Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Η «ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ» ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΣΟΒΙΝΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΟΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ- ΠΕΤΥΧΑIΝΟΥΝ ΤΗ ΦΑΣΙΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΧΩΡΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΤΟΥΣ ΑΠΌ ΤΟΝ ΑΝΤΙΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΡΩΣΟΚΙΝΕΖΙΚΟ ΑΞΟΝΑ

Οι φίλοι της ειρήνης και της δημοκρατίας δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από τη συμφωνία των Πρεσπών. Το μόνο που κάνει αυτή η συμφωνία είναι να οξύνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες και να δίνει μια μεγάλη ώθηση στις φασιστικές, εθνοσοβονιστικές, αντιευρωπαϊκές και στην ουσία ρωσόφιλες δυνάμεις στις δύο χώρες. Αυτό οφείλεται στο ότι με αυτή τη συμφωνία αναγνωρίζεται στην Ελλάδα από τον ιμπεριαλισμό, δυτικό και ανατολικό, ο ρόλος του κράτους καταπιεστή σε βάρος ενός άλλου μικρότερου κράτους που υποχρεώνεται να αλλάζει το όνομα και το σύνταγμα του κάτω από την απειλή του εμφύλιου, του διαμελισμού και τελικά της εξωτερικής επίθεσης.

 

Η αντιδραστική φύση αυτής της συμφωνίας κρύβεται από το γεγονός ότι η σοβινιστική πλειοψηφία του ελληνικού πολιτικού κόσμου και οι ψευτοκομμουνιστές την καταγγέλλουν σαν προδοτική γιατί δεν είναι τόσο κτηνώδης όσο θα θέλανε, δηλαδή γιατί επιτρέπει σε αυτή τη χώρα να διατηρεί πολύ έμμεσα και πολύ δειλά κάποια στοιχεία από τον εθνικό της χαρακτήρα όπως πχ τη γλώσσα της καθώς και το δικαίωμα της να συμμετέχει σε διεθνείς πολιτικούς και στρατιωτικούς οργανισμούς όπως η ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Έτσι η σύγκρουση του αποκτηνωμένου σοβινιστικού μπλοκ της «Μίας και μόνης Μακεδονίας» του φασιστοσαμαρά, των ναζι- χρυσαυγιτών και των φασιστο-λεβέντηδων με τον ΣΥΡΙΖΑ, εμφάνισαν στα μάτια των προοδευτικών ανθρώπων τον τελευταίο σαν ενσάρκωση της διεθνιστικής αριστεράς.

Πράγματι θα μπορούσε κάποιος αριστερός άνθρωπος σχεδόν να συγκινηθεί αν έβλεπε τον Βίτσα του ΣΥΡΙΖΑ να κραδαίνει τσιτάτα του Λένιν μπροστά στον κνίτη Παφίλη υπέρ της αυτοδιάθεσης των εθνών χωρίς να ξέρει ότι ο “διεθνιστής” αυτός χρημάτισε για καιρό υφυπουργός στρατιωτικών με προϊστάμενο το μακεδονομάχο και τουρκοφάγο Καμμένο. Ακόμα περισσότερο θα μπορούσε κανείς να συγκινηθεί με τον Τσίπρα την ώρα που υπεράσπιζε την εθνικά μακεδόνισσα ηρωίδα του ΔΣΕ και του ζαχαριαδικού ΚΚΕ Γκίνοβα κόντρα στον Κουτσούμπα αν δεν σκεφτόταν ότι και αυτός είχε μόλις διορίσει σαν υπουργό άμυνας οπότε και σαν φρουρό του «διεθνισμού» του τον αγαπημένο αρχηγό των ΟΥΚ που το πνεύμα τους έγινε σε όλους γνωστό από το σύνθημα σε εθνική παρέλαση «Τους λένε Σκοπιανούς, τους λένε Αλβανούς, τα ρούχα μου θα ράψω με δέρματα απ' αυτούς».

Αλλά η μεγάλη βρωμιά του ΣΥΡΙΖΑ σε ότι αφορά τη χώρα μας δεν βρίσκεται στις ξεδιάντροπες μεταμφιέσεις των στελεχών του, βρίσκεται στο γεγονός ότι οι Πρέσπες δεν ήρθαν σαν αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης πολιτικής και ιδεολογικής δουλειάς στις μάζες η οποία θα τις προετοίμαζε για μια συμφωνία που αναγνώριζε κάποιους άλλους ανθρώπους σε αυτόν τον κόσμο εκτός από τους βορειοελλαδίτες σαν Μακεδόνες. Η αληθινή πολιτική και προπαγανδιστική δουλειά που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ για το μακεδονικό πλατειά στο λαό και όχι σε κύκλους φίλων του διήρκησε ακριβώς πέντε μέρες, όσο η συζήτηση μέσα στη Βουλή την ώρα που τα συλλαλητήρια των δεκάδων χιλιάδων που οργάνωναν οι σοβινιστές και οι φασίστες είχαν πίσω τους προπαγανδιστική δουλειά τουλάχιστον δυόμιση δεκαετιών, χώρια από τη συνολική δουλειά της αστικής τάξης επί έναν ολόκληρο αιώνα για να εδραιώσει την ιδέα μιας σημερινής ελληνικής Μακεδονίας ιδιοκτήτη του ονόματος και της «πολιτιστικής ανωτερότητας» που αυτό εκπροσωπεί και η οποία επιπλέον τάχα απειλείται με κατοχή εδάφους από ένα μικρό γειτονικό κράτος που θα γίνει όργανο επέκτασης ενός μεγάλου. Έτσι οι Πρέσπες ήρθαν ξαφνικά πάνω σ αυτόν τον απροετοίμαστο λαό με τη μορφή του πολιτικού πραξικοπήματος. Η απόδειξη ότι αυτοί που το έκαναν δεν νοιάζονταν καθόλου για τη δημοκρατία και το διεθνισμό είναι ότι ήρθαν στην εξουσία συνεργαζόμενοι με τους χρυσαυγίτες στο Σύνταγμα των αγανακτισμένων στο πρώτο μεγάλο πανεθνικό κίνημα κατά της Ευρώπης και του αστικού κοινοβουλευτισμού. Επιπλέον αυτοί που πρόβαλαν ξαφνικά μέρος της αληθινής ιστορίας του μακεδονικού ήταν οι ίδιοι που προηγούμενα είχαν γίνει αφερέγγυοι επειδή πείνασαν παραπέρα το λαό και ωμά τον εξαπάτησαν. Και όλα αυτά πάλι στο όνομα της Ευρώπης. Είναι κάτω από αυτές τις συνθήκες που η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έριξε αυτές τις μάζες για πρώτη φορά τόσο γερά στα χέρια του σοβινοφασισμού και άρχισε να τις εξοικειώνει και να τις συμφιλιώνει ιδεολογικά με τους αρχηγούς του ρατσιστικού σοβινισμού και της ρωσοδουλείας, τους νεοταγματασφαλίτες της ΧΑ , αφού πρώτα τις είχε προετοιμάσει γι αυτό με την προβοκατόρικη πολιτική του των ανοιχτών συνόρων στο μεταναστευτικό. Ο ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε δηλαδή στη χώρα μας για μια ακόμα φορά σαν προβοκάτορας κατά των πραγματικών διεθνιστών και των πραγματικών αντιφασιστών προωθώντας στην πράξη τον αντιδυτικισμό και τη φαιο-«κόκκινη» ιδεολογία του ρωσοκινεζικού άξονα. Μέσα από την κοινοβουλευτική του εμφάνιση ο ΣΥΡΙΖΑ έριξε επίσης δίχτυα προς τους Μακεδόνες της εθνικής μειονότητας, ενώ αναβίωνε στην πράξη στην πλειοψηφία του πληθυσμού την πιο άρρωστη και την πιο φασιστικού τύπου εχθρότητα ενάντια τους, ενάντια στους διεθνιστές και όλους εκείνους που υπερασπίζουν τις Πρέσπες με μια αριστερή λογική χωρίς να καταλαβαίνουν ακόμα την πραγματική ιστορική και πολιτική φύση της. Εννοείται ότι όσοι συριζαίοι δέχονται επιθέσεις από τους σοβινιστές και ναζήδες κανιβάλους πρέπει να έχουν την πιο σαφή υποστήριξη από όλους τους δημοκράτες παρά το σοσιαλφασιστικό και προβοκατόρικο χαρακτήρα της ηγεσίας αυτού του κόμματος. Όμως ταυτόχρονα όλοι οι δημοκράτες αντιφασίστες όχι μόνο δεν πρέπει κάτω από αυτές τις συνθήκες να δουν τις Πρέσπες σαν μια νίκη τους, αλλά πρέπει να τις δουν σαν έναν μεγάλο κίνδυνο για τη δημοκρατία και ταυτόχρονα σαν μια ευκαιρία για να απευθυνθούν σε όλο τον ελληνικό λαό και ιδιαίτερα τους παραπλανημένους από τους σοβινοφασίστες και θυμωμένους κάτοικους της ελληνικής Μακεδονίας και να τους καθησυχάσουν. Σε αυτή τη μάχη έχει μεγάλο ρόλο να παίξει η καταπιεσμένη και παραπεταμένη και από την ψευτοαριστερά μακεδονική εθνική μειονότητα που η κατασυκοφαντημένη πολιτική ηγεσία της έχει αποδείξει ότι υπερασπίζει όχι μόνο τα δημοκρατικά δικαιώματα της, αλλά γενικά το δημοκρατισμό στη χώρα καθώς και την εθνική ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της καθώς είναι από θέση αρχής ενάντια σε κάθε σοβινισμό και επεκτατισμό στα Βαλκάνια οπότε και ενάντια σε αυτόν της μεγάλης Μακεδονίας.

Στην ουσία το μόνο επιχείρημα της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ που μπορεί να φέρει σε σύγχυση τους πραγματικούς δημοκράτες και διεθνιστές σε ότι αφορά τη φύση της συμφωνίας των Πρεσπών είναι το εξής: ότι σε κάθε περίπτωση αποτελεί μια προσφορά στο κράτος και στους κατοίκους της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, γιατί είναι οπωσδήποτε καλύτερη (ιδιαίτερα η ένταξη τους σε ΕΕ και ΝΑΤΟ) παρά η συνέχιση της επικράτησης της γραμμής της μη αναγνώρισης που έχουν επιβάλει οι σοβινιστές στη χώρα μας. Μα οι εθνικά Μακεδόνες της γειτονικής χώρας ήδη απάντησαν με τη στάση τους στο δημοψήφισμα στη δική τους χώρα, στο οποίο έκαναν συντριπτική αποδοκιμαστική αποχή ενάντια στη συμφωνία. Και έκαναν αποχή, και δεν είπαν καθαρά «όχι», γιατί σε αυτό το δημοψήφισμα τους τοποθετήθηκε κάτι που θέλανε, που ήταν η ένταξη κυρίως στο ΝΑΤΟ λόγω του φόβου τους για τον αλβανικό σοβινισμό, και κάτι που δεν θέλανε πολύ περισσότερο, που ήταν η αλλαγή του ονόματος της χώρας τους. Έχουμε την εκτίμηση ότι αυτό που κυρίως θέλανε οι εθνικά Μακεδόνες, την ένταξη στο ΝΑΤΟ, τελικά δεν θα τους το δώσει η συμφωνία και, αν κάτι τέτοιο συμβεί, αυτό θα τους σύρει ακόμα πιο ορμητικά στην αγκαλιά της Ρωσίας από όσο ήδη τους έχει δραματικά σπρώξει προς αυτήν η συμφωνία των Πρεσπών και ο ομόλογος του Τσίπρα εξίσου δόλιος Ζάεφ (αν και το κόμμα του, το σοσιαλδημοκρατικό δεν είναι φασιστικό στην ηγεσία του όπως ο ΣΥΡΙΖΑ). Αλλά πέρα από ότι το ΝΑΤΟ δεν έχει αναχαιτίσει αλλά αντίθετα έχει στην κύρια πλευρά ενθαρρύνει τον αλβανικό σοβινισμό και στο Κόσσοβο και στη Δημοκρατία της Μακεδονίας , οι ίδιες οι Πρέσπες περιέχουν μέσα τους, όπως κάθε προηγούμενη συμφωνία (αυτή του 1993 και η ενδιάμεση του 1995) ένα συνειδητό κοινό μέτωπο του ελληνικού και του αλβανικού εθνικισμού ενάντια στον εθνοτικά κύρια μακεδονικό χαρακτήρα της χώρας.

Όμως εκείνο που αποδεικνύει ότι οι Πρέσπες δεν είναι κάτι το προοδευτικό για τη γειτονική χώρα είναι κάτι που το φανέρωσε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή όταν υπεράσπιζε τη συμφωνία των Πρεσπών επιμένοντας να υπερακοντίζει τους σοβινοφασίστες σε ψεύτικο πατριωτισμό με το επιχείρημα ότι αν δεν υπήρχαν οι Πρέσπες η γειτονική χώρα θα αναγνωριζόταν από όλο τον πλανήτη σαν Δημοκρατία της Μακεδονίας, δηλαδή με το συνταγματικό της όνομα. Είναι ακριβώς έτσι. Πραγματικά αν υπήρχε μόνο η σοβινοφασιστική γραμμή της απόλυτης άρνησης του ονόματος θα ήταν η Ελλάδα και όχι η Δημοκρατία της Μακεδονίας που θα είχε απομονωθεί από τη Δύση, ενώ τελικά και η Ρωσία θα είχε αναγκαστεί να πάρει καθαρή θέση και όχι να παριστάνει το γεφυροποιό, οπότε ο λαός της γειτονικής χώρας δεν θα είχε διασπαστεί ούτε θα άρχισε να στρέφεται προς τη Ρωσία, ενώ ο δικός μας λαός βλέποντας αυτή τη διεθνή αποδοκιμασία της γραμμής μιας και μόνο Μακεδονίας θα είχε αρχίσει να αναρωτιέται για το δίκιο των νέων μακεδονομάχων.

Οι Πρέσπες είναι στην ουσία ο έξυπνος σοβινισμός και ιμπεριαλισμός. Είναι η τακτική του καλού μπάτσου που διεισδύει ψυχολογικά στο θύμα και το ταλαντεύει. Αλλά χωρίς τον κακό μπάτσο, δηλαδή χωρίς τους βάρβαρους σοβινοφασίστες ο καλός μπάτσος δεν μπορεί να κάνει πειστικούς τους εκβιασμούς του στο θύμα. Οι Πρέσπες είχαν αυτό το κύριο στόχο: Να πετύχουν από τη γειτονική χώρα να αρνηθεί η ίδια το όνομα της, δηλαδή να αμφισβητήσει βαθύτερα τον εθνικό της χαρακτήρα και να διαταράξει παραπέρα την πολιτική και εθνική της συνοχή. Αλλά χωρίς τους σοβινοφασίστες να πιέζουν οι Πρέσπες δεν θα είχαν αποτέλεσμα, δηλαδή δεν θα παρέδιδε ποτέ το νεαρό γειτονικό έθνος ένα κρατικό όνομα που το κέρδισε σαν επιστέγασμα όλων των αγώνων του επειδή συμμετείχε στο δίκαιο αντιφασιστικό δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Για έναν τέτοιο τίτλο τιμής ότι δηλαδή το κράτος τους γεννήθηκε και το έθνος τους αναγνωρίστηκε σαν τέτοιο μέσα από έναν τόσο προοδευτικό αγώνα δεν μπορούν να περηφανευτούν τα τέσσερα κράτη που του αρνήθηκαν και του αρνούνται ακόμα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την εθνογέννεση και την κρατική ύπαρξη, δηλαδή η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Σερβία και η Αλβανία. Η ανοιχτή άρνηση αυτού του κρατικού ονόματος από την Ελλάδα και στη συνέχεια από τους ιμπεριαλιστές της Δύσης και τελικά η αλλαγή αυτού του ονόματος ήταν ένα πολύ μεγάλο πλήγμα που δεν θα μπορούσε να μην αποσταθεροποιήσει πολιτικά και να μην διασπάσει βαθιά τη γειτονική χώρα.

Γι αυτό πιστεύουμε ότι οι Πρέσπες δεν είναι ένας σταθμός προς την ειρήνη και την ανεξαρτησία της γειτονικής χώρας αλλά προς την παραπέρα καταπίεση της και την εξάρτηση της από τον ιμπεριαλισμό και ιδιαίτερα την απορρόφηση της από το ρώσικο φασιστικό σοσιαλιμπεριαλισμό που από την πρώτη στιγμή της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας της γειτονικής χώρας χρησιμοποίησε τα μεγάλα ελληνικά κόμματα για να παίξουν κυρίως το ρόλο του κακού μπάτσου (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και αργότερα την ναζιΧΑ) δηλαδή να σπρώξουν τη γειτονική χώρα έξω από την Δύση, οπότε προς τη Ρωσία, ενώ αντίθετα ο ΣΥΡΙΖΑ έπαιξε το ρόλο του καλού μπάτσου, δηλαδή το ρόλο της προσέγγισης και της απορρόφησης της γειτονικής χώρας για λογαριασμό της Ρωσίας εμφανιζόμενος πάντα σαν σύμμαχος των δυτικών φιλελεύθερων και φίλος των διεθνιστών.

Πρόκειται για δύο συμπληρωματικούς ρόλους που υπηρετούν έναν κοινό σκοπό. Γι αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ ενώ εμφανίζεται σαν ο κατ εξοχήν αντιναζιστής είναι ταυτόχρονα και ο προστάτης της νομιμότητας της ΧΑ, δηλαδή της διατήρησής της σαν κοινοβουλευτικό κόμμα. Και δεν φροντίζει μόνο ο καλός μπάτσος για τον κακό αλλά και ο κακός για τον καλό. Έτσι δεν υπάρχει φασιστικός νόμος για την άλωση του κρατικού μηχανισμού και των ΜΜΕ από το ΣΥΡΙΖΑ και τους φίλους του που να μην τον έχει υποστηρίξει με πάθος και ψηφίσει η ναζιστική συμμορία, όπως άλλωστε και το αντι-πρεσπικό ψευτοΚΚΕ.

Η πραγματικά διεθνιστική γραμμή στο μακεδονικό είναι και ήταν πάντα μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Γιατί δεν της επιτρέπεται να μένει ποτέ σε μισόλογα αλλά πρέπει να πηγαίνει ως το βάθος της άρνησης των βαθιά ριζωμένων προκαταλήψεων με τις οποίες έχει δηλητηριάσει το λαό μας -ιδιαίτερα μετά τη διάλυση του αληθινού ΚΚΕ - μια άρχουσα τάξη που χαρακτηρίζεται ιστορικά από αυτό το μείγμα δουλικότητας απέναντι στους πιο ισχυρούς κάθε εποχής και περιφρόνησης και καταπίεσης των πιο αδύναμων σε συνεργασία με τους πρώτους και για λογαριασμό τους . Αυτή η διπλή στάση μπορεί να φτάσει στην απόλυτη βαναυσότητα αν ο δούλος είναι σίγουρος για την τάχα αυτοκρατορική καταγωγή του η οποία σε ζωντανή σύγκριση με την πραγματικότητα της κατάστασής του ασταμάτητα τον ταπεινώνει.