Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ο Μητσοτάκης ανακοίνωσε με περηφάνια την υποψηφιότητα για την προεδρία της Δημοκρατίας της προέδρου του ΣτΕ Αικ. Σακελλαροπούλου με «διάγγελμα προς το λαό”. Αυτό δεν το έκανε για να τιμήσει ένα θεσμό που λειτουργεί σαν η φωνή της «εθνικής ενότητας» που είναι εδώ και τρεις δεκαετίες εντελώς αντιδραστική επειδή είναι ενότητα με το δεξιότερο πολιτικό ρεύμα που είναι ο σύγχρονος φαιο-«κόκκινος» σοσιαλφασισμός, αλλά για να δείξει ότι αυτή η εθνική ενότητα συμβολίζεται πια από έναν άνθρωπο του ΣΥΡΙΖΑ oοποίος είναι ο σοσιαλφασισμός με ανθρώπινο πρόσωπο.

Όσο μεγαλώνουν τα δημοσκοπικά ποσοστά του Μητσοτάκη τόσο χειρότερος αποδεικνύεται. Αυτό δεν είναι περίεργο για δύο λόγους. Ο ένας λόγος είναι ότι αυτό που κάνει ως τώρα είναι να μοιράζει παυσίπονα ισχυριζόμενος ότι αυτά θεραπεύουν και τον καρκίνο.

 

Το τεχνικό πρόβλημα που διέκοψε τη διαδικασία εκλογής αρχηγού της ΝΔ μέχρι στιγμής φαίνεται ότι διευκολύνει τη λύση ενός μεγάλου πολιτικού προβλήματος για τις ως τώρα ηγετικές δυνάμεις αυτού του κόμματος αλλά και όλου του πολιτικού καθεστώτος.

Ένα κίνημα ενάντια στην προστασία του πληθυσμού από το δολοφονικό ιό εξαπλώνεται στον κόσμο καθοδηγούμενο από την κλασική ακροδεξιά, που το τρέφει με ένα πλήθος από θεωρίες «συνωμοσίας» και ζητά την άρση των σχολαστικών προστατευτικών μέτρων. Στη Γερμανία οι ακροδεξιοί ενώνονται με την αντι-σημιτική (δήθεν αντισιωνιστική) λεγόμενη «άκρα αριστερά» σε διαδηλώσεις στις οποίες εξασφαλίζει διεθνή δημοσιότητα το ρωσικό κράτος και τα προπαγανδιστικά του δίκτυα RT και Sputnik. Βαθύτερος πολιτικός στόχος αυτού του φαιο-«κόκκινου» κινήματος είναι η αναζωπύρωση της πανδημίας και η οικονομική αποσύνθεση των δημοκρατικών χωρών της Ευρώπης η οποία ελλείψει ενός επαναστατικού εργατικού κινήματος, θα δυναμώσει τα υπερδεξιά εθνικιστικά ή «αριστερά» αντιευρωπαϊκά κινήματα που είναι όλα ρωσόφιλα και κινεζόφιλα.

Η κυβέρνηση, μέσω του διακομματικού ΕΣΡ αυτή τη φορά, και όχι μόνη της και αυτοπροσώπως όπως προηγουμένως, που είχε φάει την κατραπακιά από το Συμβούλιο της Επικρατείας, προχωράει ολοταχώς στην τελική υποταγή του συνόλου του τηλεοπτικού τοπίου της χώρας μας στη φιλορώσικη κρατικο-ολιγαρχία. Ήδη με διάφορους τρόπους έχει καταφέρει να ελέγξει ένα μεγάλο ποσοστό του Τύπου, του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Τώρα όμως πρόκειται για την τελική επίθεση.

Αφού πήρε τα εύσημα όλης της οικουμένης για τη λαμπρή αντιμετώπιση της πρώτης φάσης του κορονοϊού, που στην πραγματικότητα οφείλονταν στον επαρχιώτικο-βαλκανικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή στη μικρή κίνηση ταξιδιωτών από το εξωτερικό το χειμώνα, ο Μητσοτάκης εν μία νυχτί κατάργησε πρακτικά κάθε μέτρο προστασίας, αφήνοντας τον ελληνικό λαό στο έλεος της πανδημίας και μιας νέας οικονομικής καταστροφής. 

Η ηγεσία του Κ. Μητσοτάκη στη ΝΔ εξασφαλίζει ότι η νέα κυβέρνηση θα είναι μία συνέχεια αυτής του ΣΥΡΙΖΑ, αφού το σοσιαλφασιστικό κράτος στη διοίκηση έχει μείνει σε ένα μεγάλο βαθμό ανενόχλητο, η διείσδυση του ρωσοκινέζικου κεφαλαίου εξελίσσεται ομαλά και η εξωτερική πολιτική παραμένει προσανατολισμένη στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ρωσοκινέζικου άξονα, ενώ προσποιείται τη φιλοδυτική.

Στις 7 του Ιούλη είχαμε δυο καλά νέα και ένα κακό. Από τακτική άποψη τα δυο καλά νέα είναι σημαντικότερα. Από στρατηγική τη μεγαλύτερη σημασία έχει το κακό. Τα δύο καλά νέα είναι η πτώση της σοσιαλφασιστικής συμμορίας Τσίπρα και το ξωπέταγμα των ναζικανιβάλων της «Χρ. Αυγής» από τη Βουλή. Το κακό νέο είναι η σταθεροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ παρά το κάζο των ευρωεκλογών.

Με τον τρόπο που έκανε το διάγγελμα του για καθολική απαγόρευση κυκλοφορίας, ο Μητσοτάκης είναι σαν να διάβασε ένα εγχειρίδιο φασιστικής δικτατορίας.

Μια δημοκρατική κυβέρνηση έχει δικαίωμα και πρέπει να επιβάλει τέτοια μέτρα καραντίνας προκειμένου μια θανατηφόρα επιδημία να μην σκοτώσει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Εκείνο που δεν εχει δικαίωμα να κάνει είναι να αναγγείλει απαγορεύσεις όχι σαν εκπρόσωπος μιας δημοκρατικής κυβέρνησης αλλά σαν δικτάτορας. Είπε λοιπόν «εγώ αποφάσισα αυτά τα μέτρα» και όχι η κυβέρνηση, ή ένα υπουργικό όργανο, ή μια θεσμοθετημένη κρατική αρχή. Είπε ότι αφού αποφάσισε αυτός, ότι αποφάσισε οι πολίτες σαν άτομα πρέπει να υποταχθούν χωρίς καμιά αντίρρηση και καμιά διαφωνία, γιατί αυτό είναι το νόημα της ρητής απαίτησης του στο διάγγελμά του για υποταγή του ατόμου στο σύνολο, δηλαδή στην κοινωνία. Εδώ δηλαδή κοινωνία δεν είναι τα συλλογικά τυπικά ή και άτυπα όργανα της πολιτικής δημοκρατίας, όπως η κυβέρνηση, ή τα αναγκαστικά συλλογικά κρατικά όργανα της πολιτικής προστασίας, ή τα κόμματα, ή τα συνδικάτα, ή οι δημοτικές εξουσίες, ή οι όποιες ανεξάρτητες αρχές, ή ο τύπος από τα οποία δεν ανέφερε κανένα στην ομιλία του, αλλά το κράτος σαν ενσάρκωση της κοινωνίας αλλά και αυτό σαν αφαίρεση αφού γίνεται συγκεκριμένο μόνο σαν ο εαυτός του.

Αρκετά ήταν τα σχόλια στη δημόσια συζήτηση για την «εντυπωσιακή» συγκέντρωση - «επίδειξη δύναμης» του ψευτοΚΚΕ στο Σύνταγμα, ανήμερα του εορτασμού της Εργατικής Πρωτομαγιάς.

Η συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε τρεις ημέρες πριν την άρση των μέτρων περιορισμού, τα οποία το κράτος επέβαλε στους απλούς εργαζόμενους και πολίτες επί ποινή προστίμου (στην περίπτωση που είχαν την ατυχία να πέσουν σε κάποιον δειγματοληπτικό έλεγχο και δεν είχαν στείλει το κατάλληλο μήνυμα από το κινητό τους ή δεν είχαν το κατάλληλο χαρτί).