Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ

Δημοσιεύτηκε στο φ. 1 της Νέας Ανατολής, 30 Ιούλη 1985

 

Α. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ

Καθοδηγητική ιδεολογία της ΟΑΚΚΕ, είναι ο Μαρξισμός – Λενινισμός – Σκέψη Μάο Τσε Τούνγκ (Μαοϊσμός). Ο Μαρξισμός –Λενινισμός- Σκέψη Μάο είναι η θεωρία του παγκόσμιου επαναστατικού προλεταριάτου. Με την έννοια αυτή αποτελεί και τη θεωρητική συμπύκνωση της πολύχρονης εμπειρίας του σαν τάξης για τον εαυτό της, αλλά και ότι πιο φωτισμένο έχει παραχθεί από την ανθρωπότητα στη σφαίρα της φιλοσοφίας, της πολιτικής οικονομίας και του επιστημονικού σοσιαλισμού.

«Δίχως επαναστατική θεωρία, δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα». Αυτή η μεγάλη λενινιστική θέση, αποχτά σήμερα μια ξεχωριστή σπουδαιότητα. Ο ρεβιζιονισμός και ο οπορτουνισμός παγκόσμια, αλλά και στη χώρα μας, έχουν καλύψει με ένα όγκο λάσπης την επαναστατική θεωρία. Έχουν οδηγήσει συνειδητά την εργατική τάξη και τους λαούς, όπου κυριαρχούν, στην άγνοια και το χειρότερο στη διαστρέβλωση του μαρξισμού. Ακριβώς επειδή οι μαρξιστικές ιδέες έχουν μια ακατανίκητη δύναμη, ακριβώς γι’ αυτό σήμερα, όλο και περισσότερο οι αντιδραστικοί ντύνονται με το περικάλυμά τους, για να κρύψουν τις δικές τους αστικές, αντεπαναστατικές ιδέες.

Το να καθαρίσουμε από αυτές τις λάσπες το έδαφος της μαρξιστικής θεωρίας, και να ξεσκίσουμε το ψεύτικο περικάλυμα του ρεβιζιονισμού και κάθε λογής οπορτουνισμού είναι σήμερα το πρωταρχικό μας καθήκον, σε δύο μέτωπα.

α. Στο μέτωπο της υποστήριξης των γενικών αρχών και της γενικής παγκόσμιας στρατηγικής κατεύθυνσης της επανάστασης σύμφωνα με τη θεωρία του Μαρξισμού – Λενινισμού- Σκέψης Μάο Τσε Τούνγκ.
β. Στο μέτωπο της εξειδικευμένης εφαρμογής αυτών των αρχών και αυτής της παγκόσμιας στρατηγικής κατεύθυνσης, στις συνθήκες της δικής μας χώρας, που σημαίνει και στο μέτωπο της πάλης ενάντια στο ρεβιζιονισμό, τον οπορτουνισμό και κάθε λογής ξένη προς το προλεταριάτο ιδεολογία μέσα στη χώρα μας.

Αυτός είναι ο πρώτος απαραίτητος όρος για τη συγκρότηση ενός Νέου ΚΚΕ. Το μεγαλύτερο εμπόδιο σε αυτή τη συγκρότηση είναι σήμερα εκείνο το πολιτικό κόμμα, που καταφέρνει να εξαπατάει βαθειά, τα πρωτοπόρα ταξικά στοιχεία της εργατικής τάξης και του λαού και να δηλητηριάζει τις συνειδήσεις αριστερών ανθρώπων σε μια πρωτοφανή κλίμακα. Πρόκειται για το ΚΚεξ. ένα κόμμα, που καμώνεται πως είναι ο συνεχιστής του παληού ηρωϊκού ΚΚΕ, ενώ είναι αντίθετα ο αρνητής του. Το ΚΚεξ είναι ένα κόμμα ρεβιζιονιστικό. Συμβαίνει μάλιστα αυτό το κόμμα να είναι το αντίθετο από εκείνο που εμφανίζεται να είναι. Το ΚΚεξ ανεξάρτητα ακόμα και από τη θέληση της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών και οπαδών του, καθοδηγείται από μια αντεπαναστατική ομάδα, τυφλό υπηρέτη των συμφερόντων του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού.

Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΜΑΟ ΤΣΕ ΤΟΥΓΚ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΘΗΚΟΝ
Να είμαστε σήμερα μαρξιστές – λενινιστές, σημαίνει δίπλα στο μαρξισμό- λενινισμό και σαν αδιάσπαστη συνέχειά του να τοποθετούμε τη Σκέψη Μάο Τσε Τούνγκ δηλαδή τη κγενικευμένη παγκόσμια πείρα του προλεταριάτου στην εποχή του ιμπεριαλισμού και του σοσιαλιμπεριαλισμού, την εποχή της προλεταριακής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Η Σκέψη Μάο, απλώνεται σε όλες τις σφαίρες της μαρξιστικής σκέψης και πράξης. Στο διαλεχτικό υλισμό, την πολιτική οικονομία και τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Σε όλα αυτά τα πεδία, η συνεισφορά του Μάο είναι ανεκτίμητη, σε όλα αυτά ο Μάο ανάπτυξε τον μ-λ.

Όμως πρέπει να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής το έδαφος από τον εκλεχτισμό σε αυτό το ζήτημα. Αυτού του είδους ο θεωρητικός οπορτουνισμός χαρακτηρίζεται από την ιδιότητά του να διαμορφώνει τις θέσεις του τσιμπολογώντας από εδώ και από εκεί, από διαφορετικές πλευρές της μαρξιστικής θεωρίας και να αρνείται ουσιαστικά τις βαθύτερες θέσεις των κλασσικών του μαρξισμού.

Ο μαρξισμός είναι ένα σύστημα σκέψης και ανακαλύψεων σε μια σειρά τομείς. Όμως, όποιος δεν δέχεται τη διχτατορία του προλεταριάτο δεν μπορεί να θεωρηθεί μαρξιστή, ακόμα και αν δέχεται ολάκερη τη θεωρία του Μάρξ για την υπεραξία, ή τη φιλοσοφία του, του διαλεχτικού και ιστορικού υλισμού.

Ο Λενινισμός είναι ανάπτυξη του μαρξισμού, πάλι σε ένα απέραντο έδαφος σε μια επόμενη ιστορική περίοδο. Αν κάποιος δέχεται τη Λενινιστική διδασκαλία για το κόμμα νέου τύπου ή τη στρατηγική και ταχτική της σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά δεν δέχεται τη θεωρία για τον ιμπεριαλισμό και τη θέση για τη δυνατότητα της νίκης της επανάστασης σε μια χώρα, το αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί λενινιστής.
Έτσι δεν μπορεί κανείς σήμερα να θεωρηθεί οπαδός το μαοϊσμού, αν δεν αποδέχεται τη θεωρία του, για τη συνέχιση της επανάστασης κάτω από τις συνθήκες της διχτατορίας του προλεταριάτου, ιδιαίτερα αν δεν αποδέχεται τη μεγαλειώδη του ανακάλυψη για την ύπαρξη αστικής τάξης μέσα στο κόμμα.

Η πελώρια συνεισφορά του Μάο στο ζήτημα της δημοκρατικής – αντιϊμπεριαλιστικής επανάστασης στις καταπιεζόμενες από τον ιμπεριαλισμό, φεουδαρχικές και μισοφεουδαρχικές χώρες, η συνεισφορά του στο ζήτημα της πολιτικής οικονομίας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, η εμβάθυνσή του στο διαλεχτικό και ιστορικό υλισμό, τέλος η στρατηγική σύλληψη των τριών κόσμων ,όλα αυτά, ίσως και μόνο ένα από αυτά θα ήταν σε θέση να κατατάξουν το Μάο στους μεγάλους θεωρητικούς της προλεταριακής επανάστασης, δίπλα στους Μάρξ – Ένγκελς – Λένιν – Στάλιν.

Όμως αυτό που χαρακτηρίζει το Μαοϊσμό σαν ΑΝΑΠΤΥΞΗ του μαρξισμού- λενινισμού, είναι ακριβώς η θεωρία του για τη συνέχιση της επανάστασης, έτσι όπως μπήκε σε εφαρμογή μέσα στη Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση.

Όπως κάθε μεγάλη ανακάλυψη στην ιστορία της εργατικής τάξης, έτσι κι αυτή είχε την υλική της βάση μέσα στο καμίνι της ταξικής πάλης και μάλιστα είχε την αφετηρία της μέσα σε μια ήττα της εργατικής τάξης. Πρόκειται την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην πρώτη σοσιαλιστική χώρα, στην ΕΣΣΔ. Πρόκειται για ένα γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας που το μέγεθός του η ανθρωπότητα όλο και περισσότερο σήμερα και περισσότερο στο μέλλον θα συνειδητοποιεί, ένα γεγονός με πελώριες πρακτικές αλλά και ιδεολογικές συνέπειες. Με διαύγεια, τόλμη και απαράμιλλη πνευματική δύναμη ο Μάο μετά την πρωτοπόρα πάλη αρχών του ’63 – 64, ενάντια στο ρώσικο ρεβιζιονισμό, που έδωσε κάτω από τη δική του καθοδήγηση το ΚΚ Κίνας, διατύπωσε τις θέσεις «Ο ρεβιζιονισμός στην εξουσία είναι η αστική τάξη στην εξουσία… Στη σημερινή ΕΣΣΔ, υπάρχει η διχτατορία της αστικής τάξης, η διχτατορία της μεγαλοαστικής τάξης. Είναι μια διχτατορία γερμανικού φασιστικού τύπου, μια διχτατορία χιτλερική».

Στα 1968, μετά την εισβολή των σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία, ο Μάο κατάγγειλε την ΕΣΣΔ σαν σοσιαλιμπεριαλισμό και προσάρμοζε στη νέα πραγματικότητα την παγκόσμια προλεταριακή στρατηγική με την εκπόνηση της θεωρίας των τριών κόσμων. Αυτός ο μεγάλος διαλεχτικός, ήξερε ότι κάτω από ορισμένες συνθήκες κάθε πράγμα μετατρέπεται στο αντίθετό του. Μελετώντας την ίδια την πείρα της ταξικής πάλης στην Κίνα και διαβλέποντας τον κίνδυνο η χώρα του να ακολουθήσει το δρόμο της ΕΣΣΔ, καθοδήγησε το ΚΚΚ στη Μεγάλη Προλετατιακή Πολιτιστική Επανάσταση δίνοντας μια νέα πρωτοφανέρωτη διάσταση στην ταξική πάλη, καθώς καλούσε την εργατική τάξη και το λαό της Κίνας να συγκεντρώσει τα πυρά του, ενάντια στο κομμάτι της αστικής τάξης, που ήταν μέσα στο κόμμα.

«Κάνουμε» είπε «την επανάσταση και δεν ξέρουμε που είναι η αστική τάξη. Μα είναι μέσα στο κόμμα, είναι τα στελέχη που έχουν πάρει τον καπιταλιστικό δρόμο και αρνούνται να διορθωθούν».

Η Πολιτιστική Επανάσταση ήταν μιας πελώριας κλίμακας πρωτόγνωρη και σύνθετη πολιτική μάχη. Η μεγάλη της ιδιομορφία έγκειται στο γεγονός, ότι μέχρι τα τότε το κομμουνιστικό κόμμα, το κόμμα της εργατικής τάξης, καθοδηγούσε τις μάζες ενάντια στον ταξικό εχθρό, που βασικά βρισκόταν έξω από το κόμμα, μέσα στην κοινωνία. Εδώ όμως έπρεπε το κόμμα να καθοδηγήσει την εργατική τάξη, κύρια ενάντια σε κείνο το κομμάτι της αστικής τάξης, που βρίσκονταν μέσα στο ίδιο το κόμμα. Η πείρα της Ρώσικης παλινόρθωσης μας διδάσκει, ότι ο πυρήνας της άρχουσας τάξης και η αστική τάξη νέου τύπου, και πιο συγκεκριμένα η κρατικομονοπωλιακή ολιγαρχία, που παίρνει συλλογικά στα χέρια της τις παραγωγικές δυνάμεις, που κατέχει το προλεταριάτο στις συνθήκες της δικιάς του διχτατορίας, αυτή η ολιγαρχία είναι τα ρεβιζιονιστικά ανώτατα στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος. Αυτά δεν αποτελούν μόνο από κοινωνική οικονομική άποψη το ανώτερο τμήμα της αστικής τάξης νέου τύπου, αλλά ταυτόχρονα και την πολιτική της καθοδήγηση. Το πολιτικό επιτελείο της αστικής τάξης στην περίοδο της διχτατορίας του προλεταριάτου, δεν μπορεί να έχει μια άλλη μορφή και ανεξάρτητη ύπαρξη πέρα από την αντεπαναστατική, φραξιονιστική, «σοσιαλιστική» του μορφή και ύπαρξη μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα. Αυτός είναι ο λόγος, που η σοσιαλφασιστική ηγεσία του «ΚΚΣΕ» είναι ταυτόχρονα ο πολιτικός ηγέτης και ο οικονομικός διαχειριστής της αστικής διχτατορίας σε αυτή τη χώρα.

Είναι φανερό ότι δεν είναι αυτά μόνο που συνθέτουν την αστική τάξη στην περίοδο του σοσιαλισμού. Όπως γράφει ο Λένιν: «η μικρή παραγωγή γεννάει τον καπιταλισμό και την αστική τάξη διαρκώς, καθημερινά, κάθε ώρα, με αυθόρμητο τρόπο και σε τεράστιες αναλογίες»(αριστερισμός). Ταυτόχρονα υπάρχει για πολλά χρόνια μετά την εγκαθίδρυση της διχτατορίας του προλεταριάτου και η παλιά αστική τάξη, υπάρχει η δύναμη της αστικής ιδεολογίας και της συνήθειας μέσα στην κοινωνία, υπάρχει τέλος ο διεθνής ιμπεριαλιστικός περίγυρος με την πολιτικο-οικονομική του πίεση και τους πράχτορές του.

Η δύναμη του μαοϊσμού βρίσκεται στο ότι βάζοντας σε πρώτο πλάνο το ζήτημα της σταθεροποίησης της διχτατορίας του προλεταριάτου, όχι μόνο αξιοποίησε αυτά τα προηγούμενα συμπεράσματα του Μ-Λ, αλλά και τα ανέπτυξε παραπέρα με τη θέση για την αστική τάξη μέσα στο κόμμα και την πραχτική της Πολιτιστικής Επανάστασης. Δίχως τη Σκέψη Μάο, και ακόμα περισσότερο ενάντια σε αυτήν, δεν είναι δυνατή η κριτική σε κάθε μορφή αστικής ιδεολογίας. Αν δεν αποδείξουμε ότι ο ρεβιζιονισμός δεν είναι μαρξισμός, αλλά μορφή της αστικής ιδεολογίας, τότε κάθε άλλη μορφή αστικής ιδεολογίας, ταυτίζοντας ρεβιζιονισμό και μαρξισμό αναβιώνει με σύγχρονο τρόπο τον αντικομμουνισμό. Ο ισχυρισμός σήμερα ότι η Ρωσία είναι σοσιαλιστική ή ότι το ΚΚεξ. είναι κομμουνιστικό κόμμα, είναι αντικομμουνισμός. Αυτό είναι το κοινό έδαφος του ρεβιζιονισμού, του αστικού φιλελευθερισμού και του αναρχισμού. Όλα αυτά τα ρεύματα χτυπάν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την προλεταριακή ιδεολογία και πολιτική. Όμως για να μπορέσουμε να συντρίψουμε θεωρητικά (και στη συνέχεια πολιτικά και οργανωτικά) το ΚΚεξ πρέπει να ελευθερώσουμε το έδαφος που μας χωρίζει από αυτό τον εχθρό, από κάθε λογής εμπόδιο. Και το μεγαλύτερο εμπόδιο σήμερα είναι τα οππορτουνιστικά μικροαστικά ρεύματα, που λυμαίνονται τα πιο πρωτοπόρα στοιχεία της εργατικής τάξης και της προοδευτικής διανόησης κάνοντας τη δικής τους μικροαστική κριτική στο ρεβιζιονισμό του ΚΚεξ αλλά και του ΚΚεσωτ και του κλασσικού τροτσκισμού. Αυτά τα ρεύματα χτυπάν στην καρδιά το εργατικό κίνημα και εμποδίζουν τη συγκρότηση ενός πραγματικού κομμουνιστικού κόμματος, ακριβώς γιατί στη θεωρία και στην πράξη είναι μια άλλη έκδοση του ρεβιζιονισμού. Αυτά τα ρεύματα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:

1. Η κατηγορία, με ιδεολογικό κέντρο τον ευρωρεβιζιονισμό και τον αστικό φιλελευθερισμό. Το ρεύμα δηλαδή της ανοιχτής αμφισβήτησης των αρχών στο όνομα της κριτικής και της ανανέωσης της επαναστατικής θεωρίας. Οργανώσεις αυτού του ρεύματος είναι η «πολιτική» ή όμιλοι όπως η «Α/συνέχεια». Αυτά τα ρεύματα ξεκόβουν τον Μαοϊσμό από το Μαρξισμό- Λενινισμό και εναντιώνονται στην παράδοση του κομμουνιστικού κινήματος, ιδιαίτερα στην Γ’ Διεθνή το Στάλιν και το Ελληνικό ΚΚΕ.

2. Το ρεύμα που αυτοαποκαλείται «μαρξιστικό- λενινιστικό». Περιλαμβάνει στους κόλπους του εκείνες τις οργανώσεις που ουσιαστικά αρνούνται τη Σκέψη Μάο Τσε Τούνγκ σαν τον μαρξισμό – λενινισμό της εποχής μας, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζονται με ένα πρόσωπο αρχών και συνέπειας. Στην ουσία επιχειρούν να στρέψουν το Μαρξισμό- Λενινισμό ενάντια στη Σκέψη Μάο Τσε Τούνγκ. Στην ακραία τους μορφή με τη ΣΑΚΕ φτάνουν στον αντιμαοϊσμό και με την ομάδα Μπίστη ανοιχτά στην αντεπανάσταση. Όμως ο πυρήνας του επικίνδυνου αυτού δεξιού οπορτουνισμού, βρίσκεται σήμερα κάτω από τη σημαία της «Κομμουνιστικής αριστεράς» σε μια ετερόκλητη συμμαχία οπορτουνιστών, που έχουν επικεφαλής τους την πιο επικίνδυνη νεορεβιζιονιστική – μισοτροτσκιστική ομάδα του «ΚΚΕ μ-λ».
Και τα δύο αυτά ρεύματα αντλούν την δύναμή τους από το προσωρινό πισωγύρισμα της επανάστασης.

Η ΗΤΤΑ ΤΗΣ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ – ΕΝΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΠΙΣΩΓΥΡΙΣΜΑ

Η κυριαρχία της ρεβιζιονιστικής κλίκας Τεγκ-Σιάο-Πίγκ στην ηγεσία του ΚΚΚ και το ραγδαίο προτσές της καπιταλιστικής παλινόρθωσης σε αυτό το τελευταίο μεγάλο φρούριο του σοσιαλισμού της περιόδου της τρίτης διεθνούς που έβαλε σε εφαρμογή αυτή η κλίκα μετά την Τρίτη ολομέλεια του 11 συνέδριου του ΚΚΕ, το 1978 αποτέλεσαν ένα πελώριο χτύπημα για το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα, ένα νέο μεγάλο πισωγύρισμα με ανυπολόγιστες συνέπειες τόσο στο επίπεδο των παγκόσμιων στρατηγικών συσχετισμών όσο και στο επίπεδο της ιδεολογίας.

Οι ιμπεριαλιστές και οι σοσιαλιμπεριαλιστές πανηγύρισαν, διαπιστώνοντας αυτή τη νέα τους νίκη «από τα μέσα». Ο ρεβιζιονισμός και κάθε μορφή αστικής ιδεολογίας, παρόλη τη βαθιά κρίση που τους δέρνει προσπάθησαν μέσα από ένα τέτοιο γεγονός να βρουν τη δική τους επιβεβαίωση και ενίσχυση. Το αντιρεβιζιονιστικό κίνημα που άρχισε να διαμορφώνεται σε κάθε χώρα, στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και να υιοθετεί, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, το Μ-Λ Σκέψη Μάο σαν καθοδηγητική ιδεολογία, νεαρό όπως ήταν, και σε αδυναμία ακόμα να βρει το δρόμο της σύνδεσης των γενικών αρχών με τη γνώση του συγκεκριμένου δρόμου για την επανάσταση στη χώρα του, δοκίμασε ένα συντριπτικό τις πιο πολλές φορές χτύπημα. Οι οργανωμένες του δυνάμεις σε πολλές χώρες αποδεκατίστηκαν και διασπάστηκαν καθώς ολόκληρες καθοδηγητικές ομάδες και στελέχη περνούσαν στην απογοήτευση, το λικβινταρισμό και τον οππορτουνισμό. Τέτοιου είδους είναι και στη χώρα μας τα δύο ρεύματα που προαναφέραμε. Είναι γεννήματα αυτής της ήττας και έχουν συμβιβαστεί με τον ιμπεριαλισμό, το σοσιαλιμπεριαλισμό και το ρεβιζιονισμό. Όμως αν αυτή η νέα αντεπαναστατική θύελλα τσάκισε πάνω στον αγρό καθώς ξεσπούσε τα πιο μικρά και αδύναμα βλαστάρια, δεν μπόρεσε να ξεριζώσει τις πιο σταθερές επαναστατικές δυνάμεις. Πολλά κόμματα και οργανώσεις που έχουν δεθεί με το λαό της χώρας τους, αλλά και καθοδηγητικές ομάδες και στελέχη σε ολόκληρο τον κόσμο, ακόμα και ξεχωριστοί επαναστάτες κράτησαν όρθιοι στη δύσκολη εποχή, και δεν άφησαν να πέσει μέσα στις λάσπες η επαναστατική σημαία. Ίσα –ίσα μάλιστα, ενώ υποστήριζαν τις αρχές, ταυτόχρονα εντείναν τον επαναστατικό αγώνα μέσα στη χώρα τους. Παράδειγμα μιας τέτοιας στάσης αποτελούν οι σύντροφοί μας στις Φιλιπίνες.

Πραγματικά δεν υπάρχει λόγος για απογοήτευση, ούτε για ανατροπή των παλιών καταχτημένων θέσεων του Μ-Λ – Σκέψη Μάο. Πόσο άθλια αλήθεια στέκονται οι οππορτουνιστές απέναντι στο προτσές της παλινόρθωσης στην Κίνα όταν κραδαίνουν το εξής επιχείρημα: «Αφού παρά την πολιτιστική επανάσταση και την αρνητική εμπειρία της ΕΣΣΔ, η Κίνα δοκιμάζει την παλινόρθωση, η Σκέψη Μάο δεν οδηγεί στη νίκη, δεν είναι τόσο μεγάλη όσο αρχικά είχαμε «πιστέψει». Πρόκειται για εμπειρισμό του αισχίστου είδους, τουλάχιστον. Γιατί:

1. Ίσα – ίσα η κινέζικη παλινόρθωση επαληθεύει ακριβώς την ορθότητα της Πολιτιστικής Επανάστασης και όλης της σύλληψης του Μάο για την ταξική πάλη στο σοσιαλισμό, αποδεικνύει ακριβώς το ρεβιζιονιστικό χαρακτήρα ενός Λιού Σάο Σι, αλλά και τη σκοπιμότητα μιας παλλαϊκής πάλης ενάντια στο επιτελείο του. Η κυριαρχία αυτής της αντεπαναστατικής τεγκικής κλίκας και ο ξέφρενος ξεδιάντροπος δρόμος της, προς τον καπιταλισμό στο εσωτερικό και στις διεθνείς της σχέσεις είναι η πιο γλαφυρή περιγραφή, αυτουνού που μπορεί να είναι μια αστική τάξη μέσα στο κόμμα.

2. Παραπέρα η δύναμη μιας θεωρίας δεν κρίνεται μέσα σε μία μόνο μάχη, αλλά, μέσα από την εφαρμογή της για μια ολάκερη ιστορική περίοδο. Οι οππορτουνιστές της Β’ Διεθνούς και κάθε αντιδραστικός εκείνης της εποχής χλεύαζαν μέχρι το 1917 τη δυνατότητα της εφαρμογής της Μαρξιστικής θεωρίας για τη διχτατορία του προλεταριάτου. Χλεύαζαν δηλαδή τη δυνατότητα του προλεταριάτου να πάρει την εξουσία. Τώρα αυτοί οι σύγχρονοι οππορτουνιστές χλευάζουν στο Μαοϊσμό τη δυνατότητα του προλεταριάτου να κρατήσει την εξουσία. Εμείς τους απαντάμε:

Τα αποτελέσματα της Πολιτιστικής Επανάστασης θα κριθούν μελλοντικά. Η θεωρία και η πραχτική αυτής της επανάστασης ήρθε σε μια στιγμή που όχι μόνο ο ιμπεριαλιστικός και ο ρεβιζιονιστικός περίγυρος της Κίνας ήταν πανίσχυρος, ασκώντας έτσι μια αφόρητη πολιτική, οικονομική, και ιδεολογική πίεση στο τελευταίο φρούριο των επαναστάσεων της τρίτης διεθνούς, αλλά και οι θέσεις των ρεβιζιονιστών – αστών νέου τύπου μέσα στο Κινέζικο κόμμα ήταν ισχυρότατε, μερικά εξαιτίας αυτής της πίεσης, αλλά περισσότερο επειδή ούτε το Κινέζικο κόμμα είχε ανδρωθεί γαλουχημένο με τη νέα αυτή μεγάλη θεωρία και πραχτική για τη συνέχιση της επανάστασης. Είναι φανερό ότι μόνο η παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ, έβαλε επί τάπητος για το παγκόσμιο προλεταριάτο το ζήτημα της σταθεροποίησης της διχτατορίας του, δηλαδή την αποφυγή της παλινόρθωσης του καπιταλισμού. Πέρα από τις εσωτερικές της προυποθέσεις, από την Κινέζικη πλευρά της, δεν είναι τυχαίο ότι η Πολιτιστική Επανάσταση ξεσπούσε την ώρα, που το Κινέζικο Κομμουνιστικό κόμμα με επικεφαλής το Μάο συνειδητοποιούσε τη ρώσικη παλινόρθωση.

3. Οι αντιδραστικοί και οι οππορτουνιστές ξεχνούν ότι υπάρχει μια θεμελιακή διαφορά ανάμεσα στο προτσές της Ρώσικης και της Κινέζικης παλινόρθωσης. Στη ρώσικη παλινόρθωση η εργατική τάξη αυτής της χώρας βρέθηκε κυριολεκτικά άοπλη πολιτικά και ιδεολογικά. Ήταν ήδη πολύ αργά όταν ο Στάλιν διαπίστωνε τον κίνδυνο που αποτελούσε ο ρεβιζιονισμός στη ρώσικη κοινωνία. Η ρώσικη εργατική τάξη και σε προέκταση η εργατική τάξη σε όλες τις χώρες της παλινόρθωσης στην Ευρώπη δεν μπορεί ακόμα και τώρα να συλλάβει τον ταξικό, αστικό χαρακτήρα, των καθεστώτων που την καταπιέζουν και την εκμεταλλεύονται. Το απέδειξε περίτρανα η επαναστατική εργατική τάξη της Πολωνίας, που εξεγέρθηκε δίχως επαναστατική θεωρία για να νικηθεί εύκολα σε αυτή τη φάση. Γιατί βέβαια ούτε ο αναρχοσυνδικαλισμός και πολύ περισσότερο ο καθολικισμός μπορούν να οδηγήσουν σε νίκες.

Αντίθετα η κινέζικη εργατική τάξη και ο λαός της απέραντης αυτής χώρας έχουν μέσα από την πραχτική 10 χρόνων της πολιτιστικής επανάστασης, διδαχτεί από τη Σκέψη Μάο. Όσο προχωράει στο ρεβιζιονισμό η τεγκική κλίκα και δείχνει το αποκρουστικό της πρόσωπο στον κινέζικο λαό, όσο θα οξύνονται οι αντιφάσεις και οι ταξικές αντιθέσεις της κινέζικης κοινωνίας, τόσο περισσότερο θα διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις μιας νέας επανάστασης σε αυτή τη χώρα. Αυτό τρέμει η κλίκα αυτή. Γι αυτό έχει εξαπολύσει ένα ανελέητο πογκρόμ στους μαοϊστές μέσα και έξω από το κινέζικο κόμμα. Αυτή η κλίκα δεν έχει πάψει να επαναλαμβάνει ότι «αυτοί (οι Μαοϊστές) μελλοντικά θα δημιουργήσουν προβλήματα». Εδώ σημειώνουμε τούτο: ότι σύμφωνα με τον ίδιο το Μάο κύριο καθήκον της πολιτιστικής επανάστασης ήταν το χτύπημα των στελεχών που πήραν τον καπιταλιστικό δρόμο μέσα στο κόμμα. Όμως ο στόχος αυτής της επανάστασης, ήταν το ξερίζωμα της αστικής και ρεβιζιονιστικής ιδεολογίας μέσα στις μάζες , ήταν το βάθαιμα στην προλεταριακή κοσμοαντίληψη.

Ταυτόχρονα με την πάλη μας ενάντια στο δεξιό οππορτουνισμό στο ζήτημα της «συνέχισης της επανάστασης κάτω από τις συνθήκες της διχτατορίας του προλεταριάτου» θα πρέπει να δώσουμε και την πάλη ενάντια στον αριστερισμό και τον αναρχισμό σ αυτό το ζήτημα. Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι αυτή η θεωρία και η εφαρμογή της στην κινέζικη επανάσταση, βρίσκεται στην κατεύθυνση της σταθεροποίησης της διχτατορίας του προλεταριάτου, ότι βρίσκεται στην κατεύθυνση της σταθεροποίησης της καθοδηγητικής ικανότητας του Κομμουνιστικού Κόμματος, μέσα από το ξεκαθάρισμα των γραμμών του από τους ρεβιζιονιστές.

Στο ζήτημα αυτό δεν χωράει συμφιλιωτισμός και με το φραξιονισμό, το σεχταρισμό και το διασπαστισμό, που εμφανίστηκαν και μέσα στο επιτελείο της Πολιτιστικής Επανάστασης. Ιδιαίτερα η περίπτωση του αντεπαναστάτη Λιν Πιάο, αλλά και η γραμμή των τεσσάρων, αποδεικνύουν από τη μια, την ευλυγισία της αστικής τάξης να ακολουθεί ακόμα και το πιο επαναστατικό ρεύμα για να φρενάρει και να υπονομεύσει, από την άλλη την ολέθρια επιρροή της αστικής και μικροαστικής ιδεολογίας μέσα σε μια περίπλοκη και παρατεταμένη πολιτική πάλη.

Πιστεύουμε ότι γι αυτό το λόγο χρειάζεται μελέτη και έρευνα της ιστορίας της Πολιτιστικής Επανάστασης. Ο ρεβιζιονισμός στην Κίνα έχει καταχωνιάσει τα κείμενα του Μάο αυτής της περιόδου και η κινέζικη εργατική τάξη βρίσκεται σε μια φάση αδυναμίας να μεταφέρει στο παγκόσμιο προλεταριάτο την πείρα αλλά και τα στοιχεία της μεγάλης αυτής ταξικής μάχης.

Εμείς οι έλληνες κομμουνιστές έχουμε πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στους κινέζους συντρόφους, στους πιο κοντινούς μαθητές του Μάο Τσε Τούνγκ. Ανεξάρτητα πάντως από την εξέλιξη της ταξικής πάλης στην ίδια την Κίνα, η Σκέψη Μάο θα γίνεται όσο περνάει ο καιρός το ακαταμάχητο όπλο της εργατικής τάξης στις ρεβιζιονιστικές χώρες. Αλλά και στις χώρες όπου αυτή η τάξη δεν πήρε ποτέ την εξουσία η σκέψη Μάο, θα προετοιμάζει πολιτικά και ιδεολογικά τα νέα κομμουνιστικά κόμματα στη νέα μεγάλη σειρά επαναστάσεων που έρχονται.

ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΡΑΤΙΚΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

Η πάλη μας με τον ρεβιζιονισμό και κάθε λογής οππορτουνισμό πρέπει να δοθεί με επιμονή και πάνω στο πάντα επίκαιρο, καθοριστικό και βαθύ ζήτημα του κράτους. Πρέπει εδώ να διαφυλάξουμε και να εμβαθύνουμε στις αρχειακές θέσεις του Μ-Λ Σκέψη Μάο Τσε Τούγκ και να τις εξειδικεύσουμε στην ελληνική πραγματικότητα. Το κράτος είναι πάνω από όλα η οργανωμένη βία της κυρίαρχης τάξης. Αυτό ισχύει και θα ισχύει μέχρι την κατάργηση των τάξεων. Και κατά συνέπεια την εξάλειψη του ίδιου του κράτους.

Πρωταρχικός στόχος της επανάστασης της εργατικής τάξης και των λαών του κόσμου ενάντια στην αστική τάξη και τον ιμπεριαλισμό, πέρα από τις ειδικές μορφές, που παίρνει η επανάσταση σε κάθε χώρα, είναι η συντριβή της κρατικής μηχανής των εκμεταλλευτών και καταπιεστών και η δημιουργία του νέου κράτους της ένοπλης εργατικής τάξης επικεφαλής των επαναστατικών μαζών. Η δημιουργία ενός νέου κράτους, κάτω από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, που θα βρίσκεται στα χέρια της εργατικής τάξης και θα στηρίζεται στην συμμαχία της με τις καταπιεζόμενες μάζες για να ανοίξει το δρόμο προς την αταξική κοινωνία, τον κομμουνισμό, είναι το μεγαλύτερο ζήτημα αρχής για τους κομμουνιστές.

Από εκεί απορρέει το διπλό μέτωπο πάλης μας, πρώτον ενάντια στο ρεβιζιονισμό και τον δεξιό οπορτουνισμό, που αρνείται το ζήτημα της επαναστατικής συντριβής του κράτους των εκμεταλλευτών. Θεωρίες σαν και αυτές του κράτους όλου του λαού, του ειρηνικού περάσματος, του πραξικοπηματισμού, του διαταξικού κράτους, αποτελούν χοντροκομένες αρνήσεις της μαρξιστικής διδασκαλίας. Ταυτόχρονα είναι μια άλλη, πιο ύπουλη εκδήλωση του δεξιού οπορτουνισμού, εκείνη η στάση, που αποδέχεται στα λόγια αυτή την αλήθεια για να την καταπατήσει στη πράξη, μέσα από την εξαφάνισή της στην καθημερινή προπαγανδιστική δουλειά. Εκείνη η στάση, που είτε στο όνομα ενός «αγωνιστικού» οικονομισμού, είτε στο όνομα των μετώπων, της ταχτικής, της πτώσης των επαναστατικών διαθέσεων των μαζών, εναποθέτει το ζήτημα της επανάστασης σε ένα λίγο πολύ μακρινό μέλλον.

Δεύτερο ενάντια στις διαφορετικές μορφές του αναρχισμού που αρνιούνται το χτίσιμο του νέου κράτους της διχτατορίας του προλεταριάτου, που αρνιούνται στο βάθος πολύ συχνά την δυνατότητα των καταπιεζομένων μαζών να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους, μιας και σύμφωνα μ’ αυτές κάθε εξουσία γίνεται στο τέλος νομοτελειακά εξουσία των εκμεταλλευτών, και που ακριβώς γι αυτό αυτές οι μορφές αρνούνται την πολιτική και τις μορφές περάσματος στην επανάσταση.

Όλες οι μορφές της αναθεώρησης του μαρξισμού διαρκώς ανανεώνονται αντλώντας τα επιχειρήματά τους μέσα στις νέες μορφές, που παίρνει ο ιμπεριαλισμός στην εξέλιξή του. Εμφανίζονται σαν το κάτι δήθεν ολότελα καινούργιο, που βάζει σε αμφισβήτηση τις θεμελιακές μαρξιστικο-λενινιστικές θέσεις για το κράτος και την επανάσταση. Η «ανανέωση» που προωθούν αυτά τα ρεύματα σκοπεύει στην καρδιά, καθώς διαλέγει να διαστρέψει δύο θέματα κεφαλαιώδους σπουδαιότητας: Τον επαναστατικό χαραχτήρα της εργατικής τάξης και τον ταξικό χαραχτήρα του κράτους.

Στο πρώτο θέμα ο ρεβιζιονισμός και ο δεξιός οπορτουνισμός γενικά αναλαμβάνουν να διαλύσουν την συνοχή της εργατικής τάξης γκρεμίζοντας την γραμμή, από που την χωρίζει από το μισό- προλεταριάτο καθώς και από τα μικροαστικά και αστικά στρώματα της δημοσιοϋπαλληλίας, των τραπεζών, της επιστημονικής – τεχνικής διανόησης. Αυτό το είδος η «ανανέωση» υποτάσσει το προλεταριάτο στην καθοδήγηση σύμμαχων ή και εχθρικών ατόμων, στρωμάτων και το τάξεων που του υπονομεύουν την ιδεολογικοπολιτική του αυτονομία και το «πουλάνε» στην αστική τάξη και τον ιμπεριαλισμό. Οι τέτοιοι «ανανεωτές» έχουν σαν σημαία τους την πλήρη αδυναμία της εργατικής τάξης από τη φύση της σήμερα να κάνει την επανάσταση.

Δίπλα σε αυτόν και συμπληρωματικά του, στέκεται ένας επίσης δεξιός αλλά με αριστερό πρόσωπο οπορτουνισμός, που διαπιστώνει από «αριστερά» την αδυναμία για επανάσταση της εργατικής τάξης.

Πρόκειται για εκείνους, που μιλάνε για ενσωμάτωση, χειραγώγηση, αλλοτρίωση της εργατικής τάξης από την αστική τάξη και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Αυτοί βλέπουν την ιδεολογικοπολιτική παντοδυναμία της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού, την σταθεροποίηση της εξουσίας του, την ανεξάρτητη δυνατότητά του να βρίσκει διαρκώς νέες μορφές διατήρησης της κυριαρχίας του, ταυτόχρονα με το χρόνιο ευνουχισμό της επαναστατικής διάθεσης της εργατικής τάξης.

Αναζητούν ένα νέο «υποκείμενο» της επανάστασης, όπως λένε, κάτι δηλαδή επαναστατικότερο από την εργατική τάξη, όπως π.χ μερικά τμήματα, τα πιο καταπιεσμένα του προλεταριάτου, τμήματα της μικροαστικής διανόησης, ή και του λούμπεν-προλεταριάτου.
Στο δεύτερο θέμα, του κράτους, η «ανανέωση» είναι εξίσου βαθειά και καταστρεπτική. Εδώ ο ρεβιζιονισμός πιάνεται από το δυνάμωμα του οικονομικού και του κοινωνικού ρόλου του κράτους για να το ανακηρύξει πάλι με νέο τρόπο, σε μια ξέχωρη πάνω και έξω από τις τάξεις οντότητα ή και σαν μορφή πολιτικής κυριαρχίας μόνο ενός κομματιού της άρχουσας τάξης, πάνω σε όλα τα άλλα τμήματά τη, και σε όλη την κοινωνία.

Το κράτος είναι κράτος ολόκληρης της αστικής τάξης και της μονοπωλιακής, όπου υπάρχει, και της μη μονοπωλιακής και της κομπραδόρικης αστικής τάξης και της γραφειοκρατικής αστικής τάξης. Το ότι κάποιο ή κάποια από αυτά τα κομμάτια έχουν την μεγαλύτερη δύναμη σε αυτό το κράτος, τον μεγαλύτερο έλεγχο και πρόσβαση, αυτό δεν αναιρεί την προηγούμενη αλήθεια, που επιβεβαιώνεται διαρκώς στην πολιτική και οικονομική ζωή. Πρέπει να αποκαλύψουμε στο βάθος τον ρεβιζιονισμό, που βρίσκεται πίσω από τις θεωρίες για «αντιμονοπωλιακή» επανάσταση ή και «αντιμονοπωλιακή αλλαγή».

Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε καταρχήν τη σύγχυση, που επικρατεί στο δίλημμα που προβάλλουν μερικοί αναζητητές του καινούργιου: κράτος των μονοπωλίων ή μονοπώλια του κράτους; Ήδη πίσω από μια τέτοια τοποθέτηση του ζητήματος κρύβεται το θεωρητικό λάθος. Το να βάζεις κάτω από την ταμπέλα κράτος με τον ίδιο τρόπο μια πολιτική και μια οικονομική έννοια είναι σύγχιση, εσκεμμένη ή όχι. Το κράτος είναι πρώτα απ’ όλα όργανο πολιτικής κυριαρχίας μιας τάξης, όμως δεν είναι μόνο αυτό. Όταν το κράτος παίρνει στα χέρια του παραγωγικές δυνάμεις, αυτό είναι για το ευρύτερο καλό όλης της τάξης ή των τμημάτων της τάξης, που ελέγχουν αυτό το κράτος, και αυτές οι δυνάμεις είναι συνολική ιδιοχτησία της τάξης ή των τμημάτων της τάξης, που ελέγχουν το κράτος. Αλλά σε κάθε περίπτωση αυτές οι κρατικές οικονομικές μονάδες είναι καπιταλιστικές οικονομικές μονάδες δεμένες με τις μη κρατικές οικονομικές μονάδες αλλά και με την αυτονομία τους απέναντι σε αυτές, μεμονωμένα ή και κατά ομάδες.

Οι σχέσεις των κρατικοκαπιταλιστικών οικονομικών μονάδων με τις μη κρατικές είναι εξαιρετικά περίπλοκες, όπως είναι και οι σχέσεις των διαφόρων τμημάτων της αστικής τάξης με το κράτος. Είναι ακόμα διαφορετικές από χώρα σε χώρα ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού και τις ιστορικές ιδιομορφίες. Έτσι είναι διαφορετικές οι σχέσεις και ο ρόλος των κρατικών επιχειρήσεων στον αμερικάνικο κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό, διαφορετικές στο ρώσικο, στο οποίο, μέσα στα πλαίσια του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, επικρατεί ο κρατικός καπιταλισμός, διαφορετικές σε μια σειρά χώρες του Τρίτου Κόσμου.

Έτσι κι αλλιώς, όποια και να είναι η μορφή της σύνδεσης των διαφορετικών τομέων και πλευρών του κεφαλαίου, το κράτος σαν όργανο ταξικής βίας είναι και κράτος των κρατικών επιχειρήσεων. Οι κρατικές επιχειρήσεις είναι τμήμα του συνολικού κεφάλαιου και οι γενικοί κεφαλαιοκρατικοί νόμοι παραγωγής και αναπαραγωγής ισχύουν και για αυτές. Αυτή την αλήθεια την αρνείται ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός, που θεωρεί σαν κεφάλαιο μόνο όποιο τμήμα του κεφάλαιου δεν είναι στα χέρια του κράτους. Αυτός ο ρεβιζιονισμός αρνείται να δει και τη φύση της ανώτατης γραφειοκρατίας της αστικής τάξης σαν τμήμα της αστικής τάξης με τα ιδιαίτερα συμφέροντά της, ιδιαίτερα στις χώρες, όπου δεν έχει αναπτυχθεί ο μονοπωλιακός καπιταλισμός με τον κλασσικό τρόπο ή που δεν υπάρχει μονοπωλιακός καπιταλισμός, όπως στις χώρες του Γ’ κόσμου, χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι σε αυτές τις περιπτώσεις το κράτος, ή οι κρατικές επιχειρήσεις είναι ιδιοχτησία της κρατικής γραφειοκρατίας.

Αυτές οι θεωρίες, που δεν βλέπουν το κεφάλαιο και την αστική τάξη παρά μόνο έξω από το κράτος, στο βάθος βλέπουν το κράτος σαν κάτι ξένο από την αστική τάξη, σαν ένα εργαλείο της, που δεν είναι όμως τμήμα της. Σαν κάτι, που μπορεί να περάσει στα χέρια του προλεταριάτου για τους δικούς του σκοπούς. Αυτές οι θεωρίες είναι αδύνατον να αντιληφθούν την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ, να παραδεχτούν την ύπαρξη αστικής τάξης νέου τύπου.

Βέβαια το οικονομικό σκέλος του κράτους, δηλαδή οι κρατικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια της εργατικής τάξης. Αυτές δεν θα συντριβούν, θα συντριβεί το ταξικό κράτος, ο μηχανισμός της βίας και ο κρατικός γραφειοκρατικός μηχανισμός.
Αυτό σαν απάντηση σε κείνους, που καταγγέλουν κάθε κρατική δραστηριότητα σαν «κρατισμό», που βλέπουν με φρίκη τη συγκέντρωση από το κράτος των μέσων παραγωγής και που στο βάθος αρνούνται και το κράτος του ίδιου του προλεταριάτου, που με λίγα λόγια δέχονται την αταξικότητα του κράτους από τα «αριστερά».

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΚΟΣΜΩΝ

Η ΟΑΚΚΕ υποστηρίζει και εφαρμόζει τη θεωρία των τριών κόσμων. Αναπόσπαστο τμήμα της συνεισφοράς του Μάο στο μαρξισμό- λενινισμό είναι η στρατηγική αυτή θεωρία. Αυτή η θεωρία απαντάει στο ερώτημα, του ποιοι είναι στη σημερινή ιστορική περίοδο, οι φίλοι της παγκόσμιας εργατικής τάξης, οι εχθροί της, καθώς και οι ενδιάμεσες δυνάμεις.

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία:

- Οι δύο Ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις , η Σοβιετική Ένωση και οι ΗΠΑ, αποτελούν τον πρώτο κόσμο, είναι οι μεγαλύτεροι διεθνείς εκμεταλλευτές, καταπιεστές και επιθετιστές και οι κοινοί εχθροί των λαών όλου του κόσμου, και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους δύο είναι βέβαιο (αναπόφευκτο) ότι θα οδηγήσει σε ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο. Ο ανταγωνισμός για παγκόσμια κυριαρχία ανάμεσα στις δύο ηγεμονιστικές δυνάμεις η απειλή που εκπροσωπούν για τους λαούς της γης και η αντίσταση των τελευταίων προς αυτές αποτελούν το κεντρικό πρόβλημα στη σημερινή παγκόσμια πολιτική.

- Τα καταπιεζόμενα έθνη και οι λαοί, που υφίστανται την πιο μεγάλη εκμετάλλευση και τα οποία αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού του κόσμου, σχηματίζουν τον τρίτο κόσμο. Στέκονται στην πρώτη γραμμή της πάλης ενάντια στους δύο ηγεμονιστές και είναι η κύρια δύναμη στην πάλη σε παγκόσμια κλίμακα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον ηγεμονισμό.

- Οι ανεπτυγμένες χώρες ανάμεσα στους δύο κόσμους αποτελούν το δεύτερο κόσμο. Καταπιέζουν και εκμεταλλεύονται τα καταπιεζόμενα έθνη και ταυτόχρονα ελέγχονται, εκφοβίζονται, απειλούνται από τις δύο υπερδυνάμεις. Έχουν διπλό χαρακτήρα και βρίσκονται σε αντίθεση τόσο με τον πρώτο όσο και με τον τρίτο κόσμο. Αυτές ακόμα αποτελούν μια δύναμη, που ο τρίτος κόσμος μπορεί να κερδίσει και να ενωθεί στην πάλη ενάντια στον ηγεμονισμό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο τρίτος κόσμος δεν έχει κάθε στιγμή την υποχρέωση να αντιστέκεται στην ιμπεριαλιστική διείσδυση του β’ στον γ’ κόσμο.

Αυτή η θεωρία συνοψίζει τη στρατηγική κατάσταση που αφορά την πιο σημαντική ταξική πάλη στο σύγχρονο κόσμο, στην οποία οι λαοί ολόκληρου του κόσμου βρίσκονται στο ένα μέρος και οι δύο ηγεμονιστικές δυνάμεις στο άλλο. Οι εσωτερικοί ταξικοί επαναστατικοί αγώνες, σε διάφορες χώρες είναι στην πραγματικότητα αδιαχώριστοι από την ταξική πάλη σε παγκόσμιο επίπεδο. Γι’ αυτό αυτή η θεωρία του χωρισμού των τριών κόσμων είναι η πιο περιεχτική συνόψιση των τεσσάρων θεμελιωδών αντιθέσεων στο σύγχρονο κόσμο. Αυτή η επιστημονική θέση του προέδρου Μάο, έχει εμπλουτίσει τις θεωρίες, που αφορούν την ανισόμετρη ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού και τις αντιθέσεις ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες, που οδηγούν αναπόφευκτα στον πόλεμο, που αφορούν το σοσιαλιμπεριαλισμό, την πάλη των καταπιεζόμενων εθνών και λαών, η οποία αποτελεί ένα σημαντικό, σύμφωνα με το λενινισμό, συστατικό στοιχείο της σοσιαλιστικής επανάστασης του παγκόσμιου προλεταριάτου, που αφορούν την αμοιβαία υποστήριξη ανάμεσα στο διεθνές προλεταριάτο και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και που ακόμα αφορούν τη στρατηγική και ταχτική της προλεταριακής επανάστασης. Όλες αυτές οι θεωρίες είναι σημαντικές συνεισφορές στο μαρξισμό – λενινισμό.

Ένα πρώτο τεράστιας πραχτικής αλλά και θεωρητικής σημασίας ζήτημα μέσα στα πλαίσια της θεωρίας των τριών κόσμων είναι το ποια είναι η ανερχόμενη υπερδύναμη μέσα στα πλαίσια του ανταγωνισμού τους. Πρέπει να είναι σαφές, ποιος ζητάει ανακατανομή, ποια είναι η κύρια πηγή ενός παγκόσμιου πολέμου. Πρέπει να ξέρουν οι λαοί του κόσμου, ποια είναι η δυναμική της εξέλιξης της σύγκρουσης των υπερδυνάμεων, πρέπει να ξέρουν τη στρατηγική κάθε μιας από αυτές. Έτσι από τις δύο ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις, η ΕΣΣΔ είναι πιο άγρια, η πιο ριψοκίνδυνη, η πιο ύπουλη και η πιο επικίνδυνη πηγή παγκόσμιου πολέμου. Ταυτόχρονα η ίδια η πολιτική πραγματικότητα σήμερα στον κόσμο αποδεικνύει, ότι από την άποψη της στρατηγικής τους θέσης, η ΕΣΣΔ βρίσκεται σε στρατηγική επίθεση, ενώ οι ΗΠΑ αν και διατηρούν την επιθετικότητά τους, ιδιαίτερα ενάντια στους λαούς, έχουν περάσει, σε στρατηγική άμυνα. Αυτή η εξέλιξη, έχει την εξήγησή της σε τέσσερις αιτίες που παραθέτουμε κατά σειρά βαρύτητας:

1. Ο Σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός ήρθε τελευταίος στο τραπέζι των ιμπεριαλιστών, όπου μοιράζεται ο κόσμος. Έτσι είναι αυτός, που επίμονα ζητάει μια νέα ανακατανομή. Σύμφωνα με το Λένιν «χωρίς μια αποφασιστική ανακατανομή των αποικιών οι νέες ιμπεριαλιστικές χώρες δεν μπορούν να πάρουν τα προνόμια, που απολαμβάνουν οι πιο παλιές και πιο αδύναμες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

2. Επειδή, μιλώντας συγκριτικά, ο σοσιαλιμπεριαλισμός είναι κατώτερος στην οικονομική ισχύ από τον ανταγωνιστή του, στηρίζεται υποχρεωτικά στη στρατιωτική του δύναμη και προετοιμάζεται για τη μεγάλη στρατιωτική επίθεση. Αυτό είναι το χιλιοπατημένο μονοπάτι, που διάβηκαν η τσαρική Ρωσία, η φασιστική Γερμανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία στο παρελθόν.

3. Η ομάδα των σοβιετικών γραφειοκρατών κρατικομονοπωλιακών καπιταλιστών έχει μετασχηματίσει μια υψηλού βαθμού συγκεντροποιημένη σοσιαλιστική οικονομία κρατικής ιδιοχτησίας σε μια κρατικομονοπωλιακή καπιταλιστική οικονομία , που όμοιά της δεν υπάρχει σε καμμία άλλη ιμπεριαλιστική χώρα και έχει μετατρέψει ένα κράτος, που βρισκόταν κάτω από τη διχτατορία του προλεταριάτου, σε ένα κράτος φασιστικής διχτατορίας. Γι αυτό είναι ευκολότερο για τον σοσιαλιμπεριαλισμό να θέσει ολόκληρη της οικονομία κάτω από στρατιωτικό έλεγχο και να στρατιωτικοποιήσει ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό.

4. Ο Σοσιαλιμπεριαλισμός έχει ένα τεράστιο διπλό πολιτικό πλεονέχτημα, απέναντι στον ανταγωνιστή του. α) έχει τη δυνατότητα να εμφανίζεται σαν φίλος των λαών και σαν πηγή της επανάστασης, ενώ είναι ο μεγαλύτερος εχθρός τους και η μία πηγή της αντεπανάστασης στον κόσμο, εκμεταλλευόμενος το ιστορικό του παρελθόν και την αγάπη των λαών για τις ιδέες του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.
β) Έτσι και αλλιώς οι λαοί έχουν πολύ πιο μακρόχρονη και ζωντανή την εμπειρία των ιμπεριαλιστικών χωρών και πρώτα από όλα των ΗΠΑ.

Ένα δεύτερο σοβαρό ζήτημα άρρηχτα δεμένο με τη θεωρία των τριών κόσμων και άμεσα συνδεδεμένο με το πρώτο είναι εκείνο, που αφορά τη σχέση της Ευρώπης με τις υπερδυνάμεις. Η Ευρώπη είναι εκείνο το κομμάτι του Β’ κόσμου που ενώ δέχεται την πολιτική επέμβαση των ΗΠΑ και την οικονομική της διείσδυση και έχει την υποχρέωση να αντισταθεί σε αυτήν και να καταχτήσει την αυτοδυναμία της, ταυτόχρονα είναι ο μεγάλος πρώτος στρατηγικός στόχος της ρώσικης υπερδύναμης, στην προσπάθειά της για την παγκόσμια ηγεμονία. Η ΕΣΣΔ θέλει να καταλάβει στρατιωτικά την Ευρώπη για να αποχτήσει την οικονομική υπεροχή απέναντι στον ανταγωνιστή της τις ΗΠΑ. Η στρατιωτική άμυνα της Ευρώπης είναι ένα βασικό καθήκον για τις ευρωπαϊκές χώρες. Είναι ένα ζήτημα η υποχρέωση των ευρωπαϊκών χωρών να μην στηριχτούν στην αμερικάνικη ομπρέλα, αλλά στις δικές τους δυνάμεις ακριβώς για να μην γίνονται υποχείριο των αμερικάνικων επεμβάσεων και εκβιασμών, όπως είναι διαφορετικό και το ζήτημα του είδους της άμυνας που διαλέγουν από τη φύση τους οι αστικές κυβερνήσεις του Β’ κόσμου (πυρηνικά, έμφαση στη γραμμή άμυνας στα μέτωπα, αφοπλισμός του λαού). Είναι όμως ένα άλλο ζήτημα ότι δεν θα πρέπει να επιτρέψουν ποτέ οι λαοί της Ευρώπης, τον αφοπλισμό της Ευρώπης απέναντι στην ΕΣΣΔ, την υποταγή τους στη ρώσικη φιλειρηνική υποκρισία, την κυριαρχία του υφεσιασμού και του εφησυχασμού σε αυτές τις χώρες.

Με αυτή την έννοια η ΟΑΚΚΕ, ενώ γενικά είναι υπέρ και των πραγματικών φιλειρηνικών κινημάτων, είναι αντίθετη σε εκείνα τα φιλειρηνικά ρεύματα της Δ. Ευρώπης, που επιδιώκουν ουσιαστικά το μονομερή αφοπλισμό, πυρηνικό ή και συμβατικό. Ταυτόχρονα όμως, καταδικάζουμε εκείνη την αντίληψη για τον φιλειρηνισμό, που δεν στρέφει τα πυρά του ενάντια στις υπερδυνάμεις, υποστηρίζουμε τα επαναστατικά και εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, που σε όλο τον πλανήτη κατευθύνουν τον αγώνα τους ενάντια στην αμερικάνικη και στη ρώσικη υπερδύναμη καθώς και ενάντια στους υποταχτικούς τους.

Τίποτα δεν απομακρύνει τον πόλεμο, όσο τα κινήματα των λαών και των εθνών ενάντια στον ηγεμονισμό. Οι λαοί της Καμπότζης, του Αφγανιστάν, της Νικαράγουα και του Σαλβαδόρ, οι λαοί της Πολωνίας και της Χιλής, είναι οι μεγαλύτεροι προωθητές της παγκόσμιας ειρήνης.
Από την άλλη μεριά, πρέπει να κριτικάρουμε εκείνες τις δεξιές οππορτουνιστικές αντιλήψεις, που κυριάρχησαν σε μια προηγούμενη περίοδο στα μ-λ κινήματα πολλών ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και στην Τουρκία που σε συνδυασμό με της στρατηγικής φύσης παρεκκλίσεις ως προς τη θεωρία των τριών κόσμων (που αναφέρουμε παρακάτω) οδήγησαν αυτά τα κινήματα στο σοβαρό λάθος του σχηματισμού μετώπου με φιλοαμερικάνικες δυνάμεις και στην αντεπανάσταση (περίπτωση Τουρκίας, Αϊντιλίκ). Η ΕΣΣΔ αποτελεί σήμερα τον πιο επικίνδυνο εχθρό για τους λαούς και τις χώρες της Ευρώπης, όχι όμως και το μοναδικό εχθρό. Οι λαοί της Δ. Ευρώπης πρέπει να στρέψουν τα πυρά τους ενάντια και στις δύο υπερδυνάμεις κάνοντας πάντα την διάκριση ανάμεσα στο χαρακτήρα της απειλής, που αντιπροσωπεύει κάθε υπερδύναμη ξεχωριστά. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για μια εξαρτημένη και καταπιεσμένη από τον ηγεμονισμό και τον ιμπεριαλισμό χώρα σαν την Ελλάδα.

Ενάντια στη θεωρία των τριών κόσμων στέκονται όλοι οι ρεβιζιονιστές και οι οππορτουνιστές σε όλο τον κόσμο. Υπάρχουν όμως και επαναστατικά κόμματα, που αν και στέκονται στο έδαφος του Μ-Λ Σκέψη Μάο, αρνούνται αυτή τη θεωρία. Πιστεύουμε ότι η επιμονή σε μια τέτοια αντίληψη δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει σε νίκες αυτά τα κόμματα. Όμως μπορούμε σε ένα βαθμό και μόνο σε ένα βαθμό, να κατανοήσουμε αυτή τη στάση. Ακριβώς στο βαθμό, που αυτή η θεωρία υιοθετήθηκε στα λόγια από οππορτουνιστικά κόμματα και οργανώσεις, ή εφαρμόστηκε με τον πιο διαστρεβλωμένο τρόπο. Στη χώρα μας άνθρωποι σαν τον Μπίστη και τον Ιορδανίδη ή και σαν τους οππορτουνιστές στην καθοδήγηση του «ΕΚΚΕ – ΜΛΚΚΕ» εφάρμοσαν αυτή τη θεωρία με ένα τέτοιο τρόπο, που ο μεν πρώτος οδηγήθηκε στην αντεπανάσταση, οι δε υπόλοιποι στον ανοιχτό ή κρυφό φιλοπασοκισμό.

Στο βάθος αυτού του λάθους υπάρχει η αντίληψη για την υποταγή των συμφερόντων του λαού σε τμήματα της αστικής τάξης και πιο ειδικά στη χώρα μας η υποταγή της στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Αυτού του είδους ο οππορτουνισμός ψάχνει αγωνιωδώς να διαμορφώσει μέτωπα με εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις μιας χώρας το τρίτου κόσμου, που δεν είναι πράχτορες ή γενικά υποχείρια της μιας ή της άλλης υπερδύναμης. Το να αναζητούν το προλεταριάτο και οι λαοί συμμάχους στον αντιϊμπεριαλιστικό τους αγώνα ακόμα και σε ενάντια τμήματα και πολιτικούς εκφραστές της αστικής τάξης είναι καταρχήν σωστό. Όμως δεν σημαίνει εξαρχής ότι κάθε πολιτική δύναμη του τρίτου κόσμου, που δεν είναι υποχείριο, είναι μια θετική προοδευτική δύναμη. Τρανό τέτοιο παράδειγμα είναι ο μεσαιωνικός φασισμός των μουλάδων του Ιράν. Ακόμα περισσότερο η θεωρία των τριών κόσμων δεν συνιστά μέτωπα, που αφοπλίζουν το προλεταριάτο και τους λαούς, που τους οδηγούν να υποστείλουν τη σημαία της σοσιαλιστικής ή της εθνικοδημοκρατικής λαϊκής επανάστασης και την τοποθέτηση των ανταγωνιστικών αντιθέσεων, σαν μη ανταγωνιστικών.

Από την άλλη μεριά οι σύγχρονες οππορτουνιστικές θεωρίες, που συνοψίζονται στη θέση «μόνοι μας εναντίον των πάντων» δεν έχουν καμμιά σχέση με τον Λενινισμό. Τέτοια είναι η θεωρία του Αλβανικού ρεβιζιονισμού που στο βάθος της κάτω από την «ταξική» της φορεσιά, κρύβει την άρνηση της επανάστασης και το φιλοσοσιαλμπεριαλισμό της.

Ιδιαίτερα σήμερα μετά την κυριαρχία του ρεβιζιονισμού στην Κίνα, που εχτός από ένα βαθύ ιδεολογικό, αποτέλεσε και ένα μεγάλης σημασίας πολιτικό χτύπημα στην παγκόσμια εργατική τάξη και τα καταπιεζόμενα έθνη και λαούς και πιο πολύ στον Γ’ κόσμο, με το συμφιλιωτισμό της ηγετικής κλίκας του ΚΚΚ απέναντι στον ηγεμονισμό και τον ιμπεριαλισμό, η άρνηση της εκμετάλλευσης των αντιθέσεων των χωρών του Γ’ κόσμου, με τον Β’ κόσμο αλλά και του Β’ κόσμου με τον ηγεμονισμό, η άρνηση της αναζήτησης στρατηγικών μετόπισθεν για την επανάσταση σε κάθε χώρα αποτελεί ουσιαστικά άρνηση της επανάστασης, ή εξυπονοεί απλά την αδυναμία της νίκης της επανάστασης σε μια μόνο χώρα. Αυτό είναι το σημείο ενότητας του Αλβανικού ρεβιζιονισμού με τον τροτσκισμό, αυτή είναι η ουσία του Αλβανικού ρεβιζιονισμού.

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Για τους Λενινιστές είναι φανερό, ότι καμμιά επανάσταση δεν μπορεί να ιδωθεί στα πλαίσια των συνθηκών μιας χώρας. Όπως γράφει ο Στάλιν: «Παληά θεωρούσαμε την προλεταριακή επανάσταση σαν αποτέλεσμα μόνο της εσωτερικής ανάπτυξης μιας χώρας. Σήμερα αυτή η άποψη δεν επαρκεί πλέον, πρέπει τώρα να θεωρούμε την προλεταριακή επανάσταση, πριν από όλα σαν το αποτέλεσμα της ανάπτυξης των αντιθέσεων στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, σαν αποτέλεσμα της ρήξης της αλυσίδας του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος σε αυτήν ή εκείνη την χώρα» (Αρχές).

Δίχως λοιπόν μια θεωρία των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, όπως εκφράζονται σήμερα, δεν μπορεί να υπάρχει θεωρία για την επανάσταση στη χώρα μας. Όμως παραμένει βαθύ και καθοριστικό το ζήτημα της εξέλιξης των εσωτερικών αντιθέσεων των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων στη χώρα προκειμένου να καθοριστεί η στρατηγική και η ταχτική της επανάστασης. Είναι φανερό, ότι μετά τη διάλυση του ΚΚΕ έμεινε στάσιμη και πισωγύρισε η ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας. Ο ρεβιζιονισμός παράλληλα εμπόδισε την σύνδεση των γενικών αρχών του Μ-Λ με τη συγκεκριμένη ανάλυση της ελληνικής πραγματικότητας.

Έτσι ακόμα και σήμερα κυριαρχεί η θεωρητική καθυστέρηση και η στειρότητα στο μ-λ κίνημα, η αδυναμία του να ανεβεί στο ύψος της εκπόνησης μιας βαθειάς, επιστημονικά δουλεμένης, στρατηγικής κατεύθυνσης, που θα απαντάει ολοκληρωμένα στο ερώτημα του χαρακτήρα και του προγράμματος της επανάστασης, που θα οδηγεί στη Νέα Ελλάδα, η αδυναμία του να αντιμετωπίσει και να συντρίψει την αστική και ρεβιζιονιστική πολιτική οικονομία και την αστική και ρεβιζιονιστική πολιτική σκέψη. Παρ’ όλα αυτά θα κάναμε μεγάλο λάθος αν υποτιμούσαμε τις κατακτήσεις του Μ-Λ κινήματος σε αυτόν τον τομέα καθώς και την μακρόχρονη πάλη γραμμών, που δόθηκε στους κόλπους του για το χαραχτήρα και τις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης στην Ελλάδα. Ακόμα θα ξεστράτιζε την ίδια την έρευνα και τη μελέτη αυτού του ζητήματος η έλλειψη μερικών βασικών σταθερών αξόνων στην ανάλυση της Ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας.

Η θέση μας είναι ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα του Γ’ κόσμου. Είναι δηλαδή μια χώρα, που είναι εξαρτημένη και καταπιέζεται πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά από τον ιμπεριαλισμό. Το ιδιαίτερο και αποφασιστικό για την ιστορική της πορεία χαρακτηριστικό, πάντα μέσα στα πλαίσια αυτής της γενικότερης ένταξης, σε σχέση με τις άλλες χώρες του Γ’ κόσμου, είναι η στρατηγική της θέση σε συσχετισμό με τη μικρή της σχετικά έκταση και πληθυσμό. Η Ελλάδα είναι χώρα των Βαλκανίων και οι εξελίξεις σε αυτήν επηρεάζονται έντονα από τις εξελίξεις στον μεσανατολικό χώρο. Στην σημερινή ιστορική περίοδο η στρατηγική της θέση την κάνει ένα από τα επίκεντρα του πιο λυσσαλέου ανταγωνισμού των υπερδυνάμεων.

Η Ελλάδα βρίσκεται στο στόμιο της εξόδου της ΕΣΣΔ στη Μεσόγειο και αποτελεί γέφυρα για τις ΗΠΑ προς τη Μέση Ανατολή, έτσι γίνεται αντικείμενο της πιο μεγάλης επέμβασης, διείσδυσης και ανάμειξης από την πλευρά του ιμπεριαλισμού και ιδιαίτερα των δύο υπερδυνάμεων.

Τόσο από την άποψη της άμεσης οικονομικής, όσο και από την άποψη της πολιτικής και στρατιωτικής εξάρτησης και καταπίεσης, η επανάσταση στην Ελλάδα είναι αντιϊμπεριαλιστική. Όμως αντίθετα από την πλειοψηφία των χωρών του Γ’ κόσμου, όπου το προλεταριάτο και οι λαοί βρίσκονται μπροστά στο καθήκον της αντιϊμπεριαλιστικής – αντιφεουδαρχικής και συχνά αντι-κρατικογραφειοκρατικής επανάστασης, εκεί δηλαδή, όπου έχουν το καθήκον της ολοκλήρωσης της αστικοδημοκρατικής επανάστασης και της εγκαθίδρυσης της δημοκρατικής διχτατορίας του λαού, που θα ανοίξει τον δρόμο για την σοσιαλιστική επανάσταση, αντίθετα λοιπόν από μια σειρά τέτοιων χωρών, στις οποίες υπάρχει και δυνατότητα ακόμα και στρατηγικών συμμαχιών με ένα τμήμα της αστικής τάξης, την εθνική αστική τάξη, στη χώρα μας η εργατική τάξη βρίσκεται μπροστά, άμεσα, στο καθήκον της πραγματοποίησης της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτό είναι αποτέλεσμα της ιδιομορφίας της Ελλάδας, σε σχέση με τις περισσότερες χώρες του τρίτου κόσμου, από την άποψη του επιπέδου της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Η Ελλάδα είναι μια καπιταλιστική χώρα με αναπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις σε σχέση με τις δοσμένες παραγωγικές σχέσεις. Στη χώρα μας σήμερα κυριαρχεί η εμπορευματική παραγωγή σε όλες τις σφαίρες της παραγωγής με ένα συντριπτικό τρόπο. Ακόμα και στην ύπαιθρο, όπου ο αγροτικός πληθυσμός αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 30% του ενεργού πληθυσμού, επικρατεί ολοκληρωτικά η εμπορευματική εκμηχανισμένη παραγωγή, με την φυσική οικονομία να παίζει ένα ολότελα δευτερεύοντα, συμπληρωματικό ρόλο στα αγροτικά νοικοκυριά. Από την άποψη της μορφής της γαιοχτησίας και γαιοχρησίας, ο αστικοδημοκρατικός μετασχηματισμός έχει ολοκληρωθεί μέσα από την κυριαρχία της μικρής και μεσαίας αγροτικής εκμετάλλευσης.

Αντίθετα με την Ελλάδα, οι περισσότερες χώρες του Γ’ κόσμου έχουν να λύσουν το πρόβλημα της τσιφλικάδικης γαιοχτησίας και της απαλλοτρίωσης της, υπέρ του τεράστιου σε ποσοστά μέσα σε κάθε τέτοια χώρα αγροτικού πληθυσμού.

Αλλά η Ελλάδα δεν είναι απλά μια χώρα, όπου κυριαρχεί η εμπορευματική παραγωγή, είναι μια καπιταλιστική χώρα, γιατί σε αυτήν το εμπόρευμα έχει γίνει και η ίδια η εργατική δύναμη. Σήμερα στη χώραμας το 50% του ενεργού πληθυσμού είναι μισθωτοί. Από αυτούς οι μισοί είναι εργάτες στη βιομηχανία και την βιοτεχνία. Οι υπόλοιποι είναι εργαζόμενοι στο εμπόριο, στις τράπεζες, είτε υπάλληλοι του κρατικογραφειοκρατικού μηχανισμού. Όμως ο ελληνικός καπιταλισμός είναι εξαρτημένος και σε τεράστιο βαθμό παρασιτικός και καθυστερημένος. Στην ελληνική οικονομία προβάλουν τρεις ουσιαστικά τρόποι παραγωγής.

1 Ο Κρατικός γραφειοκρατικός καπιταλισμός, σαν σύμφυση του χρηματιστικού ντόπιου και ξένου κεφάλαιου, με το γραφειοκρατικό κράτος.
2 Ο ιδιωτικός καπιταλισμός στην βιομηχανία και στο εμπόριο
3 Η μικρή εμπορευματική παραγωγή στην αγροτική παραγωγή, το εμπόριο και την βιοτεχνία.

Στον δεύτερο τομέα, υπάγονται τα παραρτήματα των μονοπωλιακών γιγάντων του ιμπεριαλισμού, βιομηχανικών και τραπεζιτικών στην Ελλάδα, και του εφοπλισμού, που αν και αποτελούν βδέλες της χώρας, δεν κυριάρχησαν σαν παράγοντες συσσώρευσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. Πάντως ο εφοπλισμός με το ποδάρι του, που πατάει στο ίδιο το προτσές της παραγωγής και της αναπαραγωγής μέσα στη χώρα, αποτελεί ένα σημαντικό οικονομικό και πολιτικό παράγοντα.

Ανάμεσα σε αυτά τα τρία συστήματα παραγωγής, ο κρατικός καπιταλισμός παίζει τον καθοδηγητικό ρόλο. Σήμερα συγκεντρώνει άμεσα στα χέρια του, ότι είναι σημαντικό, όχι μόνο ολόκληρο το τραπεζιτικό κεφάλαιο αλλά και ένα κομμάτι του βιομηχανικού και με ένα έμμεσο τρόπο ελέγχει τόσο τον 2ο , όσο και τον 3ο τομέα.

Έτσι μπορούμε να πούμε, ότι το πρώτο χαρακτηριστικό του ελληνικού καπιταλισμού είναι ότι είναι κρατικός. Αυτό είναι ένα κοινό χαραχτηριστικό της χώρας μας με άλλες χώρες του τρίτου κόσμου. Είναι αποτέλεσμα του δρόμου που πήρε η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα στην εποχή της κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού και κάτω από την κυριαρχία μιας ξενόδουλης αστικής τάξης και ενός γραφειοκρατικού κράτους. Ήταν αδύνατο να γίνει εδώ αυτό, που έγινε στην ανατολή του καπιταλισμού στις σημερινές ιμπεριαλιστικές χώρες. Δηλαδή μέσα σε συνθήκες πραγματικού εμπορικού προστατευτισμού, να αναπτυχθεί η εθνική βιομηχανική αστική τάξη, να δυναμώσει η συσσώρευση, η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του βιομηχανικού κεφάλαιου, η υπεροχή του πάνω στο τραπεζικό και το εμπορικό, η δημιουργία της τεράστιας ανώνυμης εταιρίας και των τράστ, η συγχώνευση τέλος του τραπεζιτικού με το βιομηχανικό κεφάλαιο και η δημιουργία του μονοπωλιακού, ιμπεριαλιστικού κεφάλαιου, δηλαδή η ανάπτυξη του σύγχρονου κρατικο- μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ντόπια ιμπεριαλιστικά μονοπώλια με την κυριολεχτική λενινιστική έννοια. Αντίθετα, απέναντι στην μοναδική πραγματική συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφάλαιου, που πετυχαίνεται με την σύμφυση τραπεζιτικού κεφάλαιου και κράτους, εξαπλώνεται από την μια ένα εξαιρετικά διασκορπισμένο, σχετικά αδύναμο πλήθος βιομηχανικών και εμπορικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων, που έχουν προσωπική, οικογενειακή μορφή και όχι την μορφή μεγάλης Α.Ε , απλώνεται δηλαδή ο τομέας του ιδιωτικού καπιταλισμού. Και από την άλλη απλώνεται μια ακόμα πιο διασκορπισμένη, εκτεταμένη μικρή παραγωγή, που καταλαμβάνει ουσιαστικά ολόκληρη την αγροτική παραγωγή, το μεγαλύτερο τμήμα του λιανικού εμπόριου, τομείς ολόκληρης της κατασκευής ( οικοδομή, επισκευές κάθε είδους), τη μικροβιοτεχνία καθώς και ένα μεγάλο αριθμό παρασιτικών επαγγελμάτων.

Τόσο ο 2ος όσο και ο 3ος τομέας, όπως τους περιγράψαμε είναι κυριαρχημένοι από τον 1ο, όσο αφορά την υποταγή τους στο τραπεζικό κεφάλαιο και την κρατική πολιτική στην φορολογία και στις τιμές, τόσο των πρώτων υλών και των τιμών της εργατικής δύναμης, όσο και συχνά στην τιμή των τελειωμένων εμπορευμάτων. Όμως από την άλλη πλευρά, αυτοί οι δύο τομείς ξεφεύγουν από τον έλεγχο του κράτους ακριβώς από την μία, λόγω της διασποράς όλου του παραγωγικού κυκλώματος, της αναρχίας του και του παρασιτισμού του και από την άλλη λόγω της σήψης, του παρασιτισμού και της διαφθοράς του ίδιου του γραφειοκρατικού καπιταλισμού. Αυτός είναι ο αντιθετικός χαραχτήρας του ελληνικού καπιταλισμού. Κρατική γραφειοκρατική συγκέντρωση και διαφθορά από την μια πλευρά, διασπορά, ρεμούλα, παρασιτισμός, από την άλλη.

Και οι δύο αυτές πλευρές είναι βουτηγμένες στην εξάρτηση και σημαδεμένες βαθειά από αυτήν. Η Ελλάδα είναι εξαρτημένη από οικονομική άποψη με δύο τρόπους από τον ιμπεριαλισμό:
1. Με άμεσο τρόπο μέσα από τον κρατικό δανεισμό και την εισαγωγή του ξένου κεφάλαιου.
2. Οργανικά μέσα από το διάπλατο άνοιγμα της ελληνικής αγοράς στον ιμπεριαλισμό. Αυτός είναι ο πιο βαθύς και ουσιαστικός από τους δύο τρόπους της εξάρτησης. Αυτός καταστρέφει τις παραγωγικές δυνάμεις ή τις αναπτύσσει αρρωστημένα. Αυτός έχει δώσει τα χειρότερα από τα χαρακτηριστικά του στον Ελληνικό καπιταλισμό:

Την απουσία της βαρειάς βιομηχανίας, την καθυστέρηση στην τεχνολογία, τον μιμητισμό σε όλα. Σήμερα όλα τα τμήματα της αστικής τάξης, όλα τα πολιτικά κόμματα της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού θεωρούν δοσμένη αυτού του είδους την εξάρτηση. Θεωρούν δηλαδή σαν μια αναγκαιότητα την συμμόρφωση της χώρα μας και την υποταγή της στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, δηλαδή στον ιμπεριαλιστικό καταμερισμό. Από παράδοση και ιδεολογία, η ελληνική αστική τάξη, εναποθέτει το πρόβλημα της οικονομικής ανάπτυξης, της ταξικής της κυριαρχίας και της εθνικής της επιβίωσης, στον ένα ή στον άλλο ιμπεριαλισμό. Το ρεύμα της εθνικής ανεξαρτησίας, που συνεπήρε τις χώρες του Γ’ κόσμου μετά τον πόλεμο, πολύ λίγο την επηρέασε και την επηρέασε σε εκείνο το βαθμό, που χωρίζει την τυφλή υποταγή στον ιμπεριαλισμό, από την διαπραγμάτευση των όρων της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης.

Αυτά λοιπόν τα χαρακτηριστικά της Ελλάδας σαν μιας καπιταλιστικής εξαρτημένης χώρας του Γ’ κόσμου, δίνει, και τον ειδικό χαραχτήρα της στην ελληνική επανάσταση. Αυτή η επανάσταση θα διαμορφώνεται πάνω στις δύο βασικές αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας. Η πρώτη αντίθεση αυτή, που αντιπαραθέτει τον ιμπεριαλισμό σε ολόκληρο τον εργαζόμενο λαό. Η δεύτερη είναι εκείνη που αντιπαραθέτει το σύνολο της αστικής τάξης (εμποροβιομηχανική και γραφειοκρατική), στην εργατική τάξη. Έτσι, η αντιϊμπεριαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα είναι αναπόσπαστα δεμένη με την σοσιαλιστική επανάσταση, δηλαδή ο χαραχτήρας της ελληνικής επανάστασης είναι σοσιαλιστικός – αντιϊμπεριαλιστικός.

Το πολιτικό σύστημα που θα εγκαθιδρυθεί δεν μπορεί να είναι άλλο από την διχτατορία του προλεταριάτου, που θα αναλάβει να πραγματοποιήσει το καθήκον της απαλλαγής από κάθε είδους ιμπεριαλιστική εξάρτηση, στον πολιτικό, οικονομικό και ιδεολογικό τομέα. Δίχως την άσκηση διχτατορίας πάνω στην αστική τάξη, δεν μπορεί να υπάρξει ανεξαρτησία και δημοκρατία για το λαό σε αυτή τη χώρα. Το σύνολο της αστικής τάξης είναι δεμένο με τον ιμπεριαλισμό και τον κρατικο – γραφειοκρατικό καπιταλισμό. Η συντριβή αυτού του σάπιου, παρασιστικού κράτους της αστικής τάξης και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και η οικοδόμηση του κράτους της διχτατορίας του προλεταριάτου, είναι ο απαραίτητος θεμελιακός όρος για την προκοπή και την κοινωνική απελευθέρωση αυτού του λαού.

Από την άποψη ότι η σοσιαλιστική επανάσταση λύνει ταυτόχρονα και την αντίθεση ιμπεριαλισμός – λαός, από την άποψη δηλαδή ότι απελευθερώνει όλες τις εργαζόμενες μάζες από την ιμπεριαλιστική καταπίεση, επέμβαση και εκμετάλλευση, αυτή η διχτατορία του προλεταριάτου στηρίζεται στην πιο πλατειά συμμαχία της εργατικής τάξης με τις άλλες τάξεις και στρώματα του λαού, που είναι αντίθετα με τον ιμπεριαλισμό, και πάνω απ΄όλα στηρίζεται στην συμμαχία με την φτωχή αγροτιά, τα φτωχά μικροαστικά στρώματα της πόλης και την ριζοσπαστική επαναστατική διανόηση.

Με αυτή την έννοια εμείς είμαστε αντίθετοι σε δύο λογιών ιδεολογικοπολιτικά οπορτουνιστικά ρεύματα, που αναφέρονται στην επανάσταση και τον Μ-Λ.

Είμαστε πρώτα αντίθετοι με τον δεξιό οππορτουνισμό, που προπαγανδίζει τη λαϊκοδημοκρατική αντιϊμπεριαλιστική επανάσταση. Η λαϊκοδημοκρατική αντιϊμπεριαλιστική επανάσταση, είναι μια αστική επανάσταση κάτω από την καθοδήγηση της εργατικής τάξης. Σε αυτήν το προλεταριάτο πρέπει προηγούμενα να κερδίσει τις μη φιλοϊμπεριαλιστικές τάξεις και μετά να ασκήσει μαζί με αυτές την διχτατορία του, πάνω στις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού. Αντίθετα η σοσιαλιστική επανάσταση είναι η διχτατορία του προλεταριάτου πάνω στο σύνολο της αστικής τάξης , του προλεταριάτου που κερδίζει με την αποφασιστικότητα αυτής της διχτατορίας, όλες τις όχι προλεταριακές μάζες του λαού. Η συμμαχία σε αυτήν την περίπτωση του προλεταριάτου με αυτές τις μάζες, είναι διχτατορία μιας τάξης, με την έννοια ότι μια τάξη διευθύνει αυτό το κράτος μέσω του κόμματός της. Η αντίληψη της λαϊκοδημοκρατικής επανάστασης, στη σημερινή φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα, βάζει σαν αντικειμενικό, ένα ξεπερασμένο στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης, το στάδιο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Είναι έτσι ουσιαστικά, η αντίληψη των σταδίων είναι ρεβιζιονισμός και αντανακλάει την επιρροή της μικροαστικής τάξης και της αστικής ιδεολογίας μέσα στο εργατικό κίνημα. Πρέπει να είναι καθαρό σε όλους μας, ότι μόνο ο σοσιαλισμός είναι σε θέση να σώσει την Ελλάδα.

Παράλληλα αντιτασσόμαστε σε εκείνη τη λογική, που δεν βλέπει τον αντιϊμπεριαλιστικό χαραχτήρα της ελληνικής επανάστασης, που δεν επιδιώκει τις πλατύτερες ταξικές συμμαχίες, που διαμορφώνουν το επαναστατικό μέτωπο, που δεν βλέπει την ανάγκη και την δυνατότητα στη χώρα μας να μικρύνει το μέτωπο του εχθρού της επανάστασης, και να μεγαλώνει το μέτωπο των φίλων. Τέτοιες αντιλήψεις συνδέονται ιστορικά με τον τροτσκισμό στην Ελλάδα και είναι εξαιρετικά επιρρεπείς στο να ταυτίζουν, ή και να παραλληλίζουν την ελλάδα με τις ιμπεριαλιστικές χώρες του Β’ κόσμου.

Άλλωστε τόσο οι υποστηριχτές της λαϊκοδημοκρατικής, όσο και οι υποστηριχτές μιας τέτοιας «σοσιαλιστικής» επανάστασης, υιοθετούν στην ανάλυση τη θέση, ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Αυτή την ανάλυση υιοθετεί και το ΚΚεξ. Αυτό σημαίνει ότι οι παραγωγικές σχέσεις στην χώρα μας είναι αναπτυγμένες στο τελευταίο τους επίπεδο.

Έτσι μιας και κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός, ότι οι παραγωγικές δυνάμεις είναι καθυστερημένες στην χώρα μας, σχετικά με τις χώρες του μονοπωλιακού καπιταλισμού, είναι φανερό ότι πρέπει να αναπτύξουμε σύμφωνα με τη θεωρία αυτή τις παραγωγικές δυνάμεις. Αυτή είναι η καρδιά της ρεβιζιονιστικής πολιτικής σκέψης στη χώρα μας και η βάση κάθε ρεφορμιστικής αντίληψης.

Η Ελληνική εργατική τάξη δεν φτάνει να ζητήσει τα εσωτερικά της στηρίγματα στον επαναστατικό της αγώνα, αλλά και τα διεθνή στηρίγματα.

Ένα τέτοιο στρατηγικό στήριγμα, το πιο σημαντικό, είναι τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του Γ’ κόσμου, καθώς και η εργατική τάξη των ιμπεριαλιστικών χωρών και ποιο πολύ αυτή του Β’ κόσμου. Ιδιαίτερα η εργατική τάξη της χώρας μας πρέπει να αναπτύξει τους δεσμούς της με το αντιφασιστικό και επαναστατικό κίνημα της Τουρκίας, καθώς και με το λαϊκό κίνημα σε όλες τις Βαλκανικές χώρες. Η επανάσταση στην Ελλάδα, το έχει δείξει η ιστορία, είναι αναπόσπαστα δεμένη με το ξεσήκωμα των βαλκανικών λαών. Εκεί βρίσκει το πιο άμεσο μετόπισθέν της.

Όμως ταυτόχρονα ο λαός μας δεν μπορεί παρά να αξιοποιήσει κάθε αντιηγεμονιστική τάση, κάθε μορφή αντίστασης στον ιμπεριαλισμό, των χωρών του Γ’ κόσμου, ανεξάρτητα από το κοινωνικό τους καθεστώς.

Η εργατική τάξη της χώρας μας δεν θα πρέπει να έχει την παραμικρή αυταπάτη, ότι ο πιο λυσσασμένος εχθρός της κοινωνικής της απελευθέρωσης θα είναι ο ηγεμονισμός των υπερδυνάμεων ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Με αυτή την έννοια η επανάσταση στη χώρα μας, παρόλη καταρχήν την αντίθεση όλων των ιμπεριαλιστών σε αυτήν, εξαιτίας ακριβώς της αντιηγεμονιστικής της μορφής θα είναι σε θέση να αξιοποιήσει και αντιθέσεις του Β’ με τον Α’ κόσμο, δίχως όμως ποτέ να θρέψει αντιλήψεις δυνατότητας στρατηγικών συμμαχιών με τους ιμπεριαλιστές του Β’ κόσμου και ακόμα περισσότερο να παραιτηθεί από τον ηγεμονιστικό της ρόλο της εργατικής τάξης και δίχως αυτή να χαλαρώσει έστω για λίγο την αποφασιστικότητά της και την επαγρύπνησή της στην πάλη της ενάντια σε όλα τα τμήματα της ξενόδουλης αστικής τάξης της χώρας μας.

Έτσι λοιπόν η προσπάθεια της εργατικής τάξης για την συγκρότηση σε κόμμα θα πρέπει να δεθεί με την ιδεολογικοπολιτική πάλη ενάντια στον σεχταρισμό και τον αριστερό οπορτουνισμό, που βλέπουν ένα σκοτεινό και εχθρικό κόσμο γύρω από τον λαό μας, μια απελπιστική απομόνωση, που οδηγεί κατευθείαν στην ήττα.

Όχι! Ο σύγχρονος κόσμος είναι στην σύνθετη πραγματικότητά του, μια ατελείωτη κίνηση πολλών αντιθέσεων, που πρέπει να μελετηθούν προσεχτικά σε παγκόσμιο και σε τοπικό επίπεδο, να αναλυθούν και να αξιοποιηθούν με τον πιο επιστημονικό τρόπο. Η εποχή του Ιμπεριαλισμού είναι η εποχή της επανάστασης. Αυτό δεν θα πρέπει να το ξεχνάμε ούτε στιγμή.

ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Το Κυπριακό είναι στο βάθος το εθνικό ελληνικό ζήτημα. Υιοθετούμε και σήμερα την πάγια θέση του παληού ΚΚΕ ότι η Κύπρος είναι τμήμα του ελληνικού έθνους και πιστεύουμε ότι στην ένωση, με την Ελλάδα βρίσκεται τελικά η λύση του εθνικού κυπριακού προβλήματος. Αυτή η θέση θάφτηκε από το ρεβιζιονισμό, κάτω από την έντονη πίεση και τους εκβιασμούς του ιμπεριαλισμού, του σοσιαλιμπεριαλισμού και το ξεπούλημα από την αστική τάξη στην Ελλάδα και την Κύπρο. Ο ιμπεριαλισμός θέλει την Κύπρο δήθεν ανεξάρτητη για να μπορεί να την βάλει στο χέρι.

Σήμερα το νησί έχει γίνει επίκεντρο του πιο σκληρού ανταγωνισμού των υπερδυνάμεων, που από κοινού χρησιμοποιούν τον τούρκικο επεχτατισμό για να δυναμώσουν την κρίση στο νησί, όπως παλιότερα χρησιμοποίησαν και τον ελληνικό φασισμό. Οι ιστορικοί εθνικοί και αγωνιστικοί δεσμοί του λαού της Κύπρου με την Ελλάδα, δεσμοί οικονομικοί, πολιτικοί και πολιτιστικοί, δεν μπορούν να αναιρεθούν από μια κατοχή, που βρίσκει σ’ ένα βαθμό αντίθετη ακόμα και την τουρκοκυπριακή εθνική μειονότητα. Η Κύπρος πρέπει να ενωθεί με την Ελλάδα με τη θέληση του κυπριακού λαού και τον πλήρη σεβασμό των μειονοτικών δικαιωμάτων της τουρκοκυπριακής εθνότητας. Μέσα δηλαδή από την χρήση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης. Με ένα τρόπο που να αδυνατίζει τον ιμπεριαλισμό και τις υπερδυνάμεις και που να μην οδηγεί σε έναν άκαιρο πόλεμο.

Η ταχτική του λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα και στην Κύπρο, ενώ θα υποτάσσεται στο στρατηγικό στόχο της ένωσης, θα πρέπει να παίρνει υπόψη της τους τοπικούς και παγκόσμιους συσχετισμούς, καθώς και τις ανάγκες της ταξικής – αντιϊμπεριαλιστικής πάλης στην Ελλάδα. Πρέπει να αντισταθούμε στην προπαγάνδα ιδιαίτερα του ΚΚεξ. αλλά και της δεξιάς που θεωρεί την Κύπρο μια ξένη χώρα και να ξαναζωντανέψουμε στο λαό μας στην Ελλάδα και στην Κύπρο την πάλη για την Αυτοδιάθεση – ένωση.

Να τσακίσουμε κάθε σωβινισμό σε αυτό το ζήτημα, κάθε υποτίμηση της τουρκοκυπριακής εθνότητας, κάθε ελληνικό μεγαλοϊδεατισμό.
Να πείσουμε το λαό, ότι δεν υπάρχει ειρήνη στην Ελλάδα, ούτε κοινωνική απελευθέρωση και ανεξαρτησία, όσο η Κύπρος ποδοπατιέται από τον ιμπεριαλισμό και τον τούρκικο επεχτατισμό.

Β. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΜΑΣ


ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΉ ΜΑΣ
1. Η παγκόσμια κατάσταση εξακολουθεί να κινείται σε μια κατεύθυνση όξυνσης των τεσσάρων βασικών αντιθέσεων του σύγχρονου κόσμου.
α) Την αντίθεση ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και τον σοσιαλιμπεριαλισμό από την μια, τα καταπιεζόμενα έθνη και λαούς από την άλλη.
β) Την αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.
γ) Τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και ιδιαίτερα η αντίθεση ΗΠΑ – ΕΣΣΔ, καθώς και οι αντιθέσεις ανάμεσα στις διάφορες μονοπωλιακές ομάδες.
δ) Η αντίθεση ανάμεσα τον καπιταλισμό – σοσιαλισμό. Μετά τη διάλυση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και το ξεκίνημα του προτσές της παλινόρθωσης στην Κίνα, αποτελεί ένα σημαντικό θεωρητικό αλλά και πολιτικό ζήτημα, το κατά πόσο, εξακολουθεί η αντίθεση αυτή να είναι βασική στην εποχή μας. Είναι ένα ζήτημα μελέτης και έρευνας για την ΟΑΚΚΕ.
Κάθε μέρα που περνάει επαληθεύει τη θεωρία του Μάο Τσε Τουνγκ για τους 3 κόσμους. Τα τρία μεγάλα στρατηγικά στρατόπεδα των κύριων εχθρών, των ενδιάμεσων δυνάμεων και των επαναστατικών δυνάμεων και στηριγμάτων της παγκόσμιας εργατικής τάξης και των λαών δεν παύουν να διαμορφώνονται πιο καθαρά. Τα κράτη θέλουν την ανεξαρτησία, τα έθνη την απελευθέρωση και οι λαοί την επανάσταση. Αυτή είναι η ιστορικά αναγκαία πορεία, όσα πισωγυρίσματα κι αν δοκιμάσει επί μέρους ή κατά διαστήματα το προτσές της επανάστασης στον κόσμο.

Οι ιμπεριαλιστικές χώρες δοκιμάζονται από μια παρατεταμένη κρίση, τόσο οικονομική, όσο και πολιτική. Η εργατική τάξη στο εσωτερικό τους, οι λαοί και οι χώρες που καταπιέζονται στο εξωτερικό, ξεσηκώνονται ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση. Από αυτή την άποψη οι δύο ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις βρίσκονται σε ακόμα χειρότερη θέση. Με τις επεμβάσεις τους, την εκμετάλλευση και την βάναυση καταπίεση των λαών και των χωρών, συγκεντρώνουν το μίσος όλης της προοδευτικής ανθρωπότητας και διαρκώς απομονώνονται.

Στο Αφγανιστάν, στην Καμπότζη και την Πολωνία, στις Φιλιππίνες και τη Χιλή. Στο Περού και την Τουρκία, οι λαοί αποδείχνουν ότι οι υπερδυνάμεις δεν είναι τόσο ισχυρές όσο φαίνονται. Ταυτόχρονα οι χώρες του γ’ κόσμου σε τοπικό ή διεθνές επίπεδο καταφέρνουν να αντιστέκονται και να διατηρούν την ενότητά τους οδηγώντας συχνά σε αποτυχία τις προσπάθειες διείσδυσης, ανατροπής και διάσπασης, που επιχειρούν οι υπερδυνάμεις.

Από την άλλη μεριά ο Β’ κόσμος, δηλαδή οι δεύτερης σειράς ιμπεριαλιστικές χώρες (Ευρώπη, των ιμπεριαλ.χωρών, Ιαπωνία, Καναδάς, Αυστραλία), ενώ συνεχίζει την ιμπεριαλιστική του πολιτική στον γ’ κόσμο και ενώ δυναμώνει τις προσπάθειές του για το βάθαιμα της οικονομικής του διείσδυσης σ’ αυτές, είναι ανίκανος να ξεσηκώσει αντεπαναστάσεις και να στηρίζει φασιστικά καθεστώτα σ’ αυτές. Από την δικιά του πλευρά ο β’ κόσμος ιδιαίτερα η Ευρώπη, παρ’ όλη την οικονομική κρίση που την δέρνει, συνεχίζει να αντιστέκεται στις προσπάθειες της πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής υποταγής του, που επιχειρούν οι υπερδυνάμεις. Ιδιαίτερα αντιστέκεται στην οικονομική και πολιτική χειραγώγηση από τις ΗΠΑ και την στρατιωτική περικύκλωση από την ΕΣΣΔ.

Όμως ταυτόχρονα και ενώ δυναμώνουν οι παράγοντες της επανάστασης δυναμώνουν κι οι παράγοντες του πολέμου. Ο κόσμος βρίσκεται σήμερα ακόμα πιο κοντά στον κίνδυνο μιας παγκόσμιας σύρραξης εξ αιτίας του ανταγωνισμού για παγκόσμια ηγεμονία ανάμεσα σε ΕΣΣΔ και ΗΠΑ.

Η ΕΣΣΔ, είναι η ανερχόμενη υπερδύναμη, εξ αιτίας βασικά της τεράστιας στρατιωτικής της δύναμης και η κύρια πηγή του πολέμου. Αυτή επιδιώκει ένα νέο ξαναμοίρασμα του κόσμου. Οι ΗΠΑ θέλουν να προστατέψουν τα ιμπεριαλιστικά του συμφέροντα στον κόσμο. Ενώ δεν έχουν χάσει τα επιθετικά τους χαρακτηριστικά και παρά την οικονομική τους δύναμη, δέχονται το ένα χτύπημα μετά το άλλο και χάνουν διαρκώς θέσεις, που κερδίζει ο ανταγωνιστής της. Έτσι η σημερινή κατάσταση στα πλαίσια του ανταγωνισμού τους είναι, ότι οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές έχουν περάσει στην στρατηγική επίθεση, ενώ οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές βρίσκονται σε στρατηγική άμυνα.

Ο σοβιετοαμερικάνικός ανταγωνισμός επεκτείνεται σε κάθε γωνιά του κόσμου, όμως το κέντρο του είναι η Ευρώπη. Η ΕΣΣΔ έχει συγκεντρώσει τα στρατεύματά της στην Ανατ. Ευρώπη και έχει εντείνει τις προσπάθειές της για να αποχτήσει στρατηγικές βάσεις στην Αφρική και Μ. Ανατολή προκειμένου να περικυκλώσει την Ευρώπη από τις περιφέρειες και τις ΗΠΑ. Οι Ευρωπαϊκές χώρες στην προσπάθειά τους να μην υποταχθούν στην ΕΣΣΔ, ακολουθούν μια πολιτική, που τις εξαρτάει στρατιωτικά από τις ΗΠΑ και κάνει ουσιαστικά το έδαφός τους θέατρο πολεμικής αναμέτρησης των υπερδυνάμεων. Ωστόσο η πιο επικίνδυνη πλευρά της ευρωπαϊκής πολιτικής είναι ο ενδοτισμός απέναντι στην Ρωσία. Ο δίκαιος πόθος των λαών ης Δυτικής Ευρώπης να μην γίνουν θύματα μιας πολιτικής αναμέτρησης ΗΠΑ- Ρωσίας, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από την ίδια την Ρωσία και εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις, που θέλουν ν’ αφήσουν άοπλη την Ευρώπη απέναντι στην ΕΣΣΔ. Το αντιπυρηνικό κίνημα στην Κεντρική Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Γερμανία είναι διαβρωμένο από τέτοιες υφεσιακές τάσεις.

Στην περιοχή της Μ. Ανατολής και στην Ανατ. Μεσόγειο και στην Ανατ. Μεσόγειο ο σοσιαλιμπεριαλισμός έχει σημειώσει σημαντικές επιτυχίες στον τελευταίο καιρό. Αφού έχει κατορθώσει να διεισδύσει αποφασιστικά στη Συρία, κυριαρχεί μέσα από αυτήν ουσιαστικά στο Λίβανο και δυναμώνει την επιρροή του σ’ όλες τις χώρες της Μ. Ανατολής, υποσκάπτοντας τα παραδοσιακά ερείσματα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και υποχρεώνοντας το Ισραήλ σε υποχωρήσεις. Ο πόλεμος Ιράν – Ιράκ, αποτελεί μια εξαιρετικά επικίνδυνη σύγκρουση, που η παράτασή της δυναμώνει τις πιθανότητες μιας άμεσης επέμβασης και διείσδυσης των υπερδυνάμεων στην στρατηγική περιοχή των πετρελαίων. Η ανοιχτή κρίση στην Κύπρο και η γενικώτερη ελληνοτουρκική σύγκρουση φέρνει πιο κοντά στον Ευρωπαϊκό χώρο τις φλόγες του μεσανατολικού ηφαιστείου.

Η στρατηγική σημασία των Στενών και του Αιγαίου, προβάλλει όλο και πιο ανάγλυφα καθώς η Μεσόγειος γίνεται καίρια ζώνη ανταγωνισμού των υπερδυνάμεων. Είναι ζωτικής σημασίας για την Ρωσία η δυνατότητά της, προκειμένου να περικυκλώσει από την Αφρική και τη Μ. Ανατολή την Ευρώπη, να προωθήσει το στόλο της στη Μεσόγειο. Η Αμερικάνικη υπερδύναμη για να εμποδίσει μια τέτοια κίνηση της Ρωσίας ρίχνει ένα τεράστιο βάρος στην ενίσχυση της Ν.Α πτέρυγας του ΝΑΤΟ και όλο και περισσότερο στηρίζει τις ελπίδες της για κάτι τέτοιο στην Τουρκία, που ελέγχει τα στενά και φράζει από στεριά το δρόμο της Ρωσίας, προς τα πετρέλαια της Μ. Ανατολής.

Από την πλευρά της η Ρωσία επιδιώκει να εκμεταλλευτεί την ελληνοτουρκική αντίθεση και να την οξύνει. Η πολιτική της είναι διπλή. Από την μια μεριά επιδιώκει την ουδετεροποίηση της Τουρκίας, εκτιμώντας την παράδοση της τούρκικης διπλωματίας να αφήσει αυτή τη χώρα ουδέτερη σε δύο παγκόσμιους πολέμους, από την άλλη προσπαθεί να δυναμώσει τους πολιτικούς της δεσμούς, με την Ελλάδα που δεν βρει στις ΗΠΑ έναν αξιόπιστο προστάτη απέναντι στον φουντωμένο Τούρκικο επεκτατισμό.

Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια κι απέναντι σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό, οι Βαλκανικές χώρες έρχονται να διατάξουν ανάλογα τους διεθνείς τους προσανατολισμούς. Οι υπερδυνάμεις προσπαθούν να δηλητηριάσουν τις σχέσεις ανάμεσα στις βαλκανικές χώρες δυναμώνοντας ή και ξυπνώντας τις σωβινιστικές διαθέσεις στις άρχουσες τάξεις τους.

Τα Βαλκάνια αρχίζουν να ξαναγίνονται η γνωστή παληά πυριτιδαποθήκη. Όλο και πιο πολύ οι πολιτικές εξελίξεις σ’ αυτές τις χώρες, ιδιαίτερα στην Ελλάδα και την Τουρκία θα σημαδεύονται από τον Ρωσοαμερικάνικο ανταγωνισμό.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Με την καθαίρεση του Καραμανλή και την συνταγματική αναθεώρηση που επιβλήθηκαν μ’ ένα πραξικοπηματικό τρόπο, έξω από την συνείδηση του λαού, από τη μικρή κομματική φράξια που κυριαρχεί στο ΠΑΣΟΚ, κάτω από την καθοδήγηση του Α. Παπανδρέου, και με την όξυνση της πολιτικής διαμάχης, όπως εκφράστηκε στις εκλογές, η χώρα μας μπαίνει σε μια νέα πολιτική περίοδο. Αυτή χαρακτηρίζεται από την ανοιχτή, εκρηκτική εκδήλωση εκείνων των πολιτικών αντιθέσεων που συσσωρεύονταν μέσα στα σπλάχνα της προηγούμενης περιόδου, δηλαδή στα 11 χρόνια που χωρίζουν την πτώση του αμερικανόφιλου φασισμού, μέχρι το 1985, ιδιαίτερα στην διάρκεια των 3 τελευταίων χρόνων.

Ήδη έχουμε μπει σε μια εποχή βαθιάς πολιτικής κρίσης της άρχουσας τάξης.
Οι παράγοντες, που προσδιορίζουν το βάθος και την ένταση αυτής της κρίσης είναι βασικά δύο.

Ο πρώτος και ο αποφασιστικός είναι η ένταση του Ρωσοαμερικάνικου ανταγωνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, ιδιαίτερα για τον έλεγχο των Στενών και του Αιγαίου σε συνδυασμό με την αναζωπύρωση του τούρκικου επεκτατισμού στην Κύπρο και στο Αιγαίο. Στη χώρα μας αυτός ο ανταγωνισμός συνοδεύεται από το προοδευτικό δυνάμωμα της ρώσικης πολιτικής επιρροής και το αντίστοιχο αδυνάτισμα της αμερικάνικης.
Ο δεύτερος παράγοντας, που ενισχύει τον προηγούμενο, είναι το βάθαιμα της κρίσης της Ελληνικής οικονομίας, δηλαδή η βαθειά κρίση του εξαρτημένου γραφειοκρατικού και παρασιτικού ελληνικού καπιταλισμού. Αυτή η κρίση οδηγεί με την σειρά της στην ένταση δύο αντιθέσεων. Αυτήν που αντιπαραθέτει συνολικά την άρχουσα τάξη και τον ιμπεριαλισμό απέναντι στο λαό, που όσο θα εξεγείρεται ενάντια στην ανεργία και την εξαθλίωση, τόσο πιο μεγάλα χτυπήματα θα δέχεται, αλλά και τόσο περισσότερο θα ωριμάζουν οι παράγοντες της επανάστασης και αυτήν (την αντίθεση), που φέρνει σε αντιπαράθεση τα διαφορετικά τμήματα του κεφάλαιου και του ιμπεριαλισμού. Ακριβώς αυτό το δυνάμωμα της κρίσης, που συντρίβει ακόμα και μεγάλες βιομηχανικές μονάδες έχει σαν συνέπεια τη μεγαλύτερη συγκεντροποίηση του κεφάλαιου και την κυριαρχία εκείνου ακριβώς του κεφάλαιου, που κάνει αυτή τη συγκεντροποίηση, απέναντι σε κάθε άλλο. Έτσι αποκαλύπτεται ολόπλευρα ο κυριαρχικός ρόλος του τραπεζικού χρηματιστικού κεφαλαίου, που σε σύμφυση σήμερα με το κράτος διαμορφώνει ένα πανίσχυρο κρατικοκαπιταλιστικό τομέα στην οικονομία.

Η σύγκρουση ανάμεσα στα τμήματα του κεφαλαίου μιας και αφορά διανομή της υπεραξίας και τα αντιπαραθέτει ενιαία στην εργατική τάξη και το λαό δεν μπορεί να πάρει ανταγωνιστικό χαρακτήρα, παρά μόνο μέσα από την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και των αντίστοιχων κατευθύνσεων της άρχουσας τάξης.

Σήμερα στην πολιτική σκηνή αντιπαρατάσσονται δύο πολιτικοί συνασπισμοί της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού. Ο ένας αποτελείται βασικά από τη Ν.Δ και ο άλλος περιλαμβάνει βασικά το μπλόκ ΠΑΣΟΚ και ΚΚεξ. Ο πρώτος είναι ο αμερικανόφιλος πόλος της αντίθεσης. Ο άλλος κινείται προς τον σοσιαλιμπεριαλισμό.

Από τους δύο συνασπισμούς ο ισχυρότερος είναι ο δεύτερος, όχι μόνο γιατί δένεται όλο και περισσότερο με την ανερχόμενη υπερδύναμη στον κόσμο και στην περιοχή, αλλά και γιατί το μεν ένα του τμήμα, το ΠΑΣΟΚ, έχει την κρατική εξουσία και την οικονομική διαχείριση του κρατικοκαπιταλιστικού τομέα, το δε άλλο τμήμα, το ΚΚεξ, είναι το πολιτικό πραχτορείο αυτής της υπερδύναμης, το ισχυρότερο οργανωτικά πολιτικό κόμμα της χώρας και ο βασικός κυματοθραύστης του εργατικού κινήματος.

Το ΠΑΣΟΚ, είναι ο πολιτικός εκφραστής του σημαντικώτερου τμήματος του κεφάλαιου στην Ελλάδα.

Η συντριπτική μονοκομματική πολιτική κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ στο κράτος, η σχεδόν αποκλειστική από αυτό οικονομική του διαχείριση, αλλά και παραπέρα η ίδια η ορμητική πολιτική επέκτασης του κρατικού τομέα, στη βιομηχανία, το εμπόριο και την αγροτική παραγωγή, που ακολουθεί το ΠΑΣΟΚ, αποκαλύπτουν ότι αυτό είναι κόμμα του χρηματιστικού κεφάλαιου και του κρατικού καπιταλισμού που είναι η σύμφυση του χρηματιστικού κεφάλαιου με το κράτος. Ταυτόχρονα οι εξαιρετικές σχέσεις ενός μεγάλου τμήματος του εφοπλιστικού κεφάλαιου με την κυβέρνηση, αποδεικνύουν και αυτή την πλευρά της ταξικής φύσης του ΠΑΣΟΚ.

Το τραπεζικό – χρηματιστικό κεφάλαιο είναι αυτό, που ανέκαθεν κυριάρχησε στην Ελλάδα. Η κρατική χρηματιστική συγκεντροποίηση του κεφαλαίου σήμερα δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συγκεκριμένη έκφραση στη χώρα μας, του νόμου της καπιταλιστικής συγκεντροποίησης μέσα από τις οικονομικές κρίσεις. Άλλη δυνατότητα συγκεντροποίησης από αυτήν για τον ελληνικό καπιταλισμό δεν υπάρχει. Η αντίθεση του ΠΑΣΟΚ με μια σειρά βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και η αντίθεση των σημερινών συνεταιρισμών με τους καπιταλιστές της υπαίθρου (εμπόρους ή βιομήχανους) είναι αντίθεση από τη μια ανάμεσα στα τμήματα εκείνα της αστικής τάξης, που είναι συνδεδεμένα μ’ αυτό το κρατικο-χρηματιστικό κεφάλαιο και από την άλλη στα πιο αδύναμα τμήματά της καθώς και στα μη μονοπωλιακά τμήματα της αστικής τάξης.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο στην Ελλάδα είναι, όπως και στην περίπτωση του χρηματιστικού κεφάλαιου γενικά, η ένωση του τραπεζικού με το βιομηχανικό κεφάλαιο. Αντίθετα όμως απ’ ότι στις ιμπεριαλιστικές χώρες όπου το βιομηχανικό υπόταξε στην προμονοπωλιακή εποχή το τραπεζικό κεφάλαιο, για να σχηματιστεί τελικά το σύγχρονο ιμπεριαλιστικό χρηματιστικό κεφάλαιο, στη χώρα μας αυτό το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι η μόνιμη και παραδοσιακή κυριαρχία του τραπεζικού πάνω στο βιομηχανικό. Από ιστορική άποψη το τραπεζικό κεφάλαιο στην Ελλάδα ήταν κέντρο αντίδρασης και φασισμού (κυρίαρχος ρόλος της Εθν. Τράπεζας στην διχτατορία της 4ης Αυγούστου). Τέλος στη σύμφυση του χρηματιστικού κεφάλαιου με το γραφειοκρατικό κράτος, που ολοκληρώθηκε την τελευταία δεκαετία στη χώρα μας, διαμορφώνεται το κρατικό-χρηματιστικό κεφάλαιο.

Αυτό υποχρεώθηκε από την ανάπτυξη της συνείδησης του λαού, αλλά και μπόρεσε από τον χαρακτήρα του (που κρύβει πιο εύκολα την ταξική του φύση) να σηκώσει σαν ιδεολογική του σημαία τον «σοσιαλισμό» και τον «αντιιμπεριαλισμό» και να εξαπατήσει τις μάζες πατώντας στην σύγχυση, που έχει προωθήσει και ο ρεβιζιονισμός ανάμεσα στον κρατικό-καπιταλισμό και το σοσιαλισμό.

Παράλληλα, ένα τέτοιο προτσές συγκεντροποίησης αναπτύσσει μέσα από τα σπλάχνα του ΠΑΣΟΚ ένα νέο κομμάτι γραφειοκρατικής αστικής τάξης, που διαχειρίζεται αυτό το τεράστιο κεφάλαιο. Η χρόνια γραφειοκρατία, η σαπίλα, ο παρασιτισμός αυτού του κράτους προικίζει αυτό το τμήμα της αστικής τάξης με τα ιδιαίτερα συμφέροντά του, πάντα μέσα στα πλαίσια της οικονομικής αναγκαιότητας του χρηματιστικού κεφάλαιου.

Μια τέτοιου είδους συμμετοχή στην κρατική διαχείριση για λογαριασμό των αφεντικών τους της Ρωσίας επιδιώκουν και τα ανώτατα κομματικά στελέχη του κατ’ εξοχήν κόμματος του κρατικού-καπιταλισμού, του ΚΚΕ εξ.

Απαντώντας στη σοσιαλφασιστική ιδεολογία τέτοιων πολιτικών εκφραστών, που θέλουν να παρουσιάζουν την πολιτική του κρατικού –χρηματιστικού κεφαλαίου σαν λαϊκή, εκμεταλλευόμενοι την αντίθεση αυτού κεφάλαιου με πλευρές του ιδιωτικού καπιταλισμού, εμείς τους ονομάζουμε νέα δεξιά.

Η πρόσφατη εκλογική επιτυχία της νέας δεξιάς είναι ακριβώς απόδειξη αυτής της ιδεολογικής δυνατότητας που έχει αυτό το μπλόκ να εμφανίζεται στα μάτια των καταπιεσμένων μαζών σαν ο πολιτικός εκπρόσωπός τους, επειδή ο κρατικός καπιταλισμός δεν φαίνεται σαν τέτοιος, ενώ ο τύπος του κλασσικού αστού ή μεσοαστού, είναι ορατός, σαφής και μισητός στις λαϊκές μάζες.

Όμως το πιο επικίνδυνο χαρακτηριστικό του ΠΑΣΟΚ είναι η κίνησή του προς τον σοσιαλιμπεριαλισμό και η ταύτιση των θέσεών του με αυτόν στα μεγάλα διεθνή και τοπικά ζητήματα.

Αυτή η πολιτική κίνηση του ΠΑΣΟΚ, εκφράζει την κίνηση των τμημάτων εκείνων της αστικής τάξης, που αυτό εκφράζει, προς την ΕΣΣΔ.

Έτσι:
-Ενώ το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να συμμορφώνεται αλλά και να αξιοποιεί τους γενικώτερους οικονομικούς δεσμούς, που έχει αποκτήσει η άρχουσα τάξη με την Ε.Ο.Κ.

-Ενώ συνεχίζει την πολιτική της άρχουσας τάξης να παραχωρεί ένα μέρος της εθνικής της κυριαρχίας στις βάσεις των ΗΠΑ ενώ παραμένει στο ΝΑΤΟ και εξοπλίζεται βασικά από τις ΗΠΑ.

Όλο και περισσότερο:
α. Μέσα από το νέο αμυντικό δόγμα, που ουσιαστικά σημαίνει συμμαχία με τον σοσιαλιμπεριαλισμό (Βουλγαρία) και μέτωπο αποκλειστικά ενάντια σε μια χώρα του ΝΑΤΟ.

β. μέσα από τη μη συμμετοχή στα Νατοϊκά γυμνάσια με διάφορα προσχήματα.

γ. μέσα από μια πολιτική σαμποταρίσματος της πολιτικής και στρατιωτικής ενοποίησης της Ευρώπης.

δ. μέσα από το δυνάμωμα των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων με την Ε.Σ.Σ.Δ καθώς και με τις χώρες του Σύμφωνου της Βαρσοβίας, την Συρία και την Λιβύη.

ε. Μέσα από το δυνάμωμα της φιλορώσικης προπαγάνδας από τα κρατικά και φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επιχειρεί μια ευρύτερη πολιτική σύμπλευση με τον σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό. Η κίνηση αυτή πρέπει βασικά να αποδοθεί στον προσανατολισμό αυτών των ισχυρών τμημάτων της ελληνικής αστικής τάξης, που το ΠΑΣΟΚ εκφράζει, να βρουν νέα στρατηγικά ερείσματα μπροστά στα εθνικά αδιέξοδα που φέρνει η διάταξη των δυνάμεων στην ανατολική Μεσόγειο και πιο ειδικά στο Αιγαίο. Αυτή η αστική τάξη σαν τέτοια δεν είναι δυνατό να στηριχτεί στο λαό για μια άμυνα, αφού αυτόν τον λαό τον συντρίβει και τόσο πολύ τον φοβάται.

Ούτε όμως είναι διατεθειμένη να στραφεί στον γ’ κόσμο, όπου ανήκει, καθώς σ’ αυτήν κυριαρχεί η ιδεολογία του ευρωπαίου μεταπράτη και του κολαούζου του ιμπεριαλισμού. Έτσι λοιπόν ο ισχυρός και καίριος ρόλος που παίζει η Τουρκία για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, οδηγούν την Ελληνική αστική τάξη στην αντίθετη πρόσδεσή της στην ανερχόμενη υπερδύναμη, πούχει αποδείξει την ισχύ της θρέφοντας μάλιστα τα ηγεμονιστικά σχέδια των φασιστών τύπου Άσσαντ και Καντάφι.

Ωστόσο σ’ αυτή την κίνηση του ΠΑΣΟΚ, δεν θα πρέπει να μην ληφθούν υπ’ όψη και οικονομικοί λόγοι στο βαθμό που:

α. Η προσκόλληση στον ισχυρότερο ιμπεριαλιστή που προβάλλει σαν ο κερδισμένος από μια νέα ανακατανομή του κόσμου ωφελεί και κείνους, που τον ακολουθούν

β. Στο βαθμό, που ο ελληνικός εφοπλισμός βλέπει στην ρώσικη αγορά μεταφοράς ένα πολύ καλό πελάτη.
Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά του ΠΑΣΟΚ, πρώτα και κύρια η κίνησή του προς την ΕΣΣΔ, και δεύτερο η διπλή του εξουσία, πολιτική και οικονομική, αν συνδυαστούν:

1. Με τα αρχηγικά, αυταρχικά, πραξικοπηματικά χαρακτηριστικά της ηγεσίας του.

2. Με τον εθνικό- σωβινισμό και φιλομιλιταρισμό του.

3. Με το όργιο του κομματικού καταναγκασμού στο κράτος, την εξαγορά συνειδήσεων, τα πιστοποιητικά κομματικής νομιμοφροσύνης, προκειμένου νάχει κάποιος εργαζόμενος δικαίωμα δουλειάς στο κράτος, τον ανοιχτό, επιθετικό απεργοσπαστισμό και το αστυνομικό και νομικό χτύπημα του εργατικού και δημοκρατικού κινήματος.

Κάνουν την σημερινή κυβέρνηση τον έναν επικίνδυνο και μεγάλο εχθρό της δημοκρατίας και της προκοπής του λαού, έναν κίνδυνο για την ειρήνη στην περιοχή.

Το ΚΚΕ εξ. Είναι πρακτορείο του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού έχει σαν βασικό πολιτικό στόχο να οδηγήσει τον λαό, αλλά και την αστική τάξη της χώρα μας, δέσμιους στα χέρια των αφεντικών του της Ρωσίας.

Για τη Ρωσία το ΚΚΕ εξ. είναι:

α. Το βασικό πολιτικό της στήριγμα στην Ελλάδα, ο πιο πιστός προπαγανδιστής των θέσεών της και ο οργανωτής μιας σειράς πρακτόρων της

β. Ένας μόνιμος οικονομικός εκβιαστής της αστικής τάξης μέσα από τον έλεγχο του πιο ζωντανού κομματιού του εργατικού κινήματος. Παράλληλα όμως μ’ αυτήν του την οικονομική ιδιότητα το ΚΚΕεξ. είναι ο ουσιαστικότερος παράγοντας της πολιτικής αδρανοποίησης της εργατικής τάξης.

Ένας τόσο βασικός αντεπαναστατικός παράγοντας δημιουργεί τεράστια έλξη στην ελληνική αστική τάξη καθώς έστω και προσωρινά εξασφαλίζει την ταξική της κυριαρχία. Σε εποχές κρίσης σαν την σημερινή αυτός ο ρόλος αποχτάει 10πλάσια σημασία.

γ. Ένας μόνιμος προωθητής της οικονομικής, αλλά και της στρατιωτικής διείσδυσης του σοσιαλιμπεριαλισμού.

Η στρατηγική ενάντια στην παλιά δεξιά, αντιδυτική γραμμή του ΚΚεξ. διαμορφώνει το σταθερό βάθρο της συμμαχίας του, με το ΠΑΣΟΚ. Οι αντιθέσεις ΠΑΣΟΚ, ΚΚεξ. έχουν να κάνουν με τις αντιθέσεις των συμφερόντων ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και την ελληνική αστική τάξη. Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι ένα πρακτορείο του σοσιαλιμπεριαλισμού. Η Ελλάδα σα χώρα στα σύνορα του γ’ κόσμου και παρά τα ξενόδουλα χαρακτηριστικά της αστικής τάξης της, έχει τη δικιά της τάση για ανεξαρτησία. Ακόμα η πολιτική του ΠΑΣΟΚ περιέχει τις αναγκαίες της αντιφάσεις. Η ανατολική κίνηση δεν μπορεί παρά να συνδυάζεται με τακτικές υποχωρήσεις, συχνά σημαντικές, στις δυτικές πιέσεις και στην οικονομία και πολιτικο-στρατιωτικές.

Το ΠΑΣΟΚ θέλει ν’ αξιοποιήσει ότι θετικό σήμερα έρχεται για την αστική τάξη από την Αμερική και την Ευρώπη, διατηρώντας τη βασική φιλορώσικη κατεύθυνση της πολιτικής του. Πατάει γι΄αυτό αποτελεσματικά στον Ευρωπαϊκό και Αμερικάνικο υφεσιασμό και προσπαθεί να κερδίσει χρόνο, ώσπου να δυναμώσουν περισσότερο οι δεσμοί του με τη Ρωσία. Γι΄αυτό ένα βασικό στοιχείο της Πασοκικής ανατολικής πολιτικής είναι ότι αυτή δεν πρέπει να φαίνεται σαν τέτοια. Μόνο έτσι θα εξασφαλιστεί η ανοχή της Δύσης για μια ολόκληρη περίοδο. Αυτός είναι ο λόγος, που κάνει ακόμα και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό να ταλαντεύεται και να διχάζεται απέναντι στην εκτίμηση του ρόλου του ΠΑΣΟΚ.

Αυτή όμως τη διαδικασία θέλει να την επιταχύνει και να την υποτάξει η ΕΣΣΔ στα δικά της ηγεμονικά σχέδια. Ο ρόλος του ΚΚεξ είναι αυτός ακριβώς, να σπρώχνει ταχύτερα προς την ΕΣΣΔ το ΠΑΣΟΚ, και να τσακίζει τις αντιστάσεις του.

Έτσι λοιπόν η πάλη ΚΚεξ – ΠΑΣΟΚ, όποτε εμφανίζεται είναι αντικειμενικά πάλη για την ηγεμονία μέσα σ’ αυτό το μπλοκ. Είναι λοιπόν δυνατόν χωρίς να φτάνει μέχρι τη ρήξη να παίρνει έντονες μορφές. Τέτοια ήταν και η αντίθεση ΠΑΣΟΚ – Κκεξ στις εκλογές. Τα δύο κόμματα αντιπαρατέθηκαν στο ζήτημα, ποιος είναι το πιο αντιδεξιό – αντιδυτικό. Και τα δύο αλληλοκατηγορήθηκαν για δεξιά πολιτική ή εναγκαλισμό με την δεξιά. Ούτε για μια στιγμή ο Α. Π. δεν κατηγόρησε το ΚΚεξ γι’ αυτό που είναι πραγματικά. Η ίδια η αντίθεση των κομμάτων είχε σαν στόχο την αυτοδυναμία ή την απώλειά της αυτοδυναμίας, ή αλλοιώς, οι εκλογές κρίναν το ζήτημα αν η φιλοσοβιετική κίνηση του ΠΑΣΟΚ θα αποφασιζόταν από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, ή από την Μόσχα στο βαθμό, που μια υποχρεωτική συγκυβέρνηση ΠΑΣΟκ – ΚΚεξ θα σήμαινε ουσιαστικά υποταγή του πρώτου στο δεύτερο. Θα σήμαινε ηγεμονία του ΚΚεξ στον ένα πολιτικό πόλο.

Η ΝΔ είναι κόμμα εκείνου του τμήματος της ολιγαρχίας, που κυριαρχεί στην ιδιωτική βιομηχανία και το εμπόριο. Εκφράζει επίσης τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα του αμερικάνικου, όσο και του β’ κοσμικού ιμπεριαλισμού στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα η ΝΔ, εξελίσσεται και σε πολιτικό εκφραστή της μη μονοπωλιακής και μεσαίας αστικής τάξης, ακριβώς εξαιτίας των χτυπημάτων, που αυτά τα χαμηλά τμήματα της αστικής τάξης δέχτηκαν τα τελευταία χρόνια από το ΠΑΣΟΚ και το χρηματιστικό κεφάλαιο που αυτό εκφράζει.

Από την άλλη μεριά η πολιτική κυριαρχία του μπλοκ ΠΑΣΟΚ – ΚΚεξ δυνάμωσε τη φιλοαμερικάνικη πτέρυγα της ΝΔ ενώ στην ίδρυσή της αυτή, στάθηκε βασικά κόμμα της φιλοευρωπαϊκής αστικής τάξης, που διατήρησε τη συμμαχία της με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Έτσι κι όλας από το ’81 έχουν περιθωριοποιηθεί μέσα στις γραμμές της οι κλασσικοί πολιτικοί εκφραστές του φιλοευρωπαϊσμού Ράλλης και Μπούτος. Αυτή η εξέλιξη αντιστοιχεί με κείνη των φιλοευρωπαίων του ΠΑΣΟΚ (Λάζαρης – Αλευράς) που έχουν υποταχθεί τελείως στην κυρίαρχη κομματική γραμμή του Α. Παπανδρέου.

Είναι βέβαια ενδεικτικό της δύναμης του φιλοΕΣΣΔ μπλοκ και του ίδιου του σοσιαλιμπεριαλισμού ότι η ΝΔ δεν είναι σε θέση να κάνει ανοιχτά αντι-σοσιαλιμπεριαλιστική πολιτική. Δεν είναι σε θέση να καταδικάσει την ανατολική πολιτική του ΠΑΣΟΚ. Αυτό έχει να κάνει με το δέος του συνόλου της αστικής τάξης απέναντι στη Μόσχα και τον έντονο υφεσιασμό της ίδιας της Ν. Δημοκρατίας. Αυτό εκφράστηκε και στην τελευταία πολιτική αντιπαράθεση. Η σημερινή μορφή της ΝΔ προσπαθεί, πίσω από τις υποκριτικές κορώνες για δημοκρατία, φιλελευθερισμό και δικαιώματα του πολίτη απέναντι στο καταπιεστικό κράτος, να καλύψει τη δικιά της συμμαχία με τους φασίστες και τους βασανιστές να καθαρθεί από την λάσπη του δοσιλογισμού που κουβαλάει, να κάνει το λαό να ξεχάσει τις δικές της μαύρες μέρες και να υποταχτεί στα συμφέροντα των ωμών και αδίστακτων εκμεταλλευτών του λαού που αυτή εκφράζει.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο πολιτικό σκηνικό διαμορφώνονται τελικά οι όροι του σημερινού καθεστώτος σύγκρουσης στους κόλπους της αστικής τάξης.

Η καθαίρεση του μοναδικού εκφραστή της παληάς δεξιάς, που ήταν μάλιστα φιλοευρωπαίος και που διέθετε ένα κομμάτι πολιτικής εξουσίας, του Καραμανλή, δείχνει ακριβώς τη φύση της αντιπαράθεσης των 2 μπλοκ. Η χρεωκοπία του ευρωπαϊκού υφεσιασμού, μαζί και των θεωριών της συναίνεσης και της εναλλαγής, στο πρόσωπο του Καραμανλή και η αποφασιστική υιοθέτηση του τελευταίου από την αμερικανόφιλη Δεξιά μαζί με την ουσιαστική ένωση ΠΑΣΟΚ – ΚΚεξ στο όνομα ενός κοινού Πασοκικού προέδρου αποκαλύπτουν: 1) το χαρακτήρα αντιπαράθεσης ΕΣΣΔ – Δύσης που παίρνει η σύγκρουση των δύο κυρίαρχων, πολιτικών συνασπισμών της αστικής τάξης, 2) την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ μέσα στον ισχυρότερο συνασπισμό και την επιδιωκόμενη μονοκομματική του κυριαρχία στη χώρα.

Παράλληλα, η μορφή διακυβέρνησης που καθιέρωνε το σύνταγμα του ’75 με την θεσμοθέτηση ενός προέδρου διαιτητή φορτωμένου με τεράστιες εξουσίες για να αντιτάσσεται στην κυριαρχία του ενός κόμματος, κατέρρευσε βίαια. Με το νέο Σύνταγμα θεσμοθετείται ο κομματικός πρόεδρος και επιχειρείται η δημιουργία ενός κομματικού συντάγματος.

Το ΠΑΣΟΚ με την υποστήριξη του ΚΚεξ επιδιώκει τώρα καθαρά την επιβολή της δικιάς του κομματικής μονοκρατορίας στη χώρα μας.
Στο μπλοκ ΠΑΣΟΚ, ΚΚεξ βρίσκεται η μία και η πιο σημαντική πηγή του φασισμού στη χώρα μας.

Από την άλλη μεριά το μπλοκ της παληάς δεξιάς αν και στριμωγμένο στη γωνιά δεν είναι διατεθειμένο να παραδοθεί. Όχι μόνο ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός αλλά και ο β’ κοσμικός θα αντιδράσουν βίαια. Αυτές οι δυνάμεις έχουν ακόμα επιρροή στο λαό και σημαντική δύναμη σε τμήματα του κρατικού μηχανισμού, ιδίως στο στρατό, παρά τα κύματα αποστρατεύσεων που εξαπέλυσε το ΠΑΣΟΚ. Είτε με εσωτερική αντεπίθεση με κάθε μέσο, είτε με την χρησιμοποίηση του τούρκικου επεκτατισμού, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός είναι αποφασισμένος να μην εγκαταλείψει την Ελλάδα. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε την συντριβή της Ν.Α πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Σ’ αυτήν την περίπτωση οι ΗΠΑ δεν θα δίσταζαν και αυτές απ’ την πλευρά τους να κάνουν την Ελλάδα, ένα νέο Λίβανο.

Από αυτό το μπλοκ προέρχεται ο άλλος κίνδυνος του φασισμού.

Μέσα λοιπόν σε συνθήκες εθνικής, πολιτικής και οικονομικής κρίσης, η χώρα μας γίνεται ανοιχτά πεδίο ανταγωνισμού των υπερδυνάμεων. Η άρχουσα τάξη έχει μπει στο δρόμο της διάσπασής της.

-Βρισκόμαστε μπροστά σ΄ένα άδικο διχασμό του λαού.

-Αντιμετωπίζουμε τον πραγματικό κίνδυνο ενός άδικου εμφύλιου καθώς και τον κίνδυνο ενός άδικου εθνικού πολέμου με την αντιπαράθεση Ελλάδας – Τουρκίας για λογαριασμό των υπερδυνάμεων.
Μέσα σε τέτοιες συνθήκες κάθε πολιτική δύναμη τοποθετείται ανάλογα.

-Ο ρεβιζιονισμός πηγαίνει προς το φιλοσοβιετικό μπλοκ π.χ ΚΚΕ εσωτ. ΕΔΑ, Μπίστης.

-Το ασήμαντο αστικό Κέντρο ταλαντεύεται.
ΚΟΔΗΣΟ προς ΝΔ
ΕΔΗΚ προς ΠΑΣΟΚ

-Ο τυπικός φασισμός πέρασε με την ΝΔ ενώ η εναπομείνασα ΕΠΕΝ με τα κύρια πυρά στην ΝΔ και τον Καραμανλή αντικειμενικά ευνόησε το ΠΑΣΟΚ.

Το να ακολουθήσει η εργατική μας τάξη και ο εργαζόμενος λαός το ένα ή το άλλο μπλοκ δυνάμεων, θα ισοδυναμούσε με ένα τεράστιο πισωγύρισμα του επαναστατικού προτσές στη χώρα μας.

Πιο μεγάλος είναι ο κίνδυνος σήμερα για τις αριστερές και δημοκρατικές μάζες να ακολουθήσουν το φιλοσοσιαλμπεριαλιστικό μπλοκ, ακριβώς γιατί εδώ συντελείται η μεγαλύτερη αντιστροφή της πραγματικότητας.

Η φιλοσοβιετική κίνηση του ΠΑΣΟΚ, η ρωσοδουλεία και ο σοσιαλφασισμός του ΚΚεξ εμφανίζονται στα μάτια αυτών των μαζών σαν αντιϊμπεριαλισμός και σαν συνέπεια στην επαναστατική παράδοση. Η οργανωτική και σ΄ένα βαθμό η ιδεολογική χειραγώγηση του λαϊκού κινήματος από το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚεξ, που αξιοποίησαν για πολλά χρόνια την απουσία ενός Κομμουνιστικού Κόμματος στην Ελλάδα και πάτησαν στην πικρή εμπειρία του λαού μας από την μακρόχρονη κυριαρχία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της παληάς δεξιάς, δημιουργούν αντικειμενικά τις προϋποθέσεις για μια τέτοια οδυνηρή προοπτική.

Όμως είναι μεγάλος ο κίνδυνος, ακριβώς αυτή η απογοήτευση, στην πράξη, του λαού, από το μπλοκ ΠΑΣΟΚ – ΚΚεξ και την αριστερή του δημαγωγία, να μεταφραστεί στην γρήγορη ιδεολογική και οργανωτική ανάπτυξη της ΝΔ, στο πολιτικό δυνάμωμα του αμερικάνικου και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού στην αναβίωση του πιο πρωτόγονου αντικομμουνισμού και κάθε άλλης κλασσικής αστικής ιδεολογίας μορφή (θρησκεία, μηδενισμός αστικός φιλελευθερισμός).

ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ
Απέναντι στον κίνδυνο της πείνας, του πόλεμου και του φασισμού αλλά και στην απειλή της δηλητηρίασης του λαού μας από την ιδεολογική βαρβαρότητα του ρεβιζιονισμού και του αντικομμουνισμού, εμείς οι Έλληνες κομμουνιστές μαζί με κάθε προοδευτικό και δημοκρατικό άνθρωπο πρέπει να αντιτάξουμε την πιο σθεναρή, μακρόχρονη και υπομονετική πάλη. Έναν αγώνα σε όλα τα επίπεδα. Αγώνα ιδεολογικό, πολιτικό και οργανωτικό. Έναν αγώνα ζωής και θανάτου για το εργατικό και Λαϊκό κίνημα.

Για τα μεγάλα αυτά αντιδραστικά μπλοκ ισχύουν τα λόγια του Μάο Τσε Τούνγκ : «Στην πραγματικότητα είναι χάρτινες τίγρεις».
Η μεγάλη μάζα των οπαδών και των μελών του ΠΑΣΟΚ είναι δημοκρατική. Όσο και ν’ αλλάξει σταδιακά η ταξική σύνθεση της βάσης αυτού του κόμματος, η ηγετική του κλίκα δεν θα παύει να συναντάει όλο και μεγαλύτερες αντιστάσεις. Και όσο πιο αντιδραστική θα γίνεται, τόσο πιο πολύ θα απομονώνεται.

Το ίδιο ισχύει για το ΚΚΕ εξ. Όσο πιο πολύ το ΠΑΣΟΚ θα οδηγείται προς τον σοσιαλιμπεριαλισμό και την αντίδραση, τόσο το ΚΚΕ εξ., θα μοιράζεται την δικιά του απομόνωση.

Η μόνιμη μεγάλη εσωτερική του αντίθεση ανάμεσα στη σοσιαλφασιστική κλίκα που καθοδηγεί και στην αριστερή μάζα των μελών και των οπαδών του, θα δυναμώνει. Όσο για την παληά δεξιά, αυτή δεν μπορεί να σωθεί με τα φτιασίδια του φιλελευθερισμού. Το κάλεσμά της στους φασίστες και η ανοιχτή της επίκληση στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, η όλο και πιο αυταρχική της πορεία στην εσωτερική της συγκρότηση δεν θα την κάνουν ποτέ αξιόπιστη στο δημοκρατικό λαό. Οι αντιθέσεις ανάμεσα στο Αμερικάνικο και το Ευρωπαϊκό της κομμάτι θα δυναμώνουν.

Το βασικό πολιτικό καθήκον του κόμματός μας είναι, στη βάση της ανάλυσης που προηγήθηκε, να καλέσει το λαό μας στη δημιουργία του πιο πλατειού παλλαϊκού – δημοκρατικού μετώπου: Ενάντια στον κίνδυνο του φασισμού, ενάντια στον αντιδραστικό διχασμό. Ενάντια στον πόλεμο, που φέρνουν οι υπερδυνάμεις και οι ηγεσίες των δύο αστικών συνασπισμών μέσα στη χώρα μας.

• Να ξεσκεπάσουμε και να αντισταθούμε στην παραπέρα διείσδυση του Σοσιαλιμπεριαλισμού.
• Να επιμείνουμε στην πάλη μας για την έξοδο της χώρας από το ΝΑΤΟ και το ξεπέταγμα των αμερικάνικων βάσεων.
• Να επιμείνουμε στην έξοδο από την ΕΟΚ, επειδή η χώρα μας ανήκει στον γ’ κόσμο και συντρίβεται οικονομικά και πολιτικά από αυτήν. Ταυτόχρονα να διαχωρίσουμε αυτό το ζήτημα από τον θετικό χαρακτήρα της πολιτικής ένωσης των δυτικο-ευρωπαϊκών χωρών ενάντια στις ηγεμονιστικές υπερδυνάμεις.
• Ταυτόχρονα πρέπει να σηκώσουμε ψηλά τη σημαία της Αυτοδιάθεσης – Ένωσης για την Κύπρο και του λαϊκού απελευθερωτικού αγώνα. Από ταχτική άποψη πρέπει να καταδικάσουμε κάθε συμβιβαστική – ξεπουληματική λύση τύπου Γκουεγιάρ, δηλαδή κάθε λύση που δεν προϋποθέτει α. απομάκρυνση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής β. κάθε διχοτομική και ομοσπονδιακή, σε διζωνική βάση, λύση.
• Πρέπει να καλέσουμε σε ενότητα την συντριπτική πλειοψηφία του λαού μας, που είναι ακόμα πολιτικά εγκλωβισμένη στα δύο μπλοκ και να παλαίψουμε για την πολιτική ηγεμονία της εργατικής τάξης μέσα σ’ αυτό το μέτωπο. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να προωθήσουμε ορμητικά την συγκρότηση του ενιαίου ταξικού μετώπου της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού. Εμείς θα πρέπει να μπούμε μπροστά στον αγώνα ενάντια στην πείνα και την εξαθλίωση του λαού, που θα φέρνει η εντεινόμενη οικονομική κρίση και θα βοηθάει η πολιτική αναστάτωση. Όμως παράλληλα με τα οικονομικά αιτήματα της εργατικής τάξης θα πρέπει να υψώσουμε και τα βασικά πολιτικά της αιτήματα και να ανεβάσουμε το πολιτικό της επίπεδο. Ούτε για μια στιγμή δεν θα πρέπει να παύουμε να προπαγανδίζουμε τις ιδέες του Μαρξισμού – Λενινισμού – Σκέψης Μάο-Τσε Τουνγκ και να εντάσσουμε τη γενική μας πολιτική γραμμή στις ανάγκες της σοσιαλιστικής αντιϊμπεριαλιστικής επανάστασης. Ούτε για μια στιγμή δεν θα πρέπει να παραιτηθούμε από την ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική αυτονομία της εργατικής τάξης μέσα στο παλλαϊκό – δημοκρατικό μέτωπο. Έτσι, η εργατική θα καταχτήσει την πολιτική ηγεμονία μέσα σ’ αυτό το μέτωπο.

Πρέπει ακόμα να καλέσουμε σε ενότητα, όλες τις δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις και προσωπικότητες που αντιτίθενται στον αντιδραστικό αυτό διχασμό.

Να αξιοποιήσουμε τις αντιΚΚΕ εξ. Αντι-ΠΑΣΟΚ τάσεις του ΚΚΕ εσωτ.

Να εμποδίσουμε τις δυνάμεις του οπορτουνιστικού ρεύματος να κυλήσουν στις αγκαλιές του μπλοκ της νέας δεξιάς.

Να ουδετεροποιήσουμε τις φιλοευρωπαϊκές αστικές δυνάμεις στην κίνησή τους προς την ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ.

Είναι τέλος επιταχτικό να προετοιμάσουμε το λαό μας και να προετοιμαστούμε και μεις οι ίδιοι για τις πιο μεγάλες δυσκολίες και τις πιο σκληρές μάχες. Πρέπει να αξιοποιήσουμε στο έπακρο την εποχή της νομιμότητας που διανύουμε και να συσπειρώσουμε όσες δυνάμεις μπορούν να ενωθούν. Να δώσουμε προοπτική σ’ αυτόν το λαό, να του δώσουμε κουράγιο και αισιοδοξία, και να του δώσουμε εμπιστοσύνη στις δικές του ακατάβλητες, απέραντες δυνάμεις.

Μέσα στις θύελλες που έρχονται θα ατσαλωθεί μια νέα γενιά κομμουνιστών, συνεχιστών του παληού ηρωϊκού ΚΚΕ και θα ξαναλάμψει πιο δυνατά σ’ όλο του το μεγαλείο ο ήλιος του πραγματικού σοσιαλισμού και της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης.

Δίπλα στους συντρόφους μας στην Τουρκία, στις Φιλιππίνες και στο Περού δίπλα στους κομμουνιστές και τους αντιϊμπεριαλιστές όλου του κόσμου, η ελληνική εργατική τάξη θα κρατάει περήφανη ψηλά, τη δική της σημαία του Μαρξισμού – Λενινισμού – Σκέψης Μάο Τσε Τούνγκ.

Ο μεσαίωνας του ιμπεριαλισμού και του σοσιαλιμπεριαλισμού, η εκμετάλλευση, η καταπίεση, η βαρβαρότητα στην χώρα μας και στον κόσμο όλο, δεν θ’ αργήσουν να πάρουν ένα τέλος.

Γ. ΠΡΩΤΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ Μ-Λ ΚΙΝΗΜΑ

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Ένα από τα πρώτα καθήκοντα με τα οποία θα επιφορτίσει τον εαυτό της η ΟΑΚΚΕ, θα είναι η μελέτη της ιστορίας του Μ-Λ κινήματος, η κριτική εκτίμηση της προσφοράς και των λαθών του, η ερμηνεία αυτών των λαθών και ο διαχωρισμός ανάμεσα σ’ αυτό που ήταν τυχαίο σ’ αυτά τα λάθη και σ’ αυτό που ήταν νομοτελειακό. Εδώ θα κάνουμε μια πρώτη γενική τοποθέτηση.

Κατ’ αρχήν πιστεύουμε ότι το Μ-Λ κίνημα είναι η πορεία που οδηγεί μετά την διάλυση του παληού ηρωϊκού ΚΚΕ στην δημιουργία ενός νέου ΚΚΕ. Είναι η κίνηση συνειδητή ή όχι, να ενωθεί ο κομμένος, από το ρεβιζιονισμό που φώλιαζε μέσα στο ΚΚΕ, δρόμος της οργανωμένης σε κόμμα εργατικής τάξης, να ενωθεί ο δρόμος που οδηγεί από το παληό, στο νέο ΚΚΕ.

Ο ρεβιζιονισμός, είτε μέσα στην Ελλάδα, είτε ο ρώσικος που διέλυσε το ΚΚΕ, έκανε τόσο μεγάλο κακό, όσο δεν έκαναν όλοι μαζί, ο γερμανικός φασισμός, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και ο σοσιαλιμπεριαλισμός, σαν εξωτερικός εχθρός απέναντι στην εργατική τάξη και το λαό της χώρας μας.

Διέλυσε το κόμμα της εργατικής τάξης, τον οδηγό όλων των καταπιεσμένων μαζών, τον σταθερό φωτοδότη ενός καταπιεσμένου έθνους. Δίχως Κομμουνιστικό Κόμμα αυτή η χώρα κι αυτός ο λαός θα δοκιμάζουν ήττες και συμφορές.

Η περίοδος του Μ-Λ κινήματος, που διανύουμε και θα διανύουμε μέχρι τη δημιουργία του Νέου ΚΚΕ, είναι από τη φύση της ενδιάμεση, μεταβατική. Είναι μια περίοδος βασανιστικής πάλης τόσο με τον ανοικτό ταξικό εχθρό, όσο και μάλιστα ακόμα περισσότερο, με τα εχθρικά ιδεολογικά ρεύματα μέσα σ’ αυτό το ίδιο.

Από την μεταβατική του φύση το Μ-Λ κίνημα, ενώ αποτελεί άρνηση του ρεβιζιονισμού, είναι ταυτόχρονα σημαδεμένο από τον ρεβιζιονισμό, την άγνοια της ιστορίας, την καθυστέρηση και το ξέκομμα από την εργατική τάξη.

Από την άλλη πλευρά το καθήκον του να φτιάξει το νέο ΚΚΕ είναι πελώριο και δύσκολο για δύο λόγους: Πρώτο γιατί δεν πρέπει να φτιάξει απλά το παληό ΚΚΕ, αλλά πρέπει να αρνηθεί τόσο βαθειά το ρεβιζιονισμό, που διάλυσε αυτό το παληό ΚΚΕ, ώστε το νέο αυτό να είναι ανώτερο από το προηγούμενο, να είναι δηλαδή και η συνέχειά του και να το ξεπερνάει. Ή αλλοιώς να αναπτύσσει δημιουργικά την πείρα των νικών και των λαθών του και εξειδικεύει παραπέρα αυτήν την πείρα μέσα στις νέες παγκόσμιες κι Ελληνικές συνθήκες.

Με λίγα λόγια καθήκον του Μ-Λ κινήματος ήταν και είναι να φτιάξει ένα σύγχρονο και βαθύ κόμμα της εργατικής τάξης, ικανό να κερδίσει την εμπιστοσύνη της τάξης του και όλων των καταπιεσμένων μαζών, όλων των φωτισμένων, προοδευτικών ανθρώπων.

 

Η ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ

Ο δεύτερος λόγος που κάνει δύσκολο αυτό το καθήκον είναι ότι αυτή η εποχή σημαδεύεται από το τέλος και την ήττα των επαναστάσεων της Γ’ Διεθνούς που είχαν σαν αφετηρία τους τη μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση.

Αν το πρώτο κύμα της προλεταριακής επανάστασης, στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, έδωσε την εργατική εξουσία για 2 μόλις μήνες στους ηρωϊκούς εργάτες της Παρισινής Κομμούνας, το δεύτερο μεγάλο κύμα έφτασε με την κινέζικη επανάσταση, στο σημείο να κοκκινήσει το μισό πλανήτη και με τη Μεγάλη Τρίτη Διεθνή των Λένιν – Στάλιν και στη συνέχεια με το Μάο Τσε Τούγκ , να κρατήσει αυτή την εξουσία της εργατικής τάξης και των λαών για 60 ολάκερα χρόνια.

Ένα νέο παγκόσμιο κύμα επαναστάσεων καθοδηγημένο από την ιστορική πείρα του συνειδητού προλεταριάτου, την θεωρία του Μαρξισμού – Λενινισμού – Σκέψης Μάο Τσε Τούνγκ είναι αναπόφευκτο ότι θα ξεσπάσει, ήδη έχει αρχίσει, σε λίγες κατ’ αρχήν χώρες να ξεσπάει. Είτε η επανάσταση θα εμποδίσει τον πόλεμο, είτε ο πόλεμος θα φέρει την επανάσταση, ένα είναι σίγουρο, ότι ο ιμπεριαλισμός είναι σάπιος κι αδύναμος μέσα στις αξεπέραστες αντιφάσεις του. από την άλλη μεριά οι λαοί μπορεί να υποχωρούν, αλλά ποτέ δεν παραδίνονται. Έχουν την υγεία, τη θέληση και τη γνώση να κατακτήσουν τον κόσμο.

Έτσι λοιπόν οι δυσκολίες του παγκόσμιου περίγυρου είναι προσωρινές. Όμως είναι υπαρκτές και πρέπει ταχτικά να παρθούν υπ’ όψη.
Δεν μπορεί να μην έχει αντανακλασθεί και μάλιστα μ’ ένα δραματικό τρόπο και μέσα στο Μ-Λ κίνημα της χώρας μας, η κυριαρχία του ρεβιζιονισμού στην Κίνα.

Είναι διαφορετική η πορεία ανάπτυξης, το γόητρο, η αισιοδοξία, η γρήγορη απήχηση στις μάζες του παληού ΚΚΕ που γεννιέται μέσα στις ομοβροντίες της Οχτωβριανής Επανάστασης. Είναι αλλοιώτικες οι συνθήκες, η πορεία ανάπτυξης, το περιβάλλον για ένα κόμμα, που προσπαθεί να συγκροτηθεί μετά από μια ήττα.

Από την άλλη βέβαια μεριά, το ξεπέρασμα αυτής της δυσκολίας με την οικοδόμηση ενός κόμματος, που μπορεί να στηριχθεί στην εργατική τάξη και το λαό της χώρας του, να στηριχθεί στην δικιά του πίστη στην επανάσταση, στη δικιά του γνώση του μαρξισμού – λενινισμού – Σκέψης Μάο Τσε Τούνγκ, στο δικό του ξεκαθάρισμα από τον οπορτουνισμό, δίχως τη βοήθεια, τις συμβουλές και το κύρος μιας Μεγάλης Τρίτης Διεθνούς, αυτό το ξεπέρασμα θα είναι καθοριστικό για την ιδεολογικο-πολιτική ευρωστία, την ωριμότητα αυτού του κόμματος, την δυνατότητα, του να καθοδηγήσει νικηφόρα στο μέλλον.

Μ’ αυτή λοιπόν την έννοια η παλινόρθωση στην Κίνα έδωσε ένα μεγάλο χτύπημα, αλλά βοήθησε και στο ιδεολογικό – πολιτικό ξεκαθάρισμα του Ελληνικού Μ-Λ κινήματος.

Αυτό το κίνημα φάνηκε πολύ αδύνατο στην επίθεση του λικβινταρισμού, του αγνωστικισμού, της απογοήτευσης στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας. Είδε τις δυνάμεις του να αποδεκατίζονται και μια σειρά στελέχη του να καταρρέουν ή και το χειρότερο να περνάνε στον πιο ελεεινό οπορτουνισμό.

ΟΙ ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Αυτή η παγκόσμια συγκυρία, συνδέθηκε, με μια σειρά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ταξικής πάλης στην ίδια μας τη χώρα.

Το Μ-Λ κίνημα σ’ όσο βαθμό αντιπάλευε την κλασσική δεξιά, τον άμεσο συνεχιστή του μοναρχοφασισμού, και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και μπόρεσε παρά τους οπορτουνισμούς του, να συσπειρώσει γύρω του πρωτοπόρα στοιχεία της εργατικής τάξης καθώς και της ριζοσπαστικής μικροαστικής διανόησης και να πετύχει νίκες τόσο στη διάρκεια, όσο και αμέσως μετά το φασισμό. Όμως στην αμέσως επόμενη περίοδο εμφανίστηκαν καθαρά οι αδυναμίες του. Εκδηλώθηκαν δηλαδή έντονες οι συνέπειες του οπορτουνισμού και του ρεβιζιονισμού, που αυτό κουβάλαγε μέσα του.

Τα αντικειμενικά στοιχεία της νέας περιόδου είναι βασικά τρία.

1ον . Το δυνάμωμα του ρόλου του σοσιαλιμπεριαλισμού στην Ελλάδα και το συνεπακόλουθο δυνάμωμα του ρόλου του ΚΚεξ. και της ρεβιζιονιστικής ιδεολογίας.

2ον. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ, σαν μια ιδιόμορφη κίνηση του χρηματιστικού – κρατικού κεφάλαιου, και γενικώτερα της αστικής τάξης, που υποχρεώθηκε από την ανάπτυξη της συνείδησης του λαού (αλλά και έδειξε την ευλυγισία της) να σηκώσει σαν ιδεολογική της σημαία τον μαρξισμό και τον αντιιμπεριαλισμό. Ψεύτικος μαρξισμός – κάλπικος αντιϊμπεριαλισμός, όμως το μέτωπο ΠΑΣΟΚ – «Κ»Κεξ. στην πολιτική και την ιδεολογία, αποτέλεσε ένα τεράστιας σημασίας παράγοντα στο φρενάρισμα του επαναστατικού κινήματος.

3ον. Η σχετική σταθεροποίηση της αστικής τάξης συνολικά μετά τον β’ αντιφασιστικό αγώνα και η συνεπακόλουθη ύφεση του Εργατικού και του ευρύτερου λαικού Κινήματος μετά το 76.

Το Μ-Λ κίνημα ήταν κυριολεκτικά ανίκανο να παρακολουθήσει, να ερμηνεύσει και να ανατρέψει αυτές τις εξελίξεις.

ΟΙ ΔΙΑΣΠΑΣΕΙΣ

Έτσι λοιπόν δεχόταν το ένα χτύπημα μετά το άλλο και οδηγιόταν σε απανωτές διασπάσεις, ενώ ταυτόχρονα μέσα από αυτή την οδυνηρή πορεία ξεκαθάριζε τις γραμμές του.

Είναι γεγονός ότι καμμιά από τις μέχρι τώρα διασπάσεις, δεν ξεκαθάριζε σε επίπεδο αρχής, με αποτέλεσμα να υπάρχει οπορτουνισμός στην επαναστατική πλευρά της διάσπασης και επαναστάτες στην οπορτουνιστική πλευρά.

Αυτό ισχύει τόσο για τις διασπάσεις του ΕΚΚΕ, όσο και αυτές τις ΟΜΛΕ. Με εξαίρεση μια σειρά οργανώσεις, που ξεπήδησαν από τα σπλάχνα της ΟΜΛΕ στην εποχή όπου ο οπορτουνισμός της ηγεσίας της δεν της επέτρεψε να δώσει τον αντιφασιστικό αγώνα, και που στην συνέχεια διαλύθηκαν, το Μ-Λ κίνημα είχε σαν βασικό του κορμό το ΕΚΚΕ και την ΟΜΛΕ.

Εκτιμώντας σήμερα την πάλη γραμμών που δόθηκε μέσα στο Μ-Λ κίνημα θεωρούμε ότι σε γενικές γραμμές:
-Ο διαχωρισμός του ’76, του ΜΛΚΚΕ από το ΚΚΕ (μ-λ) ήταν ανάμεσα στην Επανάσταση και στον οπορτουνισμό, που είχε σαν κέντρο του το ΚΕΑ. Το ΚΚΕ (μ-λ) ήταν ο μισο-τροτσκιστικός πυρήνας της ΟΜΛΕ που σήμερα μετά τη διάσπαση του ’82 (σε «Σημαία» και «Πολιτική», διάσπαση μακρυά από το μαρξισμό – λενινισμό, που ξεκαθάριζε ανάμεσα σε δύο οπορτουνιστικά ρεύματα) έχει γίνει η πιο δεξιά ομάδα του νέο-ρεβιζιονισμού.

-Ο διαχωρισμός του ’79, του ΜΛΚΚΕ από το ανασυγκροτημένο ΜΛΚΚΕ, ήταν ανάμεσα πάλι στην επανάσταση και την οπορτουνιστική δεξιά ομάδα Ιορδανίδη.

-Ο διαχωρισμός του ΕΚΚΕ το ’78 και το ’80 από τις διαλυτικές ομάδες του Στάγκου και του Κουμάνταρου, ήταν επιβεβλημένος από την πλευρά του ΕΚΚΕ.

- Η σύγκρουση των συντρόφων του ΕΚΚΕ με τη δεξιά, αντεπαναστατική κλίκα του Μπίστη το ’82 ήταν επίσης δίκαια και σωστή.

-Η ενότητα όμως αυτής της επαναστατικής ομάδας των συντρόφων του ΕΚΚΕ με το ΜΛΚΚΕ στα 1982 ήταν αβαθής, βιαστική και έξω από αρχές. Ήταν μια ενότητα καταδικασμένη σε αποτυχία.

Η ενότητα χωρίς βαθιά συμφωνία στις αρχές αποδείχτηκε το ίδιο αδύναμη, όπως η ρήξη, που δεν στηριζόταν καθαρά πάνω στις αρχές.

Η ΟΑΚΚΕ

Η σημερινή σύγκρουση και οργανωτική ρήξη των στελεχών, που αποτελούν την ΟΑΚΚΕ , με την οππορτουνιστική καθοδήγηση του ΕΚΚΕ-ΜΛΚΚΕ είναι σύγκρουση και ρήξη σε όλα τα επίπεδα με τον οππορτουνισμό. Την ευθύνη αυτής της διάσπασης φέρνουν ακέραια τα ηγετικά στελέχη του ΜΛΚΚΕ, που αρνήθηκαν την μέχρι τα τώρα πάλη τους με τον οππορτουνισμό των διασπαστών του ’76 και του ’78 και έσπευσαν, σε κατάσταση πανικού μπροστά στις δυσκολίες του κινήματος, να ενωθούν πάλι μαζί τους.

Η νέα ΟΜΛΕ, που αυτοί επιχειρούν να φτιάξουν συγκεντρώνει, ότι χειρότερο είχε αυτή η ΟΜΛΕ και δεν περιέχει καμμία από της καλές της πλευρές. Οι τρείς αντικειμενικοί παράγοντες που προαναφέραμε διέσπασαν με τον εξής τρόπο το Μ-Λ κίνημα, ή αλλιώς έκφρασαν τις εξής πλευρές του οππορτουνισμού του, συνεπώς και των αδυναμιών του.

Η πάλη ενάντια στον σοσιαλιμπεριαλισμό που δόθηκε και μέσα στην ΟΜΛΕ και μέσα στο ΕΚΚΕ στο βάθος της έχει ένα διπλό χαραχτήρα: Είναι μια αντιϊμπεριαλιστική και μια αντιρεβιζιονιστική πάλη. Ταυτόχρονα κέντρο του ρεβιζιονισμού είναι η ΕΣΣΔ. Συμφιλιωτισμός με τον ρεβιζιονισμό σημαίνει αδυναμία να δοθεί η πάλη με τον σοσιαλιμπεριαλισμό. Τέτοια ήταν η αδυναμία του ΕΚΚΕ και του ΜΛΚΚΕ. Ο αντισοσιαλιμπεριαλισμός του ΕΚΚΕ ήταν πιο καθαρός και πρωτοπόρος, όμως δεν ήταν δεμένος με τον αντιρεβιζιονισμό, με την επανάσταση, με την εργατική τάξη, ήταν ένας αστικός , (ή και μικροαστικός, όπως στην περίπτωση του ΜΛΚΚΕ) αντι-σοσιαλιμπεριαλισμός.

Στο βαθμό, που βαθμιαία η αστική τάξη παραδίδεται πολιτικά στην ΕΣΣΔ (πράγμα που εκφράζεται και από τον ακραίο υφεσιασμό της ΝΔ) και που το πιο προοδευτικό κομμάτι της μικροαστικής τάξης ακολουθεί το φιλοσοβιετικό μπλοκ ΠΑΣΟΚ – ΚΚεξ οι ηγεσίες, τόσο του ΕΚΚΕ, όσο και του ΜΛΚΚΕ, που αντανακλούσαν έντονα την επιρροή της αστικής και της μικροαστικής τάξης, ιδιαίτερα μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ, κυριολεχτικά υποτάχθηκαν στον σοσιαλιμπεριαλισμό και άρχισαν να προσχωρούν πολιτικά στο φιλο-σοσιαλιμπεριαλιστικό μπλοκ. Σε αυτό ακριβώς το σημείο το Μ-Λ κίνημα πλήρωνε και την αδυναμία του να δεθεί με το εργατικό κίνημα. Ή αλλιώς ο μικροαστισμός του, το ξέκοβε διαρκώς από την εργατική τάξη ακριβώς σε μ ια στιγμή, που αυτή η τάξη ήταν χτυπημένη από την κρατική και συνδικαλιστική κυριαρχία του μπλοκ «Κ»Κεξ. , - ΠΑΣΟΚ και το κίνημά της ήταν σε υποχώρηση. Αυτός ο μικροαστισμός έρχονταν να ενισχυθεί στον υπέρτατο βαθμό από τα υπόλοιπα χτυπήματα. Έλειωνε από απομόνωση και απελπισία, ζητούσε στην περίπτωση των οπορτουνιστών του ΕΚΚΕ – ΜΛΚΚΕ, επίμονα να «γελάσει το πικραμένο του χείλι» με μια πάση θυσία αύξηση της οργανωτικής του δύναμης, για να παραδοθεί τελικά αμαχητί, στον σκληρό οπορτουνισμό του ΚΚΕμ-λ και της ΚΙΝΗΣΗΣ. Όμως και αυτή η σύγκρουση των στελεχών της ΟΑΚΚΕ με τους οπορτουνιστές ήταν ένα παραπέρα ξεκαθάρισμα μέσα στο Μ-Λ κίνημα, ήταν μια στιγμή της ανάπτυξης της συνείδησής του. Έπρεπε οι οπορτουνιστές να φτάσουν στα άκρα για να μπορέσει η προλεταριακή επαναστατική αντίληψη να απελευθερωθεί και να αυτονομηθεί.

ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΩ

Κοιτώντας σήμερα προς τα πίσω το μ-λ κίνημα, διαπιστώνουμε πόσο βαθιά αυτό ήταν δεμένο με τον οπορτουνισμό. Κι όλας από την εποχή του ’56 και στην συνέχεια με την Αναγέννηση, το μ-λ κίνημα από την αρχή του δεν έβαλε σαν πρώτο καθήκον του την ανασυγκρότηση του ΚΚΕ, αρνήθηκε τον επαναστατικό χαρακτήρα του, ιδιαίτερα του φωτισμένου γραμματέα του, του μεγάλου προλετάριου ηγέτη Ν. Ζαχαριάδη.

Αυτό στο βάθος έκρυβε τον οπορτουνισμό αυτών των στελεχών απέναντι στην επανάσταση. Εκεί βρίσκεται η για τόσα χρόνια άρνησή τους να δεχτούν την γενικά σωστή και επαναστατική καθοδήγηση του Β’ αντάρτικου και να το προβάλλουν σαν ένα κύριο ζήτημα μέσα στις μάζες.

Εκεί βρίσκεται η άρνηση της σοσιαλιστικής επανάστασης κατοπινά, η γενική θεωρητική στειρότητα, ο στείρος αντιϊμπεριαλισμός, ο «αγωνιστικός» οικονομισμός, η απροετοιμασία μπροστά στον φασισμό. Εδώ πρέπει να πούμε ότι ανάμεσα στο 56-64 μόνο οι πολιτικοί πρόσφυγες, που τελικά δεν επικράτησαν σαν καθοδήγηση του μ-λ κινήματος, έδωσαν μεγάλη πάλη στο ζήτημα Ζαχαριάδη, όμως δεν συνέλαβαν ολοκληρωμένα το ρεβιζιονισμό, Ρώσικο και Ελληνικό, που βρισκόταν στη βάση της πραξικοπηματικής του καθαίρεσης. Η αδυναμία τους αυτή ήταν αντανάκλαση της γενικότερης αδυναμίας της Τρίτης Διεθνούς να συλλάβει τις νέες μορφές που έπαιρνε η ταξική πάλη στην περίοδο της διχτατορίας του προλεταριάτου και που τελικά την οδήγησαν στην ήττα του ’56 στην ΕΣΣΔ και στις άλλες χώρες της Α. Ευρώπης. Αυτή η αδυναμία πρέπει σαφώς να διαχωριστεί από τον ρεβιζιονισμό. Πρόκειται για λάθος της επανάστασης. Με αυτή την έννοια εκτιμάμε και τον Στάλιν σαν μεγάλο καθοδηγητή του παγκόσμιου προλεταριάτου και μεγάλο μαρξιστή θεωρητικό όπως και σαν μεγάλη και επαναστατική όλη την περίοδο, όπου αυτός καθοδήγησε το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα. Στεκόμαστε αποφασιστικά αντίθετοι σε αυτές τις θεωρίες, που στο όνομα των λαθών τους καταδικάζουν ή αμφισβητούν το ΚΚΕ και την Τρίτη Διεθνή, τον Ζαχαριάδη και τον Στάλιν και αρνούνται να τραβήξουν μια καθαρή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην επανάσταση και τον ρεβιζιονισμό, εξωραίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αντεπανάσταση. Όπως στεκόμαστε και σε εκείνες τις απόψεις που αρνούνται την προσφορά του νεώτερου μ-λ κινήματος, που ειρωνεύονται την ιδεολογική πάλη, που δόθηκε και θα δίνεται για καιρό ακόμα στις γραμμές του, που στην πραγματικότητα αδυνατούν να δουν, ότι ένα νέο ΚΚΕ θα είναι αποτέλεσμα του πιο παρατεταμένου ιδεολογικού αγώνα, ανάμεσα στα πιο αντιπροσωπευτικά, οσοδήποτε και αν είναι μειοψηφικά από πολιτική άποψη, ιδεολογικά ρεύματα που αναφέρονται στον Μ-Λ.

Καταγγέλοντας σήμερα τον ενωτισμό έξω από αρχές, δηλαδή αυτό το είδος, το πιο ύπουλο της διάσπασης, είμαστε αποφασισμένοι να προωθήσουμε την πραγματική ενότητα όλων των Μ-Λ πραγματικών κομμουνιστών, που βρίσκονται κάτω από την ιδεολογική και πολιτική επιρροή του ρεβιζιονισμού και κάθε οπορτουνισμού, αλλά και αυτούς τους Μ-Λ που ανοργάνωτοι σήμερα δεν παύουν να προπαγανδίζουν τις ιδέες του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(27 ψήφοι)