπει σαν κύρια αιτία της κρίσης το επιφαινόμενό της που είναι το σκάσιμο της πιστωτικής φούσκας και γι αυτό το μόνο ουσιαστικό μέτρο που αναζητάει σαν διέξοδο και σαν γενικό φάρμακο ενάντια στις κρίσεις είναι ο μεγαλύτερος έλεγχος του πιστωτικού συστήματος.

Ενώ κανείς σοβαρός οικονομικός αναλυτής δεν αρνείται τον καθοριστικό ρόλο του πετρελαϊκού πολέμου στην κρίση του 1974-6 όταν η τιμή του αργού έφτασε στα 80 δολάρια το βαρέλι ελάχιστοι είναι σήμερα εκείνοι που τονίζουν αυτόν τον παράγοντα τη στιγμή που το αργό έφτασε στα 145 δολάρια λίγο πριν το κραχ ενώ είχε υψωθεί πάνω από τα 60 δολάρια από τα μέσα του 2006 και πέρα κι βρίσκεται ακόμα εκεί παρά το κραχ. Κι όμως το 1975 οι ΗΠΑ παρήγαγαν πάνω από το μισό της πετρελαϊκής κατανάλωσής τους. Τώρα παράγουν ένα 10%. Το αποτέλεσμα είναι ότι το 2004 με τιμή βαρελιού γύρω στα 20 δολάρια το αμερικάνικο έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο λόγω πετρελαίου ήταν 45 δις δολάρια ενώ μόλις 2 χρόνια μετά ανέβηκε στα 450 δις δολάρια. Στην ουσία αυτή η διαφορά ήταν ένας υπέρογκος φόρος που πλήρωσε η αμερικάνικη (αλλά και η ευρωπαϊκή και η γιαπωνέζικη) οικονομία στις πετρελαιοπαραγωγές χώρες για να εξασφαλίσει την αναγκαία ροή πετρελαίου. Αλλά ενώ ένας κρατικός φόρος ξαναχύνεται σαν χρήμα μέσα σε μια οικονομία, ο πετρελαϊκός φόρος που μετατρέπεται σε μεγάλο βαθμό σε συναλλαγματικό απόθεμα ενός άλλου κράτους όπως είναι Ρωσία, την αποστραγγίζει. Στις ΗΠΑ το αποτέλεσμα ήταν να ανεβάσει μετά το 2004 η κεντρική αμερικανική τράπεζα τα αμερικάνικα επιτόκια για να εμποδίσει τον πληθωρισμό, στην ουσία για να μην μειωθεί παραπέρα η ανταγωνιστικότητα της αμερικανικής οικονομίας. Αλλά αυτή η αύξηση στα επιτόκια μεταφράστηκε σε αύξηση των μηνιαίων δόσεων που πλήρωναν οι δανειολήπτες ιδιοκτήτες σπιτιών στις τράπεζες ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων που είχαν πια αυξήσει στο έπακρο το ρίσκο της χρηματοδότησης δανείζοντας και στους πιο φτωχούς μισθωτούς. Σε αυτήν την επέκταση της πίστης συνέβαλαν εξαιρετικά το τάχα «αντικερδοσκοπικό» Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ που καλούσε αυτές τις τράπεζες να δώσουν δάνεια στους φτωχούς που «έχουν κι αυτοί δικαίωμα στη στέγη». Αλλά την ίδια στιγμή που το μηνιάτικο ποσό που πλήρωναν αυτοί οι δανειολήπτες στις τράπεζες ανέβαινε λόγω αυξημένου επιτοκίου οι ίδιοι έπρεπε ταυτόχρονα να πληρώνουν πολλαπλάσια ποσά για την κίνησή τους με τα αυτοκίνητα επειδή τα περισσότερα νέα σπίτια ήταν χτισμένα στα μακρινά προάστια των πόλεων γιατί εκεί η γη ήταν πιο φτηνή. Επίσης επειδή η βενζίνη ήταν φτηνή οι καταναλωτές χρησιμοποιούσαν τα θηριώδη 4x4 που ήταν ως τότε το καμάρι και το συγκριτικό πλεονέκτημα της αμερικάνικης αυτοκινητοβιομηχανίας (εκεί βρίσκεται ο ειδικός λόγος της ξεχωριστής κατάρρευσής της σήμερα). Στο σημείο αυτό, τέλη του 2007 αρχές του 2008 η στεγαστική φούσκα συναντήθηκε με την θηριώδη πετρελαϊκή τιμή και το πελώριο εμπορικό έλλειμμα και έγινε το κραχ.

Οι σοσιαλφασίστες ισχυρίζονται ότι αυτή η ψηλή τιμή ήταν και αυτή αποτέλεσμα της κερδοσκοπίας των δυτικών χρηματιστών σε όλες τις πρώτες ύλες, δηλαδή προϊόν του νεοφιλελευθερισμού οπότε δεν χρεώνεται στους γαιοκτήμονες του πετρελαίου. Η αλήθεια όμως είναι ότι η τιμή του πετρελαίου οφείλεται στην τεχνητά και στρατηγικά μικρή του προσφορά σε σχέση με τη ζήτησή του. Αυτήν την τεχνητή μείωση της προσφοράς δεν την κανονίζουν οι κερδοσκόποι του πετρελαίου αλλά οι πετρο-γαιοκτήμονες που είναι οι ίδιοι οι μεγαλύτεροι κερδοσκόποι του πετρελαίου. Όλες οι τιμές των πρώτων υλών ανέβηκαν τα τελευταία χρόνια, λόγω της υπερπαραγωγής που προηγείται κάθε κρίσης και που τώρα ήταν υπερπαραγωγή κυρίως της Κίνας, αλλά καμιά τιμή δεν ανέβηκε στην τάξη μεγέθους της τιμής του πετρελαίου. Ο βασικός λόγος γι αυτό ήταν ότι η παραγωγή, δηλαδή η προσφορά, των υπόλοιπων πρώτων υλών μπορούσε να αυξηθεί με μια αύξηση των επενδύσεων, δηλαδή με μια εισροή πρόσθετου κεφαλαίου στους συγκεκριμένους τομείς, πχ με περισσότερα ορυχεία για τα μέταλλα ή με επέκταση της καλλιεργήσιμης γη για τα αγροτικά προϊόντα, οπότε οι τιμές μεσοπρόθεσμα θα μπορούσαν να πέσουν και σε αρκετές περιπτώσεις άρχισαν να πέφτουν πριν αρχίσει η κρίση. Όμως η παραγωγή υδρογονανθράκων δεν μπορούσε να αυξηθεί ουσιαστικά γιατί τα κράτη πετρο-γαιοκτήμονες αποφάσισαν να κρατήσουν χαμηλή την παραγωγή τους. Επικεφαλής της γραμμής της περιστολής της προσφοράς πετρελαίου μέσα στον ΟΠΕΚ, δηλαδή της αύξησης της τιμής του την ώρα που στέναζε όλη η ανθρωπότητα από τα 145 δολάρια το βαρέλι ήταν επίσημα το Ιράν και η Βενεζουέλα αλλά στην πράξη κυρίως η Ρωσία που είναι έξω από το καρτέλ του ΟΠΕΚ. Δηλαδή πίσω από την περιστολή της προσφοράς ήταν (και είναι και αυτή τη στιγμή μετά το κραχ και την βαθιά κρίση) οι χώρες του νεοναζιστικού άξονα. Από την πετρελαϊκή αυτή υπερκερδοσκοπία, ή καλύτερα από αυτόν τον ενεργειακό εκβιασμό του πλανήτη κερδισμένες ήταν όλες οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες, όμως την μεγαλύτερη ζημιά στην παγκόσμια παραγωγή την κάνανε οι χώρες του νεοναζιστικού άξονα που ήταν οι μόνες που δεν επενδύσανε κάποιο μεγάλο κομμάτι από την υπέρογκη γαιοπρόσοδό τους στην οικονομία των μη πετρελαιοπαραγωγών χωρών, όπως έκανε η Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα, αλλά το χρησιμοποιούσανε αποκλειστικά για την γεωπολιτική και στρατιωτική τους ενίσχυση.

Στην πραγματικότητα ο ενεργειακός εκβιασμός είναι μέρος του παγκόσμιου στρατιωτικού πολέμου που προετοιμάζει εδώ και δεκαετίες ο νεοναζιστικός άξονας. Το ότι υπήρξε ενεργειακή ασφυξία του πλανήτη δεν είναι προϊόν συγκυρίας

 

Η δυσαναλογία που ευθύνεται κύρια για την κρίση. Οι δύο ανταγωνιστικοί πόλοι και ο πιο επικίνδυνος από αυτούς

Αν μελετήσει κανείς σήμερα τη διάρθρωση της παραγωγής σε παγκόσμια κλίμακα θα διαπιστώσει ότι υπάρχει μια βαθιά δυσαναλογία που είναι στην πραγματικότητα η συγκεκριμένη στην εποχή μας εκδήλωση της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού και των σκληρών ανταγωνισμών που αυτή γεννάει. Η μορφή που παίρνει η αναρχία της παραγωγής, ή ακόμα βαθύτερα η πιο οξυμένη μορφή που παίρνει η αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης, συμπυκνώνεται στην ύπαρξη δύο βασικών ανταγωνιστικών ιμπεριαλιστικών πόλων που ανταγωνίζονται σκληρά και στην οικονομική σφαίρα. Ο ένας είναι ο πόλος του φιλελεύθερου ακόμα κυρίαρχου οικονομικά ιμπεριαλισμού με στρατιωτικό ηγεμόνα τις ΗΠΑ (αλλά όχι πια οικονομικού) στον οποίο συμμετέχουν οι μεγάλοι της ΕΕ, η Ιαπωνία, η Ωκεανία και ο Καναδάς. Ο άλλος είναι ο πόλος του κρατικοφασιστικού πολεμικού ιμπεριαλισμού με κέντρο τη Ρωσία και την Κίνα που επιδιώκουν βίαιη αναδιανομή του κόσμου. Ανάμεσα στους δύο πόλους ταλαντεύεται, αλλά και ταυτόχρονα αντιστέκεται και στους δύο, ένας τρίτος πόλος, οι νέες βιομηχανικές χώρες που αποκτούν ραγδαία μονοπωλιακό-ιμπεριαλιστικό χαραχτήρα όπως είναι η Ινδία, η Βραζιλία, η Νότια Αφρική, η Κορέα αλλά και οι χώρες του Κόλπου σαν χώρες ενός κύρια χρηματιστικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Όλες αυτές έχουν αναδυθεί από τον πιο καθυστερημένο παραγωγικά στην πλειοψηφία του αλλά όλο και πιο ανεξάρτητο πολιτικά και όλο και πιο βιομηχανικό οικονομικά Τρίτο κόσμο. Αυτός είναι ακόμα ενωμένος με αυτές τις νεοκαπιταλιστικές και νεοιμπεριαλιστικές χώρες αλλά και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από αυτές.

Αναλύοντας τα στοιχεία που έχουμε στα χέρια μας κατανοούμε αυτήν εδώ την οικονομική κρίση σαν αποτέλεσμα της ανισόμετρης ανάπτυξης και της έντονης σύγκρουσης των δύο πρώτων πόλων. Και οι δύο αυτοί, όπως και όλος ο πλανήτης, θα γευτούν τα αποτελέσματα αυτής της κρίσης και οι λαοί τους θα την πληρώσουν με πολύ πόνο, αλλά είναι ο δεύτερος που έχει την πολιτική και ιδεολογική πρωτοβουλία στη σύγκρουση και ήδη έχει ρίξει τη ευθύνη της στον πρώτο που την έχει αποδεχτεί. Είναι αυτός ο πόλος που θα έχει την πολιτική πρωτοβουλία των κινήσεων στον κόσμο, είναι ο πιο φασιστικός και φιλοπόλεμος και γι αυτό θα είναι ακόμα περισσότερο από δω και μπρος ο κύριος εχθρός των λαών.

Η διαστρεβλωμένη ιδεατή εικόνα που έχει για την παγκόσμια οικονομία το δυτικό χρηματιστηριακό μονοπώλιο και ο κόσμος της πιστωτικής χρηματιστηριακής σπέκουλας στον οποίο αυτό το μονοπώλιο ζούσε σαν δεισιδαιμόνας άγριος μόλις κατέρρευσε. Όμως αυτός ο άγριος δεν μπορεί ακόμα να δει τις οικονομικές πραγματικότητες. Γι αυτό το λόγο προσπαθεί να απαντήσει και νομίζει ότι θα απαντήσει στην κρίση της πραγματικής οικονομίας χρησιμοποιώντας αυτό που ξέρει, τα χρηματοπιστωτικά μέσα. Με αυτά ξεχρεώνει τις τράπεζες και τις άλλες επιχειρήσεις υπερχρεώνοντας τα κράτη, δηλαδή ετοιμάζει στο μέλλον μια ακόμα βαθύτερη κρίση, αν καταφέρει με τέτοια μέτρα να ξεφύγει προσωρινά από αυτήν. Όμως δεν κάνει τίποτα ουσιαστικά και συντονισμένα για να λύσει την μεγάλη αντίφαση στο παραγωγικό επίπεδο, δηλαδή να βγει από το πραγματικό αδιέξοδο.

Αυτό που συμβαίνει σε αυτό το επίπεδο είναι ότι δύο χώρες, η Κίνα και η Ρωσία διαχειρίζονται πολιτικά δύο μεγάλες δεξαμενές παγκόσμιου οικονομικού πλούτου για να αδυνατίσουν τους ανταγωνιστές τους και να ενισχύσουν τα πολεμικά τους και γεωπολιτικά-διπλωματικά τους οπλοστάσια.

Η Ρωσία χρησιμοποιεί πολεμικά τον φυσικό της πλούτο σε υδρογονάνθρακες. Μάλιστα διαχειρίζεται όλο τον αντίστοιχο πλούτο του πλανήτη συντονίζοντας, με όπλο την πολιτικοδιπλωματική της υπεροχή, τον ενεργειακό εκβιασμό που ασκούν όλες οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες μαζί. Μέρος του ενεργειακού εκβιασμού και στραγγαλισμού του δυτικού πόλου είναι η πολιτική εκστρατεία δεκαετιών που κάνουν οι πράκτορές της Ρωσίας στην Δύση ενάντια στη χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας και ενάντια στη χρησιμοποίηση του στερεού άνθρακα σαν προσωρινή άμυνα στον ενεργειακό πόλεμο της Ανατολής. Είναι η Ρωσία που υπερτονίζει τον κίνδυνο από το φαινόμενο του θερμοκηπίου για να υποτάξει τους πάντες στο φυσικό της αέριο. (Σημειώνουμε εδώ πως η Κίνα δεν υφίσταται την ενεργειακή ασφυξία της Δύσης γιατί επενδύει στην πυρηνική ενέργεια, χρησιμοποιεί ατιμώρητα από το Κιότο τον άνθρακα και σταθερά αλλά αρκετά αδιόρατα εξαρτά μικρότερα και φτωχά κράτη, ιδιαίτερα στην Αφρική κι την λατινική Αμερική, για να της παραδίδουν το μονοπώλιο της παραγωγής τους υδρογονανθράκων).

Η Κίνα βασικά χρησιμοποιεί πολεμικά το απέραντο, μορφωτικά ανεπτυγμένο, αρκετά ειδικευμένο τεχνικά και πάμφθηνο εργατικό δυναμικό της. Λέμε πολεμικά γιατί θέλει να συγκεντρώσει στα χέρια της τον κορμό της παγκόσμιας μεταποίησης συντρίβοντας με το χαμηλό μεροκάματο και το φτηνό γιουάν και αποβιομηχανοποιώνας σχετικά τις χώρες του δυτικού πόλου. Ταυτόχρονα ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι των συσσωρευμένων υπερκερδών αυτού του οικονομικού πολέμου το διοχετεύουν οι κινέζοι κρατικομονοπωλιστές στην καθ αυτό πολεμική βιομηχανία, που τμήμα της είναι και η διαστημική βιομηχανία.

Η ανάπτυξη του ανατολικού πολεμικού ιμπεριαλιστικού πόλου δεν γίνεται χωρίς την ενεργητική συμμετοχή του μεγαλύτερου κομματιού του δυτικού ιμπεριαλιστικού μονοπώλιου. Αυτό επιδιώκει καλές πολιτικές σχέσεις με τον ανατολικό πόλο γιατί αυτός του επιτρέπει να συμμετέχει και στην εμπορία, και κερδοσκοπία πάνω στον φυσικό ενεργειακό του πλούτο και, κυρίως, να συμμετέχει στη λεηλασία της κινέζικης εργατικής δύναμης. Ειδικά στο σημείο αυτό στήνεται η ένοχη συνεργασία και θεμελιώνεται η γενική υφεσιακή πολιτική των δυτικών μονοπωλιστών απέναντι στον νεοναζιστικό άξονα. Γιατί αυτός δεν τους προσφέρει μόνο την κραιπάλη πάνω στο κορμί του νικημένου προς το παρόν κινέζικου επαναστατικού βιομηχανικού προλεταριάτου, αλλά και την κραιπάλη στο κορμί του δυτικού προλεταριάτου και του νέου βιομηχανικού προλεταριάτου του τρίτου πόλου που παντού βλέπει τα μεροκάματά του να βυθίζονται από τον άνισο ανταγωνισμό του κινέζικου μεροκάματου και της τεράστιας κινέζικης συσσώρευσης βιομηχανικού κεφαλαίου.

Να πως σκιαγραφείται κατά τη γνώμη μας η παγκόσμια αντίθεση που οδήγησε στη σημερινή κρίση:

Οι κρατικομονοπωλιστές φασίστες έκαναν την Κίνα το κέντρο της παγκόσμιας παραγωγής εμπορευμάτων υποχρεώνοντας το λαό τους και τους λαούς των υπόλοιπων νέων βιομηχανικών χωρών να καταναλώνουν όσο γίνεται λιγότερο αυτήν την παραγωγή. Οι μονοπωλιστές των ΗΠΑ, επικεφαλής όλου του παλιού βιομηχανικού βορά έκαναν τη χώρα τους, μέσο του διεθνούς πιστωτικού κεφάλαιου που άντλησαν, κέντρο της παγκόσμιας κατανάλωσης, ενώ ταυτόχρονα υπονόμευσαν ιδίως στη χώρα τους αλλά και σε όλο το βορά την βιομηχανική ανάπτυξη και το βιομηχανικό προλεταριάτου του τόσο αριθμητικά όσο και στις αμοιβές του. 
Τέλος οι κρατικομονοπωλιστές της Ρωσίας έσφιξαν παντού, και στον αμερικάνικο αλλά ιδιαίτερα στον ευρωπαϊκό βορά (που τον εξάρτησαν άμεσα ενεργειακά), τη βίδα του κεφαλικού φόρου στην παραγωγή και στην κατανάλωση των εμπορευμάτων ασκώντας έναν πολύχρονο οικονομικό εκβιασμό και μια τεράστια αφαίμαξη. 
Να ποιες είναι οι πιο έντονες πλευρές της αντίφασης ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και τον ατομικό της ιδιοποίησης: οι κινέζοι μονοπωλιστές μαστιγώνουν την παγκόσμια παραγωγή φτωχαίνοντας ταυτόχρονα τους πρώην πλούσιους λαούς, οι δυτικοί μονοπωλιστές προκαλούν υπερκατανάλωση των νεόπτωχων ενός όλο και πιο αποβιομηχανοποιήμενου βορά προσφέροντας τους με τη μορφή της πιστωτικής σπέκουλας τα υπερκέρδη τους αλλά και τις αποταμιεύσεις εκατομμυρίων μικρομεσαίων ακόμα και προλετάριων του πλανήτη, οι ρώσοι νεοχιτλερικοί εκβιαστές ληστεύουν και καπιταλιστές και λαούς, χτυπάνε και την παραγωγή και την κατανάλωση με την νέο-φεουδαρχική γαιοπρόσοδο τους.
Να πως έγινε κατά τη γνώμη μας και τούτη εδώ η κρίση σε σχέση με όλες τις άλλες μεταπολεμικές έχει τόσο βαθύ, τόσο καθολικό, τόσο ιστορικό χαρακτήρα. Να γιατί πιστεύουμε δεν θα ξεπεραστεί με την έννοια της επιστροφής στην προηγούμενη κατάσταση της σχετικής ευημερίας αν δεν ανατραπούν οι στρατηγικές αντιθέσεις και τάσεις που την προκάλεσαν.

Η δυνατότητα της κοινωνικής επανάστασης μέσα από την κρίση

Πιστεύουμε ότι οι πρωταγωνίστριες αστικές τάξεις σε αυτήν την κρίση θα βγουν όλες τραυματισμένες επειδή ολονών οι χώρες και οι λαοί θα υποφέρουν από αυτήν. Στη Δύση στη Ρωσία, στην Κίνα και στον Τρίτο κόσμο οι λαοί δεν θα δεχτούν αδιαμαρτύρητα να βασανιστούν από αυτήν την κρίση.

Οι δυτικοί φιλελεύθεροι ιμπεριαλιστές έχουν ήδη χάσει τα πιο πολλά σε χρήμα και σε ιδεολογικό κύρος. Μέσα σε λίγες βδομάδες κατέρρευσε ο φιλελευθερισμός της σχολής του Σικάγου που νόμισε ότι είχε καθαρίσει με τις οικονομικές κρίσεις το ίδιο βλακωδώς όσο νόμισε ότι είχε καθαρίσει στα 1980-1990 με τους ανατολικούς κρατικοφασίστες. Οι κευνσιανές ύαινες της κρατικής ρεμούλας εμφανίζονται σαν εναλλακτική λύση στους χρεωκοπημένους δογματικούς φιλελεύθερους αλλά όλοι τους μέχρι πριν μία βδομάδα ήταν ανοιχτόμυαλοι φιλελεύθεροι σοσιαλδημοκράτες και ήταν μέσα σε όλους τους τζόγους και σε όλες τις κυβερνήσεις. Το βασικό είναι ότι κανένας κευνσιανισμός δεν μπορεί να λύσει καμιά από τα μεγάλες αντιθέσεις του καιρού μας πέρα από τα να τις μεταφέρει από το ιδιωτικό στο καθαρά κρατικό επίπεδο. Έτσι είναι δυνατό οι καιροσκόποι κρατικιστές της τελευταίας στιγμής να αποσυνθέσουν μέσα από τον κρατικό ανταγωνισμό ακόμα και την πιο προοδευτική μεταπολεμική μεταρρύθμιση της αστικής τάξης που ήταν η ενοποίηση των παρόμοιας ανάπτυξης ευρωπαϊκών αστοδημοκρατικών κρατών.

Όμως οι λαοί στη Δύση φυλάνε πολλά για τους μονοπωλιστές και τους πουλημένους συνδικαλιστές τους που τους αφαίρεσαν μία-μία τις μεταπολεμικές οικονομικές κατακτήσεις. Μόνο που στις χώρες αυτές είναι ακόμα ισχυρός ο σοσιαλφασισμός, ιδιαίτερα ο τροτσκισμός και ο μ-λ τροτσκισμός, που η φύση του δεν έχει ακόμα φανερωθεί στην εργατική τάξη αφού εμφανίζεται σαν διαμαρτυρόμενος αντιεξουσιαστικός αντικαπιταλισμός και σαν εχθρός του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, δηλαδή του σοσιαλφασισμού. Γενικά ο σοσιαλφασισμός σε πρώτη φάση θα φανερωθεί στη Δύση μέσα στην κρίση σαν δύναμη αντίστασης, και μετά θα εμφανιστεί σαν μέρος του εχθρού και σαν κύριος εχθρός, είτε καταφέρει και πάρει την εξουσία και ασκήσει τη δικτατορία του, είτε δεν καταφέρει. Ιδιαίτερα ο σοσιαλφασισμός θα αποκαλυφθεί σαν τέτοιος στην πάλη των λαών ενάντια στο ρώσικο σοσιλιμπεριαλισμό που θα οξυνθεί πολύ στην ευρωπαϊκή ήπειρο και πάνω στην κρίση. Αυτή η διαδικασία αποκάλυψης θα είναι νομίζουμε πιο γρήγορη στην Ελλάδα όπου ο σοσιαλφασισμός είναι καθεστωτικός, καθαρά πρακτόρικος, δεν έχει τα εργατίστικα αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά στη μορφή που έχει στην ανεπτυγμένη Δύση και τον βαραίνει η πολύχρονη αποτελεσματική υπονόμευση των παραγωγικών δυνάμεων και η ψυχολογική και φυσική βία στα συνδικάτα. Αυτές του οι ιδιότητες θα γίνουν ακόμα πιο φανερές στη κρίση και ο δικός μας ρόλος, ο ρόλος της πραγματικής εργατικής πρωτοπορίας θα είναι καταλυτικός στο να τον αποκαλύψει και να ενώσει την εργατική τάξη. Το μεγάλο εμπόδιο στην ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα είναι ο νέου τύπου καθεστωτικός φαιοκόκκινος αντιαμερικανισμός, οπότε και ο φιλορωσισμός, που έχει γίνει πανεθνική, διακομματική και διαταξική κυρίαρχη ιδεολογία.

Πιστεύουμε ωστόσο ότι και ο ανατολικός ιμπεριαλιστικός πόλος θα χτυπηθεί βαθιά και από μια άποψη βαθύτερα γιατί σε αυτόν οι ταξικές αντιθέσεις μπορούν να λυθούν μόνο βίαια δηλαδή με εμφύλιο ή με ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Ήδη οι ρώσοι σοσιαλιμπεριαλιστές και οι ιρανοί σύμμαχοί τους έχουν χάσει ένα μεγάλο μέρος από την οικονομική τους ισχύ με την πτώση του πετρελαίου που έχει πέσει εξ αιτίας της χαμηλής ζήτησης και θα πέσει παραπέρα αν η κρίση βαθύνει παραπέρα. Ο ρώσικος λαός αρχίζει να αμφισβητεί τη σοφία του Πούτιν που του πρόσφερε φασισμό έναντι μικρής ευημερίας, στην ουσία δωροδοκίας από την πετρελαϊκή υπερ-γαιοπρόσοδο. Τώρα που αυτή η γαιοπρόσοδος έπεσε και πολλά ξένα κεφάλαια έφυγαν από τη Ρωσία θα αμφισβητηθεί και η πουτινική δικτατορία από τον ρώσικο λαό. Το ρώσικο προλεταριάτο έχει βαθύ χαραχτήρα και μακρυά σοσιαλιστική εμπειρία αλλά του λείπει η πολιτική κατανόηση του σκοτεινού περάσματος από το σοσιαλισμό στο σοσιαλφασισμό, από τον Στάλιν δηλαδή στους Χρουστόφ-Μπρέζνιεφ, ενώ το πέρασμα από τον μπρεζνιεφισμό στην υποτιθέμενη αστική δημοκρατία προβοκαρίστηκε από τους καγκεμπίτες και ήταν τόσο επώδυνο για την ρώσικη εργατική τάξη ώστε κάθε δημοκρατισμός έγινε ύποπτος σαν τέχνασμα της πιο διεφθαρμένης ολιγαρχίας. Από την άλλη ο μεγαλορώσικος σοβινισμός των σοσιαλφασιστών έχει διαφθείρει σε μεγάλο βαθμό το ρώσικο προλεταριάτο.

Πιο μεγάλο κίνδυνο διατρέχουν οι κινέζοι σοσιαλφασίστες που πολλοί θεωρούσαν ακλόνητους στην κρίση. Όμως δεν μπορεί να χτυπηθεί ο ένας πόλος ενός δίπολου που ας πούμε είναι η ατμομηχανή της κατανάλωσης (βασικά οι ΗΠΑ) χωρίς να χτυπηθεί και ο πόλος που είναι η ατμομηχανή της παραγωγής. Ήδη η παραγωγή στην Κίνα πέφτει, και τα εργοστάσια κλείνουν επειδή μειώνονται οι εξαγωγές στο Βορρά. Οι σοσιαλφασίστες διαθέσανε στην εσωτερική αγορά τους 600 δις δολάρια για να συνεχιστεί η παραγωγή, αλλά αυτά τα κεφάλαια θα πάνε τελικά για να δυναμώσουν τον εμπορικό πόλεμο με τη Δύση και όχι για να προκαλέσουν αύξηση της κατανάλωσης στην Κίνα υπέρ και των εξαγωγών από τη Δύση, πράγμα που θα αποτελούσε μια εξισορροπιστική κίνηση για τις παγκόσμιες αγορές οπότε και για την απασχόληση στην Κίνα. Η ανεργία στην Κίνα αναπόφευκτα θα δυναμώσει και αυτό ήδη γεμίζει με ρίγη τους κινέζους σφετεριστές της εργατικής εξουσίας. Αυτοί κατάφεραν να πάρουν την πολιτική εξουσία υποσχόμενοι και εν μέρει καταφέροντας να προσφέρουν αύξηση μισθών σε ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης του κρατικού τομέα λόγω της εισαγωγής του δυτικού υπερσύγχρονου βιομηχανικού κεφάλαιου. Τώρα οι κινέζοι άνεργοι θα αμφισβητήσουν αυτήν την αλλαγή και ήδη τμήματα του κινέζικου λαού εξεγείρονται αυθόρμητα χιλιάδες φορές στη διάρκεια όλων αυτών των σκοτεινών χρόνων. Το πιο βασικό είναι ότι χάρη στο Μάο Τσετουγκ η κινέζικη εργατική πρωτοπορία έχοντας συμμετάσχει μαζικά στο παρατεταμένο και βαθύ πολιτικό κίνημα της Πολιτιστικής Επανάστασης έχει συλλάβει τον ταξικό χαρακτήρα του περάσματος από την επαναστατική εργατική εξουσία στην εποχή της τεγκικής παλινόρθωσης. Ύστερα επειδή συμμετείχε και στην μεγάλη εξέγερση της Τιεν Αν Μεν έκανε φανερό και στον εαυτό της και στην ανθρωπότητα τι σήμαινε το πέρασμα από την αστοφιλελεύθερη καπιταλιστική παλινόρθωση στην σοσιαλ-φασιστική δικτατορία της αστικής τάξης.

Στην ουσία στην Κίνα βρίσκεται μια μεγάλη ελπίδα για την έναρξη ενός νέου επαναστατικού κύματος στον κόσμο. Ο μόνος τρόπος για να ανατιμετωπίσουν οι κινέζοι ηγέτες μια λαϊκή εξέγερση είναι να ρίξουν το λαό πρόωρα σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο αφού ήδη τον έχουν δηλητηριάσει με τον Χαν σοβινισμό.

Σε κάθε περίπτωση μπαίνουμε σε μια νέα εποχή όπου τα ταξικά κινήματα θα είναι πιο έντονα σε ανατολή και Δύση και θα ενώνονται με τα όλο και πιο ριζοσπαστικά αντι-σοσιαλφασιστικά δημοκρατικά και εθνοανεξαρτησιακά κινήματα του τρίτου κόσμου, που θα είναι οπωσδήποτε τα κύρια επαναστατικά κινήματα της εποχής που έρχεται. Είναι ιδιαίτερα οι χώρες και οι λαοί που καταπιέζονται από τους ανατολικούς φασισμούς που θα είναι οι πρώτοι χώροι έκρηξης των νέων επαναστάσεων. Μόνο που αυτοί οι λαοί και οι χώρες δεν θα είναι μόνοι τους όπως τώρα που οι δυτικοί λαοί ζούσαν σε μια εύθραυστη μισο-ευημερία σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Τώρα αυτό θα αλλάξει παρόλο που η κρίση φέρνει μαζί της και μια τάση απάθειας και εξουθένωσης σε ένα τμήμα των μαζών.

Η κρίση που διανύουμε θα βαθύνει παραπέρα και όχι μόνο δεν θα αμβλύνει τις μεγάλες οικονομικο-πολιτικές αντιθέσεις που εκθέσαμε σε αυτό το άρθρο αλλά θα τις πάει στην άκρη τους. Η κρίση θα επιταχύνει τους όρους ενός τρίτου παγκόσμιου πόλεμου. Όμως, ταυτόχρονα θα φέρει τους λαούς για πρώτη φορά μετά την εποχή της ρώσικης και της κινέζικης παλινόρθωσης της εικοσαετίας 1960-1980 ξανά στο ιστορικό προσκήνιο. Ήδη έρχεται στο προσκήνιο ξανά η θεωρητική προυπόθεση κάθε σύγχρονης κοινωνικής επανάστασης, ο αθάνατος μαρξισμός που όλο και περισσότερο θα παρουσιάζεται στην πιο ανεπτυγμένη ιδεολογικοπολιτική του μορφή σαν μαρξισμός-λενινισμός-μαοϊσμός.

Οκτώβρης 2008