Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΝΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΤΣΕΤΣΕΝΙΑΣ

 

Το κεντρικό επιχείρημα των Ρώσων εισβολέων το οποίο τοποθετούν πάνω στις κάνες των πυροβόλων τους όταν ισοπεδώνουν το Γκρόζνι είναι ότι υπερασπίζονται την εδαφική ανεξαρτησία της Ρωσίας.Αυτό είναι και το επιχείρημα των δυτικών ιμπεριαλιστών και όλων των αστών του κόσμου, που δικαιολογούν τη ρώσικη εισβολή λέγοντας ότι αποτελεί εσωτερική υπόθεση της Ρωσίας.


Αλλά και αυτοί που διαμαρτύρονται για τη σφαγή και μιλάνε για ρώσικη εισβολή, όπως είναι οι αστοί φιλελεύθεροι και οι ψευτοκομμουνιστές μέσα κι έξω από τη Ρωσία, καθώς και οι ντόπιοι εξωκοινοβουλευτικοί οπορτουνιστές, είναι μεγάλοι υποκριτές γιατί δεν αναγνωρίζουν την ανεξάρτητη κρατική υπόσταση της Τσετσενίας και το δημοκρατικό βήμα που αποτελεί κάτι τέτοιο στην εξέλιξη του ρώσικου νέο-αυτοκρατορικού κράτους.
Άρα αυτό είναι όλο-όλο το ζήτημα που φτιάχνει τα διεθνή στρατόπεδα στο ζήτημα της Τσετσενίας. Υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας της Τσετσενίας ή όχι;

 

ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Εμείς λέμε καθαρά: Ανεξάρτητη Τσετσενία.
Και δεν το λέμε από την σκοπιά εκείνων που θα υποστήριζαν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και του αποχωρισμού για κάθε εθνικό πυρήνα σε μια χώρα. Ίσα-ίσα, είμαστε αντίθετοι στον αποχωρισμό των εθνικών μειονοτήτων ή των εθνικών συνόλων, ομάδων κτλ. που δεν αποτελούν έθνος. Αυτό το δικαίωμα είναι στην ουσία διάλυση των εθνικών κρατών, και εκτός από τους υπερ-φιλελεύθερους το αναγνωρίζουν και το χρησιμοποιούν οι εκάστοτε χιτλερικοί του πλανήτη.
Για παράδειγμα η Ρωσία που αρνείται σήμερα το δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης μέχρι του κρατικού αποχωρισμού στους Τσετσένους υποστηρίζει κάθε δικαίωμα κρατικού αποχωρισμού για τις εθνικές μειονότητες σε κάθε γειτονική της χώρα που δεν αποτελούν έθνη. Π.χ. υποστηρίζει τους Αμπχάζιους στη Γεωργία, που έφτιαξαν "κράτος" μέσα στη Γεωργία ενώ είναι αισχρή μειοψηφία ακόμα και μέσα στο κράτος αυτό που έφτιαξαν. Υποστηρίζει τους Ρώσους της Μολδαβίας, που αποτελούν εθνική μειονότητα, να φτιάξουν κράτος της Υπερδνειστερίας. Υποστηρίζει τους Ρώσους της Κριμαίας να κάνουν απόσχιση στην Ουκρανία, ενώ έγιναν πλειοψηφία εκεί επειδή διώχτηκαν οι Τάταροι.
Στην Τουρκία οι Ρώσοι υποστηρίζουν τους Κούρδους, ενώ αυτοί πουθενά δεν αποτελούν συμπαγή πληθυσμό και δεν διαμορφώνουν έθνος. Το ίδιο κάνουν με τους σερβοβόσνιους διασπαστές εθνοεκαθαριστές της Βοσνίας που αποτελούν σαφώς εθνομειονότητα μέσα στο σύνολο του βοσνιακού πληθυσμού.
Πουθενά σ΄ αυτές τις περιπτώσεις η ιστορία δεν οδήγησε τους "προς αποχωρισμό πληθυσμούς" στο να συγκροτήσουν εθνική ζωή, δηλαδή να έχουν "μια σταθερή κοινότητα ιστορικά συγκροτημένη, κοινής γλώσσας, ενιαίου εδάφους, κοινής οικονομικής ζωής και ψυχικών χαρακτηριστικών, που μεταφράζονται όλα σε κοινότητα πολιτισμού".
Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει μια κοινότητα ανθρώπων για να αποτελεί έθνος, σύμφωνα με τις θέσεις της λενινιστικής Τρίτης Διεθνούς που διατύπωσε ο Στάλιν το 1913. Στη βάση αυτών των χαρακτηριστικών συγκροτήθηκαν τα εθνικά κράτη του σύγχρονου κόσμου, είτε οι πληθυσμοί τους είχαν είτε δεν είχαν συνείδηση του προτσές του σχηματισμού των εθνικών αυτών κρατών.
Αυτή η διαδικασία ανεξάρτητης κρατικής συγκρότησης των εθνών έχει βασικά ολοκληρωθεί.
Λέμε βασικά γιατί η διαδικασία της εθνικής συγκρότησης δεν ολοκληρώνεται μια και καλή. Τα έθνη συνεχίζουν να αναδύονται ζητώντας διαρκώς την ανεξάρτητη κρατική υπόσταση.
Όταν λέμε ανεξάρτητη κρατική υπόσταση εννοούμε και την κρατική υπόσταση μέσα στα πλαίσια ενός ομοσπονδιακού ή συνομοσπονδιακού πολυεθνικού κράτους, όπου κάθε ομόσπονδο κράτος-τμήμα της ομοσπονδίας έχει το δικαίωμα του ελεύθερου αποχωρισμού από το ομοσπονδιακό ευρύτερο κράτος.
Τέτοια ήταν μέχρι ενός σημείου η περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας και της Σοβιετικής Ένωσης μέχρι το 1960.
Πραγματικά, όπως το έθνος έχει δικαίωμα κρατικής συγκρότησης έχει και δικαίωμα να ενωθεί με άλλα κράτη στα πλαίσια μιας ευρύτερης ενότητας παραδίνοντας αυτό το ίδιο με την ίδια του τη θέληση στον κοινό διακρατικό οργανισμό ένα μέρος της κρατικής του ανεξαρτησίας και κυριαρχίας. Από μια άποψη τέτοια είναι και η περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν και εδώ οι διακρατικοί δεσμοί έχουν πολύ μικρότερη δύναμη απ΄ ότι οι αντίστοιχοι δεσμοί στο ομοσπονδιακό κράτος.

ΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΚΡΑΤΗ ΚΑΙ Η ΕΣΣΔ

Η πιο τυπική περίπτωση εθνικής συγκρότησης στο στάδιο της ανάδυσης παρουσιάζεται μέσα στα μεγάλα πολυεθνικά κράτη που κάποτε είχαν αποτελέσει φεουδαρχικές αυτοκρατορίες, όπως η Ρωσία, η Κίνα, οι Ινδίες, ή στο κυρίως ευρωπαϊκό έδαφος η Αυστροουγγαρία.
Η περίπτωση της Ρωσίας είναι η πιο τυπική. Η Ρωσία είναι για τη μελέτη της εθνογεωγραφίας ότι είναι η Ισλανδία για τη μελέτη των ηφαιστείων και των γεωργικών αλλαγών στο φλοιό του πλανήτη.
Η Ρωσία, σ΄ αυτόν τον αδρανή και φαινομενικά στάσιμο γίγαντα, πρέπει κανείς να ξεχάσει κάθε στατική μηχανιστική εικόνα σχετικά με το έθνος και το εθνικό κράτος. 
Το κλειδί της εθνικής ιστορίας της ΕΣΣΔ και της σημερινής ρώσικης ομοσπονδίας είναι η ατελείωτη και λυσσασμένη προσπάθεια του ρώσικου έθνους να κυριαρχήσει με τη βία σε όλα τα λιγότερο αναπτυγμένα έθνη της περιφέρειας της. Αυτή η πορεία έκανε εξαιρετικά βασανιστική τη δημιουργία των εθνικών κρατών που αποτελούν σήμερα τις πρώην ενωσιακές δημοκρατίες της ΕΣΣΔ, αλλά και βασανιστική την ίδια την πορεία προς την πρόοδο και την ανεξάρτητη συγκρότηση του ίδιου του ρώσικου έθνους.
Γι΄ αυτό ότι υπήρξε μεγάλο στο ρώσικο έθνος συγκρούστηκε με τη ρώσικη αυτοκρατορική επέκταση, και όσο πιο μεγάλο ήταν τόσο πιο πολύ συγκρούστηκε. Και επειδή η αυτοκρατορική τσαρική Ρωσία ήταν πάντα ένα μεγάλο βαρίδι για όλη την ευρωπαϊκή πρόοδο ότι συγκρούστηκε βαθιά μ΄ αυτήν έλαμψε σ΄ όλη την ανθρωπότητα.
Αυτή ήταν η περίπτωση του λενινιστικού ρώσικου προλεταριάτου που έγινε παγκόσμια πρωτοπορία επειδή ακριβώς του έπεσε ο ιστορικός κλήρος να συγκρουστεί αυτό, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, και να νικήσει σε μια πρώτη μεγάλη νίκη τον τσαρισμό.
Ακριβώς πάνω σ΄ αυτή τη σύγκρουση ξεπρόβαλαν σαν ανεξάρτητες ή ομοσπονδιακές κρατικές οντότητες τα εθνικά κράτη μέσα από τη ρώσικη αυτοκρατορία και βοηθήθηκαν να γεννηθούν σαν τέτοια ακριβώς από το ρώσικο προλεταριάτο.
Δηλαδή αυτά τα νέα εθνικά κράτη δεν ξεπρόβαλαν μεμιάς, ακριβώς γιατί δεν ήταν εξαρχής "τέλεια" εθνικά συγκροτημένα μόλις άνοιξε η αυλαία του 1917. Αντίθετα, μόλις τότε αυτά άρχισαν να μπαίνουν με δύναμη και συνείδηση στο ιστορικό προσκήνιο.
Αυτή η διαδικασία φαίνεται στην πορεία του σχηματισμού της γνωστής μας ΕΣΣΔ.
Στην αρχή, στα 1922 συγκροτήθηκε μια ΕΣΣΔ από 4 ομοσπονδιακά κράτη που για συντομία λέγονται ενωσιακές δημοκρατίες που είχαν και τα τέσσερα το δικαίωμα του αποχωρισμού. Αυτά ήταν: η σοσιαλιστική σοβιετική ομοσπονδιακή δημοκρατία της Ρωσίας, η σοσιαλιστική σοβιετική δημοκρατία της Ουκρανίας, η σοσιαλιστική σοβιετική ομοσπονδιακή δημοκρατία της Υπερκαυκασίας και η σοσιαλιστική σοβιετική δημοκρατία της Λευκορωσίας.
Αυτό σήμαινε ότι σαν σοσιαλιστικά αλλά και εθνικά κράτη συγκροτήθηκαν πρώτα και αναγνωρίστηκαν από τη σοβιετική εξουσία η Ουκρανία και η Λευκορωσία. Αυτά ήταν τα κράτη των πολύ πιο εξελιγμένων, των λιγότερο χτυπημένων ή των περισσότερο ευνοημένων από τον τσαρισμό και "συνεργάσιμων" στην αποικιακή ρώσικη εξάπλωση σλάβικων εθνών.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή τα ομοσπονδιακά κράτη της Ρωσίας και της Υπερκαυκασίας περιλάμβαναν μέσα τους τα προπλάσματα, τα λίγο πριν τη γέννα έμβρυα άλλων εθνικών κρατών, που στην περίπτωση της ρώσικης ομοσπονδίας δεν ήταν έτοιμα να αποκοπούν από τη Ρωσία ενώ στην Υπερκαυκασία τα έθνη των Αρμένιων και των Γεωργιανών ήταν αρκετά ώριμα αλλά όχι τόσο ώστε να μην κατασπαράζουν με το νεαρό και βάναυσο εθνικισμό τους το σχετικά πιο καθυστερημένο έθνος των Αζέρων, αλλά και τις εθνικές μειονότητες στις δυο χώρες. 
Γι΄ αυτό εδώ το σοβιετικό προλεταριάτο, που εμφανίστηκε σαν εγγυητής της εθνικής συνύπαρξης στον Καύκασο καθιέρωσε την Ομοσπονδία της Υπερκαυκασίας που περιλάμβανε τις αυτόνομες δημοκρατίες της Γεωργίας, Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν.
Σ΄ ότι αφορά τη ρώσικη σοβιετική σοσιαλιστική ομοσπονδία, αυτή περιλάμβανε μέσα της τη σοσιαλιστική σοβιετική αυτόνομη δημοκρατία του Τουρκεστάν, καθώς και πολλές αυτόνομες περιοχές, όπως ήταν οι μικρές χώρες του βόρειου Καυκάσου που ανάμεσα τους ήταν η Τσετσενο-Ιγκουσετία. Αυτόνομη περιοχή ήταν η χαμηλότερη, η πιο αδιαφοροποίητη μορφή ξεχωριστής εθνικής και κρατικής υπόστασης. Η αυτόνομη περιοχή δεν είχε ούτε δικό της Σύνταγμα ούτε δικό της σοβιέτ, όπως είχε η αυτόνομη Δημοκρατία, που όμως με τη σειρά της δεν είχε το δικαίωμα του αποχωρισμού ώστε να γίνει ξεχωριστό κράτος. 
Όμως η αυτόνομη Δημοκρατία του Τουρκεστάν που προαναφέραμε έκρυβε μέσα της, με τη σειρά του, ένα σύνολο από έθνη που σταδιακά διαχωρίστηκαν διοικητικά και αναδύθηκαν σαν ανεξάρτητες κρατικές οντότητες, δηλαδή σαν ενωσιακές Δημοκρατίες.
Έτσι από την Αυτόνομη Δημοκρατία του Τουρκεστάν ξεπήδησαν το 1925 δύο Ενωσιακές Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες, η Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Ουζμπεκιστάν και η Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Τουρκμενιστάν. Το 1929 από το Ουζμπεκιστάν αποσπάστηκε η Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Τατζικιστάν, που προηγούμενα βρισκόταν σαν αυτόνομη Δημοκρατία μέσα σ΄ αυτό. 
Στα 1936, με το νέο Σοβιετικό Σύνταγμα, αποσπάστηκαν από τη Ρώσικη Ομοσπονδία το Καζακστάν και η Κιργισία και έγιναν σοσιαλιστικές Δημοκρατίες, ενώ από το 1920 μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν αυτόνομες Δημοκρατίες μέσα στη Ρώσικη Ομοσπονδία (δίχως δηλαδή το δικαίωμα αποχωρισμού).
Με το ίδιο Σύνταγμα καταχτούσαν το στάτους της Ενωσιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας και οι τρεις μέχρι τότε Αυτόνομες Δημοκρατίες που συναποτελούσαν, σαν αυτόνομες Δημοκρατίες, την Ενωσιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Υπερκαυκασίας, δηλαδή η Γεωργία, η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΟΡΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΚΡΑΤΙΚΗ ΥΠΑΡΞΗ ΤΗΣ ΤΣΕΤΣΕΝΟ-ΙΓΚΟΥΣΕΤΙΑΣ

Αυτή ήταν και η πορεία της Τσετσενο-Ιγκουσετίας που ενώ αρχικά αποτελούσε μια Αυτόνομη Περιοχή μέσα στη Ρώσικη Ομοσπονδία με το Σύνταγμα του 1936 ανέβηκε στο καθεστώς της Αυτόνομης Δημοκρατίας.
Τίποτα δεν προσδιόριζε δηλαδή για το μέλλον αυτής της νέας Αυτόνομης Δημοκρατίας την υποχρέωση να μείνει τμήμα της ρώσικης επικράτειας. Αντίθετα, η μέχρι εκείνη τη στιγμή ιστορική πορεία έκανε αναπόφευκτη σε ένα όχι μακρινό μέλλον τη μετατροπή της Τσετσενο-Ιγκουσετίας σε Ενωσιακή Δημοκρατία.
Στην πραγματικότητα από την "εσωτερική εθνική" πλευρά, από την πλευρά δηλαδή της οικονομικής και πολιτιστικής ωριμότητας, η Τσετσενο-Ιγκουσετία ήταν από το 1936 ώριμη για το καθεστώς της Ενωσιακής Δημοκρατίας. Εκείνο που της έλειπε ήταν ο ένας από τους τρεις όρους που έβαζε τότε ο Στάλιν για τη μετατροπή μιας αυτόνομης σε Ενωσιακή Δημοκρατία. Αυτοί οι όροι αναφέρονται στην εισήγηση του Στάλιν στο 8ο Συνέδριο των Σοβιέτ της ΕΣΣΔ στις 25 Νοέμβρη του 1936 και ήταν οι εξής: 
Πρώτο, να μην περικλείεται εξ ολοκλήρου η αυτόνομη Δημοκρατία από Ενωσιακές Δημοκρατίες ώστε να μην μπορεί να βρει πρόσβαση προς τον έξω κόσμο. Δεύτερο, η εθνικότητα που δίνει το όνομα της στη Δημοκρατία αυτή να είναι πλειοψηφική. Τρίτο ο πληθυσμός της να ξεπερνά το ένα εκατομμύριο. 
Η Τσετσενο-Ιγκουσετία δεν εκπληρούσε το 1936 τον πρώτο και βασικότερο από τους τρεις όρους. Πραγματικά δίχως πρόσβαση προς το εξωτερικό η χώρα αυτή Δε θα μπορούσε πρακτικά να χρησιμοποιήσει το δικαίωμα της του αποχωρισμού. Αυτό, όπως είπε ο Στάλιν στην ίδια εισήγηση, θα ήταν ένα δικαίωμα "μόνο στα χαρτιά".
Όμως αυτό το δικαίωμα αυτόματα μπορούσε να έχει πρακτικό αντίκρυσμα όταν κάποια ή κάποιες από τις Ενωσιακές Δημοκρατίες που συνόρευαν με την Τσετσενο-Ιγκουσετία θα χρησιμοποιούσε το δικαίωμα που της παρείχε το Σύνταγμα και αποχωρούσε από την ΕΣΣΔ. Έτσι, από την ώρα που η Γεωργία αποσπάστηκε από την ΕΣΣΔ το 1991 δεν υπήρχε κανείς λόγος, ούτε ουσιαστικός ούτε τυπικός, για να μην καταλάβει η Τσετσενο-Ιγκουσετία το καθεστώς της Ενωσιακής Δημοκρατίας εκτός Ρωσίας και να μην το μεταφράσει αμέσως στην πράξη σε αποχωρισμό και από την ΕΣΣΔ.
Βέβαια το νέο ανεξάρτητο κράτος που προέκυψε από αυτόν τον αποχωρισμό δεν ήταν η Τσετσενο-Ιγκουσετία αλλά μόνο η Τσετσενία. Οι Ινγκούσιοι δεν έκαναν το μεγάλο βήμα και έμειναν σήμερα μέσα στη Ρώσικη Ομοσπονδία σαν αυτόνομη Δημοκρατία της Ινγκουσετίας. Ωστόσο υποστηρίζουν σήμερα και σα λαός και σαν κυβέρνηση έμπρακτα το δικαίωμα ύπαρξης της ανεξάρτητης Τσετσενίας στη μάχη με τους Ρώσους εισβολείς. Αυτή η στάση είναι ανεξάρτητη από το γεγονός ότι οι Ινγκούσιοι βρέθηκαν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση μετά την ανεξαρτησία της Τσετσενίας χάνοντας το Γκρόζνι, που ήταν κοινή πρωτεύουσα και για τα δύο έθνη, και μένοντας με ένα πολύ μικρής έκτασης έδαφος για να ασκήσουν την εθνική τους κυριαρχία.

Η ΕΘΝΙΚΟΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΝ ΤΣΕΤΣΕΝΩΝ

Όμως οι Τσετσένοι δεν μπορούσαν να τους περιμένουν, όπως δεν μπορούσαν να περιμένουν κανέναν να τους αναγνωρίσει το τυπικό δικαίωμα του αποχωρισμού από τη Ρώσικη Ομοσπονδία. Γιατί τα όσα είπαμε ως εδώ αφορούν στην πραγματικότητα το τυπικό δικαίωμα των Τσετσένων να υπάρξουν σαν ανεξάρτητο εθνικό κράτος.
Το ουσιαστικό δικαίωμα τους το απόδειξαν τώρα στην παγκόσμιας σημασίας μάχη του Γκρόζνι. Παγκόσμιας σημασίας όχι μόνο γιατί ξεσκεπάζουν και καθυστερούν τους Ρώσους Χίτλερ αλλά γιατί εδώ στο Γκρόζνι οι Τσετσένοι εισάγουν στη σύγχρονη ιστορία των ανταρτοπολέμων τον παλλαϊκό πόλεμο θέσεων μέσα σε πόλη ενάντια σε πολύ υπέρτερο στρατό κατοχής. Τέτοιο πόλεμο σαν κι αυτόν που δίνουν τώρα οι Τσετσένοι δεν μπορεί να δώσει παρά μόνο ένα έθνος και μάλιστα ένα ώριμο έθνος. Ένα έθνος με τη βιομηχανία του, με το προλεταριάτο και με τη μεγάλη πόλη του που αντιστοιχεί σ΄ αυτή τη βιομηχανία, ένα έθνος με μια αγροτιά που κάνει σήμερα απελευθερωτικό πόλεμο σε όλο το έδαφος της μικρής χώρας, ένα έθνος με βαθιά συνείδηση της ύπαρξης και των συμφερόντων του από όπου μπορεί να αντλεί μια τέτοια γενναιότητα που δεν ξάφνιασε μόνο τους Ρώσους σοσιαλφασίστες αλλά ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στον τσετσένικο εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο και τον αντιδραστικό πόλεμο που διεξάγουν οι Κούρδοι εθνικιστές με επικεφαλής τους σοσιαλφασίστες πράκτορες του ΡΚΚ για λογαριασμό της Ρωσίας.
Εδώ, στην Τσετσενία, έχουμε τον παλλαϊκό πόλεμο που δίνει σε κάθε εκατοστό της τσετσένικης γης ένας συμπαγής πληθυσμός, εκεί έναν πόλεμο που δίνει μια εθνικιστική μειοψηφία πατώντας πάνω στην πραγματική καταπίεση μιας εθνικής μειονότητας, όπως η κουρδική, που όμως βρίσκεται ανάμεικτη με τους τούρκικους πληθυσμούς σε όλο σχεδόν το τουρκικό έδαφος και που δεν ακολουθεί τους υποτιθέμενους ηγέτες της στο δρόμο του διαμελισμού της χώρας και γι΄ αυτό συχνά δοκιμάζει την ωμή βία τους.
Αλλά ο σημερινός τσετσένικος απελευθερωτικός πόλεμος έφερε στην επιφάνεια την πολιτική επανάσταση που ανέβασε στην εξουσία της χώρας τις εθνικές δυνάμεις της Τσετσενίας. Μόνο τώρα έρχονται στο διεθνή τύπο στοιχεία για το τι συνέβη στο Γκρόζνι τον Αύγουστο του 1991, λίγο μετά το καγκεμπίτικο πραξικόπημα στις 19 του ίδιου μήνα το οποίο γέννησε τη νέα τσαρική Ρωσία.
Οι Τσετσένοι πήραν τότε κατά γράμμα τις διακηρύξεις του μεγαλορώσου τσάρου Γέλτσιν, που ήταν υποχρεωμένος τότε να εμφανιστεί σα δημοκράτης και υπερασπιστής του δικαιώματος αυτοδιάθεσης όχι μόνο των εθνών των Ενωσιακών Δημοκρατιών αλλά ακόμα και των εθνών που βρίσκονταν μέσα στη Ρώσικη Ομοσπονδία και ξεσηκώθηκαν για την ανεξαρτησία τους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή το κύριο ανεξαρτησιακό κόμμα, το "Συνέδριο του Τσετσένικου Λαού", με επικεφαλής τον Ντουντάγεφ έμενε μειοψηφικό στην αντιπολίτευση ενώ η κυβέρνηση ήταν στα χέρια των ανθρώπων των μπρεζνιεφικών του Κρεμλίνου.
Την ώρα που το πραξικόπημα στη Ρωσία καταρρέει οι Τσετσένοι συγκεντρώνονται κατά χιλιάδες στο κέντρο του Γκρόζνι και ζητούν τη διάλυση του λεγόμενου "ανώτατου Σοβιέτ" της Τσετσενίας. Στις 25 του Αυγούστου η "Νέα Ρωσία του Γέλτσιν" στέλνει μια επιτροπή του Ανώτατου Σοβιέτ της Ρωσίας για να μελετήσει την κατάσταση και να καταπραϋνει το λαό. Στις 26 Αυγούστου οι βουλευτές του Τσετσένικου σοβιέτ αρχίζουν να παραιτούνται και οι διαδηλωτές μπλοκάρουν το αεροδρόμιο για να μη φύγουν και πάνε στη Μόσχα οι μπρεζνιεφικοί που υποστήριξαν το πραξικόπημα του Αυγούστου. Στις 29 το πλήθος ρίχνει το σύνθημα "Ελευθερία ή θάνατος". Την Παρασκευή στις 6 του Σεπτέμβρη η εθνοφρουρά, που είναι το ένοπλο τμήμα του κόμματος του "Συνέδριου", επιτίθεται στα επίσημα κτίρια και στο τέλος στην έδρα της KGB και καταλαμβάνει το ραδιοφωνικό σταθμό. Μάταια ο ρωσόδουλος τελευταίος κυβερνήτης, ο Ζαβγκάεφ, φωνάζει στο λαό που ζητά την παραίτηση του "είμαι Τσετσένος, η μάνα μου είναι μουσουλμάνα, ο πατέρας μου είναι αραβικής καταγωγής". Στις 9 Σεπτέμβρη έρχεται μια νέα αποστολή από τη Μόσχα, που περιλαμβάνει τους ρώσους "δημοκράτες" Μπουρμπούλις και Πολτοράνιν, δεξιά χέρια του Γέλτσιν, και ζητάει από τους Τσετσένους "συνεργασία ενάντια στον κοινό εχθρό, τον ολοκληρωτισμό". Προσπαθεί έτσι να πάρει την ηγεμονία του δημοκρατικού κινήματος από τους Τσετσένους αλλά αποτυχαίνει. Στις 15 του μήνα έρχεται ο Χασμπουλάτοφ, καθαιρεί αμέσως την παλιά ηγεσία και σκαρώνει ένα νέο κυβερνητικό όργανο, το "Ανώτατο Προσωρινό Συμβούλιο" με 32 μέλη. Σε λίγο τα μέλη του αρχίζουν να παραιτούνται μέχρι που εξατμίζεται ολότελα. Το "Συνέδριο του Τσετσένικου λαού" παίρνει την εξουσία στις 6 του Οκτώβρη 1991 διακηρύσσοντας ότι εκτελεί τις "λειτουργίες μιας επαναστατικής επιτροπής για τη μεταβατική περίοδο" μέχρι τις προεδρικές εκλογές της 27ης Οκτώβρη. Τότε οι Ρώσοι στέλνουν το βαρύ πυροβολικό τους, το Ρουτσκόι. Αυτός καταφέρνει μόνο να αποθαρρύνει τους Ινγκουσέτιους στο να ακολουθήσουν τους Τσετσένους ενώ υπόσχεται ένα άλλο όργανο που λέγεται "Συνέδριο των Βετεράνων του Καυκάσου" και που θα λύσει όλα τα επίμαχα ζητήματα του Καυκάσου.
Όμως είναι πολύ αργά για ελιγμούς. Οι Τσετσένοι επιφυλάσσουν μια μεγάλη ταπείνωση στον προριζόμενο για ρώσο Χίτλερ Ρουτσκόι. Του κλείνουν την πόρτα στα στούντιο της τηλεόρασης. Η Τσετσενία είναι πια ανεξάρτητη. 
(Tα στοιχεία για την εξέγερση του Αυγούστου-Οκτώβρη είναι από τη γαλλική εφημερίδα Monde της 11ης Γενάρη)
Είναι λοιπόν η ίδια η πρακτική του Τσετσένικου λαού που φανερώνει την εθνική του υπόσταση περισσότερο από κάθε τι άλλο, περισσότερο από κάθε οικονομική , πολιτιστική και ιστορική ανάλυση. Και σαν τέτοια οδηγεί εξαρχής στην υποχρέωση για κάθε δημοκρατικό άνθρωπο στον πλανήτη να υποστηρίζει όχι μόνο αφηρημένα το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης μέχρι τη δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους αλλά κυρίως το κράτος που πρόκυψε από αυτή τη διαδικασία.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ ΤΩΝ ΤΣΕΤΣΕΝΩΝ ΤΟ 1944

Αυτή η θέση αρχής δεν είναι βέβαια καθόλου υποχρεωτική για τους ιμπεριαλιστές, αλλά και τους εθνικούς αστούς κάθε είδους , που έδειξαν στην περίπτωση της Τσετσενίας τη βαθιά αντιδημοκρατική φύση τους, το βαθύτερο φασιστικό χαρακτήρα τους. Εδώ φάνηκε ο χρακτήρας της παγκόσμιας αστικής τάξης που διάλεξε τη σκλαβιά των Τσετσένων προκειμένου να στηριχθούν οι δήθεν "δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις" της Ρωσίας.
Εννοείται ότι οι αστοί δεν κάθονται με τα χέρια τους σταυρωμένα όταν οι λαοί τους απευθύνουν την κατηγορία της κτηνώδους πολιτικής κάλυψης που προσφέρουν στη ρώσικη χιτλερικού τύπου επίθεση. Και προσπαθούν να διασωθούν προβάλλοντας διαρκώς την αντίθεση του Τσετσένικου λαού στη σοβιετική εξουσία της σταλινικής εποχής, ιδιαίτερα μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό είναι, εννοείται, και το βασικότερο επιχείρημα των αστο φιλελεύθερων κάθε είδους ενάντια στο παγκόσμιο προλεταριάτο, αλλά και αυτό θα είναι στο μέλλον και το βασικό επιχείρημα των ρώσων ψευτοκομμουνιστών, των αυτοαποκαλούμενων σταλινικών, ενάντια στους Τσετσένους.
Πρόκειται για την κατάργηση, μετά το τέλος του πολέμου, της αυτόνομης σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσετσενο-Ινγκουσετίας και την αντικατάσταση της από μια μικρή περιοχή που ονομάστηκε Oblast του Γκρόζνι, από το όνομα της πρωτεύουσας της Τσετσενίας. Λίγο πριν (τέλη του 1943) είχε γίνει και η μεταφορά του συνόλου των Τσετσένων και Ινγκούσιων στο Καζακστάν, και στη συνέχεια και άλλων Καυκάσιων, των Καρατσάι, των Καλμούχων, των Μπαλκάριων, στην Κεντρική Ασία.
Γι΄ αυτό χρειάζεται μια κατ΄ αρχήν τοποθέτηση μας σ΄ αυτό το ζήτημα. Οι πραγματικοί κομμουνιστές δεν κρύβουν ποτέ το κεφάλι τους στην άμμο και ποτέ η ΟΑΚΚΕ Δε θα παρέκαμπτε ένα μεγάλο ιστορικό θέμα για να εξασφαλίσει την "ηρεμία της ουδετερότητας ". Ουδετερότητα δεν υπάρχει για τους επαναστάτες. Το μόνο ελαφρυντικό που υπάρχει γι΄ αυτούς όταν δεν απαντάνε σε ιστορικά ζητήματα είναι ο χρόνος που χρειάζεται για να μελετήσουν ή και οι δυσκολίες αυτή της μελέτης. Αυτές οι δυσκολίες υπάρχουν και για μας σήμερα, στο βαθμό που η αστική τάξη έχει κάνει μια μεγάλη εκστρατεία αφανισμού των κειμένων του παγκόσμιου επαναστατικού προλεταριάτου της εποχής ανάμεσα στα 1930 και 1955.
Ωστόσο υπάρχουν αρκετά στοιχεία για μια πρώτη εκτίμηση εκείνης της εποχής και του σωστού ή λαθεμένου της πολιτικής της διάλυσης του Τσετσένικου εθνικού κράτους.
Η μετέπειτα εξέλιξη αποδείχνει ότι αυτή η πολιτική ήταν λαθεμένη. Δε διαλύει κανείς ένα έθνος και ένα εθνικό κράτος επειδή αυτό το έθνος έπαιζε για μια περίοδο έναν αντιδραστικό ρόλο. Και το τσετσένικο έθνος έπαιξε τότε αντιδραστικό ρόλο γιατί οι εθνικιστές του το έσπρωξαν στη συμμαχία με τους γερμανούς χιτλερικούς εισβολείς. Για τους διεθνιστές και τους πραγματικούς δημοκράτες η στάση ενός λαού και ενός έθνους σε μια δοσμένη στιγμή έχει να κάνει πάνω απ΄ όλα με τη στάση του απέναντι στους διεθνείς εχθρούς των λαών δηλαδή από το ρόλο του στο παγκόσμιο επαναστατικό και δημοκρατικό προτσές. Είναι γεγονός ότι στα 1940 ολόκληρος σχεδόν ο βόρειος Καύκασος αντιμετώπισε με θετικό τρόπο τους γερμανούς ναζί σαν "απελευθερωτές" από τη σοβιετική εξουσία. Όταν τα γερμανικά στρατεύματα πλησίαζαν οι εθνικιστές με την υποστήριξη του πληθυσμού έδιωχναν μονομιάς τους εκπροσώπους, συνήθως Ρώσους, της σοβιετικής εξουσίας και έφτιαχναν δικές τους τοπικές επιτροπές. 
Οι Γερμανοί στηρίχθηκαν πάνω σε αυτές τις νέες εξουσίες που παλινόρθωναν τους παλιούς πολιτικούς και θρησκευτικούς θεσμούς και κατάργησαν αμέσως την κολχόζνικη ιδιοκτησία. Σύμφωνα με αξιόπιστα στοιχεία, 110.000 Καυκάσιοι πολέμησαν στο πλευρό των Γερμανών στη διάρκεια του πολέμου, αριθμός πολύ μεγάλος αν συγκριθεί με τα 2.500.000 κατοίκους του βόρειου Καύκασου (σύμφωνα με την απογραφή του 1959) και που αποδείχνει αυτή τη συνεργασία (Henry Bogdan: Ιστορία των λαών της ΕΣΣΔ, εκδ. Perrin).
Το δίχως άλλο οι λαοί του βόρειου Καύκασου ήταν αντιδραστικοί αυτή την εποχή γιατί δυνάμωναν τον κύριο εχθρό των λαών όλου του κόσμου.
Όμως πολλοί λαοί και τα εθνικά τους κινήματα στην ιστορία τους έπαιξαν έναν αντιδραστικό ρόλο για μια περίοδο. Τέτοια ήταν η περίπτωση των Τσέχων και των Σέρβων στο 19ο αιώνα γιατί έπαιρναν γενικά το μέρος του κύριου εχθρού των λαών εκείνης της εποχής που ήταν ο τσαρισμός. Όμως οι ίδιοι αυτοί λαοί σε μια άλλη περίοδο έπαιξαν εξαιρετικά προοδευτικό ρόλο παλεύοντας τους χιτλερικούς ιμπεριαλιστές αλλά και τους ρώσους σοσιαλιμπεριαλιστές αργότερα.
Μπορεί κανείς να δει συχνά εθνικά κινήματα τυφλωμένα να μη νοιάζονται παρά μόνο για το δικό τους άμεσο και κοντοπρόθεσμο συμφέρον και να θυσιάζουν σ΄ αυτό όλο τον πλανήτη. Τέτοια ήταν η στάση του Ιρλανδέζικου εθνικισμού στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που τυφλώθηκε από τον αντιαγγλισμό του και κινήθηκε προς τη Γερμανία. Τέτοια και η στάση σήμερα των Κύπριων, που τυφλώνονται από τον αντιτουρκισμό και ταξιδεύουν στο χαμό αγκαλιά με τη Ρωσία.
Μα και ο ίδιος ο γερμανικός λαός στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε όργανο στα αντιδραστικά σχέδια του γερμανικού μονοπώλιου, από μίσος στους δυτικούς ιμπεριαλιστές για την εξουθενωτική για τη Γερμανία Συνθήκη των Βερσαλιών.
Σήμερα αυτός ο ίδιος λαός παίζει έναν προοδευτικό ρόλο ενώ ο ρώσικος, θύμα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ετοιμάζεται ν΄ ακολουθήσει τους ρώσους νέους Χίτλερ. Το ίδιο ο γιαπωνέζικος θα αλλάξει τη θέση του θύματος και του θύτη με τον κινέζικο λαό σε σχέση με το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Όμως ο ρόλος του διεθνιστικού προλεταριάτου, που καταλαβαίνει τη διαλεκτική της ιστορίας, είναι να αφήνει τους λαούς και τα έθνη να διαπαιδαγωγούνται από την αρνητική τους πείρα και να επεμβαίνει σ΄ αυτή τη διαδικασία για να την εμβαθύνει και να τη μετατρέψει στο αντίθετο της.
Ή δη οι Τσετσένοι παίζουν τώρα έναν πρωτοπόρο δημοκρατικό ρόλο κάνοντας διαλεκτική άρνηση της στάσης τους στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για την ακρίβεια κάνουν άρνηση της άρνησης και ξαναγίνονται σε ένα ανώτερο επίπεδο ο κατεξοχήν αντιτσαρικός λαός, όταν η Ρωσία έχει επίσης κάνει διπλή άρνηση για να μετατραπεί με τη σειρά της στον κατεξοχήν τσαρισμό του σύγχρονου κόσμου.

Η ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΛΑΘΟΥΣ

Αυτή ακριβώς η εξέλιξη του τσετσένικου έθνους φανερώνει πόσο λαθεμένη είναι η μεταπολεμική πολιτική της κόκκινης ΕΣΣΔ απέναντι τους, η πολιτική της διάλυσης του έθνους των Τσετσένων. Αν ερευνήσει κανείς αυτή την πολιτική θα βρει ότι στο βάθος της βρίσκεται η αδυναμία του ρώσικου προλεταριάτου να σύρει πίσω του τις μεγάλες μάζες της αγροτιάς των μη ρώσικων εθνών της ΕΣΣΔ στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού γενικά και στην κολλεκτιβοποίηση ιδιαίτερα.
Η κολλεκτιβοποίηση στην περιφέρεια της πρώην ΕΣΣΔ στηρίχθηκε πάρα πολύ στο ρώσικο επαναστατικό προλεταριάτο και είχε μέσα στις μη ρώσικες χώρες της πρώην ΕΣΣΔ την πιο αδύναμη εσωτερική βάση, δηλαδή το πιο αδύναμο ντόπιο προλεταριάτο μέσα στην πιο καθυστερημένη κοινωνικά αγροτιά. Όμως η γενική αυτή καθυστέρηση ήταν κύρια προϊόν της άγριας μεγαλορώσικης εκμετάλλευσης δύο αιώνων που είχε γεμίσει αυτούς τους λαούς με βαθύ αντιρωσισμό. Έτσι πολύ εύκολα οι ντόπιες αστικές τάξεις, ιδιαίτερα οι πλούσιοι αγρότες, έστρεψαν τις ντόπιες αγροτικές μάζες ενάντια στην κολεχτιβοποίηση δείχνοντας σαν κύριο φορέα της όχι γενικά το σοβιετικό αλλά ειδικά το ρώσικο προλεταριάτο που αμέσως συκοφαντήθηκε σαν επανεμφάνιση του μεγαλορωσισμού. Αλλά αυτό δεν ήταν το χειρότερο.
Το χειρότερο ήταν ότι ο νέος αυτός αντιπρολεταριακός αντιρωσισμός της περιφέρειας της ΕΣΣΔ έφτιαξε ένα φιλορώσικο αντανακλαστικό μέσα στη σοβιετική εργατική πρωτοπορία. Αυτό έγινε ιδιαίτερα από την ώρα που το ρώσικο προλεταριάτο και ο ρώσικος λαός πήραν στις πλάτες τους το βάρος της κολεχτιβοποίησης και της ανάπτυξης της βιομηχανίας στην περιφέρεια αλλά και το πελώριο βάρος της προσφοράς αίματος για την αντίσταση στους χιτλερικούς.
Από εκείνη την ώρα άρχισε να υποστέλλεται η πάλη ενάντια στο μεγαλορώσικο σωβινισμό σαν τον κύριο παράγοντα της εθνικής αποσάθρωσης και των εθνικών αντιθέσεων μέσα στην ΕΣΣΔ και να συγκεντρώνονται τα πυρά στους εθνικισμούς των υπόλοιπων εθνοτήτων. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο λάθος του Στάλιν, που εκφράστηκε με μια παρέκλιση φιλορώσικου τύπου στη μαρξιστική ιστοριογραφία μετά το 1930 και με μια ανοχή της ρώσικης εξαιρετικά αντιδραστικής ορθοδοξίας στο ιδεολογικό επίπεδο.
Πάνω σε αυτή τη σοβαρή παρέκκλιση της επαναστατικής πρωτοπορίας της ΕΣΣΔ πάτησε η μεγαλορώσικη αστική τάξη νέου τύπου που διείσδυσε ραγδαία στο ΚΚΣΕ υψώνοντας τη σημαία του προλεταριακού διεθνισμού ενάντια στο μη ρώσικο εθνικισμό. Από την τριάδα των μεγάλων σοσιαλφασιστών και ρεβιζιονιστών που καμάρωναν σα "νέα γενιά κομμουνιστών" στο Πολιτικό Γραφείο και τη γραμματεία της Κεντρικής Επιτροπής του 1952, δηλαδή από τους Χρουτσόφ, Μπρεζνιέφ, Σουσλόφ, οι δυο πρώτοι έγιναν ηγέτες αφού δοκιμάστηκαν σαν "εκκαθαριστές των εθνικιστών": ο πρώτος σαν γραμματέας του Κ.Κ.Ουκρανίας πριν τον πόλεμο και ο δεύτερος σαν γραμματέας του Κ.Κ.Καζακστάν ανάμεσα στα 1956 και 1960.

ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΡΩΣΙΣΜΟΣ

Η ποιοτική διαφορά ανάμεσα στο Στάλιν και σ΄ αυτούς θα φανερώνεται διαρκώς όσο και να θέλουν να την κρύψουν οι φιλελεύθεροι κάθε είδους.
Ο Στάλιν έκανε λάθη Σα διεθνιστικό προλεταριάτο ενώ οι Χρουτσόφ, Μπρέζνιεφ και Σουσλόφ έδρασαν σωστά σα ρώσικη μεγαλοαστιλή τάξη. Αυτή είναι και η διαφορετική φύση της μεταχείρισης των Τσετσένων από το σοβιετικό, μέχρι τα 1950, και από το μεγαλορώσικο κθεστώς μετά το 1956 μ΄χρι σήμερα.
Οι Τσετσένοι είχαν το κύριο βάρος του λάθους στα 1942-44. Το δικό τους λάθος ήταν λάθος στρατοπέδου. Το λάθος του Στάλιν απέναντι στους Τσετσένους ήταν σοβαρό αλλά μέσα στα πλαίσια του δίκαιου και μεγαλειώδους επαναστατικού αντιφασιστικού πολέμου που έδωσε ο ρώσικος λαός κύρια ανάμεσα στα 1942 και 1944, ή βαθύτερα, ήταν μέσα στα πλαίσια της επίσης μεγαλειώδικης σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ. Αντίθετα, η δραστηριότητα των μεγαλορώσων σωβινιστών στρέφεται σήμερα κατευθείαν ενάντια όχι μόνο στην ύπαρξη του εθνικού τσετσένικου κράτους, αλλά με τους μαζικούς βομβαρδισμούς ενάντια στην φυσική ύπαρξη των Τσετσένων σαν ατόμων και σαν λαού. Μόνο σε μια πρώτη περίοδο μετά την άνοδο του Χρουτσόφ οι μεγαλορώσοι φέρθηκαν καλά στους Τσετσένους όταν τους επέτρεψαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Δεν ήταν για να επανορθώσουν το λάθος του 1944 αλλά για να αδυνατίσουν τις θέσεις των σταλινικών και να επιταχύνουν την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Δεν είναι τυχαίο που λίγο αργότερα, και κυρίως στη διάρκεια της εποχής Μπρέζνιεφ, αρχίζει ο δραστήριος εκρωσισμός όλων των Δημοκρατιών της ΕΣΣΔ, ιδιαίτερα των καθοδηγητικών κομματικών και κρατικών οργάνων.
Από τότε αρχίζουν τα μεγάλα εθνικά αντιρώσικα κινήματα στις Βαλτικές, τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία.
Τώρα φαίνεται πως οι λαοί ξέρουν να ξεχωρίζουν, έστω ενστικτώδικα, τα λάθη και τις αδυναμίες της προλεταριακής εξουσίας από τις βάρβαρες νομοτέλειες της αστικής σωβινιστικής εξουσίας.
Ότι έτσι έχουν τα πράγματα φαίνεται και από τη διαφορετική συμπεριφορά των γενναίων Τσετσένων το 1944 και το 1994.
Το 1944 οι Τσετσένοι ξεριζώθηκαν από τη χώρα τους δίχως να προβάλλουν ουσιαστική αντίσταση. Το 1994 έχουν ξεκινήσει έναν αγώνα εκπληκτικού σθένους απέναντι σε μια πανίσχυρη στρατιωτική μηχανή που προσπάθησε να τους οδηγήσει σε εθνική συνθηκολόγηση. 
Είναι, λοιπόν, πάλι οι Τσετσένοι και όλοι οι καταπιεσμένοι λαοί της πρώην ΕΣΣΔ που θα απαντήσουν στην παγκόσμια αστική τάξη μέσα στους αντιρώσικους αγώνες που έρχονται και θα κάνουν τη σύγκριση ανάμεσα στην περίοδο 1930-1955 και τη σημερινή.
Άλλωστε είναι πάλι η ζωντανή, η σημερινή πρακτική του τσετσένικου έθνους που κρύβει, δίπλα στο μεγαλύτερο ηρωϊσμό και δημοκρατισμό του, το αληθινό σαράκι του εθνικισμού του έτοιμου για κάθε αθλιότητα. Δεν μπορεί δηλαδή να μην παρατηρήσει κανείς το σπέρμα της τσετσένικης αμαρτίας του 1942-44 στο γεγονός ότι η ηγεσία Ντουντάγεφ υποστήριξε το διαμελιστικό κίνημα των μουσουλμάνων Αμπχάζιων στη Γεωργία, ένα κίνημα που έδωσε στους Ρώσους την κυριαρχία στη Γεωργία. Έτσι, όχι μόνο οι Τσετσένοι έμειναν δίχως σύμμαχο στο Νότο του Καυκάσου αλλά, κυρίως, γέμισαν με δυσπιστία τον Καύκασο απέναντι στο σημερινό μεγάλο αγώνα του Τσετσένικου λαού.
Όμως και πάλι τα μεγάλα στρατόπεδα θα κρίνουν το ζήτημα. Και η Τσετσενία ανήκει στο μεγάλο στρατόπεδο του αντιρώσικου-αντιτσαρικού αγώνα. Αργά ή γρήγορα όλος ο Καύκασος και όλη η μη ρώσικη πρώην ΕΣΣΔ θα σταθεί δίπλα της. Γιτί, όπως έλεγε ο Μάο Τσε Τουνγκ "τα κράτη θέλουν την ανεξαρτησία". Η Τσετσενία θέλει την ανεξαρτησία. Όλος ο Καύκασος, όλες οι Βαλτικές, οι χώρες της Κεντρικής Ασίας θέλουν την ανεξαρτησία.
Έτσι προχωράει η ιστορία ταυτόχρονα μέσα από το μεγαλείο και την αθλιότητα. Δεν υπάρχουν διυλισμένοι χείμαρροι, πέτρες λάσπες και νερό ήταν πάντα ο νόμος της επανάστασης.